Σάββατο 20 Απριλίου 2019







ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΕΣ ΠΑΣΧΑΛΙΝΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Της Σοφίας Κοψιδά-Γαληνού

«Εδώ διαβαίν’ ο Λάζαρος με δώδεκ’ Αποστόλους
Και πάλι ξαναγύρισε με δεκατρείς Αγγέλους.
Όπου διαβεί κι όπου σταθεί πηγάδια θεμελιώνει,
πηγάδια, πετροπήγαδα κι αυλές μαρμαρωμένες
και κεραμίδια χάλκινα και πόρτες ατσαλένιες.»

Σάββατο του Λαζάρου τα παιδιά μ’ ένα μπουκέτο αγριολούλουδα στο χέρι, γυρνώντας
από πόρτα σε πόρτα έλεγαν το «Λάζαρο» και οι νοικοκυρές τα φίλευαν.

Αύριο των Βαγιώνε το πρωί πηγαίναμε στην εκκλησιά. Τελειώνοντας η θεία
λειτουργία, παίρναμε από ένα μεγάλο πανέρι ένα κλαράκι δάφνης και βάγια (ένα
μπουκέτο από δεντρολίβανο και δαφνόκλαδα). Η υποδοχή του Χριστού στην
Ιερουσαλήμ μετά βαΐων και κλάδων.

Μεγάλη Δευτέρα μέχρι το Μεγάλο Σάββατο νηστεία. Ο Μαρκάς γέμιζε από
καποσάντους, πίνες, αχιβάδες, καλαμαράκια, σουπιές, χταπόδια, αχινούς.Στο
Παζάρι σε πανέρια πουλούσαν κουκούτσες βραστές ζεστές (άγριες αγγιναρούλες) και
παγούρους βραστούς από το ιβάρι. Τέρμα ο πατσάς στο μαγαζί του Λαυράνου
(Κουφάκια). Τώρα πουλούσε κουκιά ξερά βρασμένα, πασπαλισμένα με ρίγανη. Και πιο
πέρα ο Καλόγερος (παρατσούκλι) πουλούσε βραστές γλυκοπατάτες.

Στα σπίτια οι νοικοκυρές άρχιζαν ν’ ασπρίζουν, να μαζεύουν τα χειμωνιάτικα
ρούχα, βελέντζες, μαλλινοσέντονα, φλοκάτες και να πλένουν τις κολτρίνες (έτσι
έλεγαν τότε τις κουρτίνες).

Μεγάλη Πέμπτη το πρωί οι γυναίκες πήγαιναν στο Νεκροταφείο για να ρίξουν
τρισάγιο. Γυρνώντας έβαφαν τ’ αβγά τους και έφτιαναν τα κουλουράκια τους (τότε
τα τσουρέκια δεν τα ξέραμε). Το απόγευμα στα καφενεία κρεμούσαν το φάντε
μπαστούνι και τέρμα η κοντσίνα κλπ. Τα καφενεία έκλειναν. Οι ραδιοφωνικοί
σταθμοί (τότε δεν υπήρχαν τηλεοράσεις) σταματούσαν τα τραγούδια. Οι καμπάνες
χτυπούσαν κάθε τόσο πένθιμα. Πέθανε ο Χριστός!

Μεγάλη Παρασκευή μικροί-μεγάλοι μια βόλτα στο Νεκροταφείο. Τρισάγια, όμως, δε
γίνονταν. Ήταν το τρισάγιο του Χριστού έλεγε η μάνα μου.

Γυρνώντας από το Νεκροταφείο σταματούσαμε στον Αη-Μ’νά. Εκεί πουλούσαν αρνιά
(ζώντα). Οι πατεράδες μας αγόραζαν αρνάκι ή κατσικάκι ζωντανό για το Πάσχα, να
μείνει μια νύχτα στο σπίτι. Εάν στην οικογένεια υπήρχε αχρόνιστος νεκρός, τότε
στο σπίτι έπρεπε να μπει σφαγμένο και χωρίς κεφάλι αρνί.

Στο σπίτι ούτε μαγείρεμα, ούτε σκούπισμα. Υπήρχε νεκρός, ο Χριστός. Οι μεγάλες
γυναίκες με ένα κουταλάκι έβαζαν στο στόμα τους ξίδι.
«Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα.
Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά και οι καταραμένοι,
για να σταυρώσουν το Χριστό τον πάντων βασιλέα.
Ο Κύριος εθέλησε να μπει σε περιβόλι,
να λάβει δείπνο μυστικό και να τον λάβουν όλοι.
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγόθει.
Σταμνί νερό της ρίξανε, τρία ποτήρια μόσχο
και τρία με ροδόσταμο, για να της έρθ’ ο νους της.
Μα σαν της ήρθ’ ο λογισμός, μα σαν της ήρθ’ ο νους της,
πού ‘ναι μαχαίρι να σφαγώ, πού ‘ναι γκρεμός να πέσω»
τραγουδούσε η μάνα μου και η γιαγιά μου κλαίγοντας, μοιρολογώντας το Χριστό.

Μεγάλο Σάββατο πρωί στις 9 η μπάντα του Δήμου παιάνιζε γιορτινά στην αγορά από
την Πλατεία ως τον Αη-Μ’νά. Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρούμενα και οι νοικοκυρές
έριχναν το κομμάτι (ένα πήλινο πιάτο, μια παδέλα, ότι είχε κρατήσει γι’ αυτό η
κάθε μια). Ήταν σημάδι της πρώτης Ανάστασης. Ο τάφος του Χριστού εσείσθη. Τότε
οι χασάπηδες ή οι νοικοκυραίοι έσφαζαν το αρνί στο αυλάκι του δρόμου και η μάνα
ή η πρώτη κόρη με το πρώτο αίμα του αρνιού σε ένα βαμβάκι έκανε 4 σταυρούς στην
εξώπορτα.
Το μεσημέρι οι νοικοκυρές μαζεύονταν στη βρύση της γειτονιάς (στα σπίτια δεν
υπήρχαν βρύσες, είχαμε μόνο μπότηδες και λαγήνες) να πλύνουν και να γυρίσουν τα
έντερα από το αρνάκι για το βράδυ. Εκεί πείραζε η μια την άλλη για το βράδυ
μετά την Ανάσταση.

Το βράδυ στην εκκλησία για την Ανάσταση με το κερί στο χέρι για το «Χριστός
Ανέστη».Α! να διακόψω την περιγραφή για να σας πω για μιαν Ανάσταση, όταν ο μπαμπάς μου
ζούσε στη Λευκάδα (γιατί τα τελευταία του χρόνια ζούσε στην Αθήνα και ήρθε και
πέθανε στη Λευκάδα). Πήγαμε, λοιπόν, έξω από την Ευαγγελίστρια, κοντά στο
σπίτι. Ο παπάς άρχισε να διαβάζει το Ευαγγέλιο «η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία
του Ιακώβου». Και τότε φωνάζει ψέλνοντας ο Κερατόκωλος «και η Μαρία του
Μπατιάλη» (μια γειτόνισσα). Περιττό να σας πω τι έγινε!

Μετά, στο σπίτι για πατσά (όχι μαγειρίτσα). Πατσάς και κόκκινα αβγά. Την ημέρα
του Πάσχα σούπα αυγολέμονο και τη Δευτέρα το αρνάκι ή το κατσικάκι ψητό με
πατάτες στο φούρνο της γειτονιάς. Το απόγευμα βόλτα για σουμάδα. Το βράδυ στου
Κατσή για αμυγδαλωτά ή πάστα στον Πρεβεζάνο.
Ζωοδόχου Πηγής βόλτα στη Σπασμένη Βρύση, γιατί γιόρταζε η εκκλησία, γινόταν
πανηγύρι. Και την Κυριακή του Θωμά γιορτάζαμε στο εκκλησάκι του Αγίου Θωμά
κοντά στο Νεκροταφείο, που ήταν η εκκλησία του. Εκεί ο Κακανιέζος πουλούσε
κουλουράκια περασμένα σε σπάγκο.
Αν τα διαβάσουν νέοι άνθρωποι αυτά που γράφω, ίσως να απορούν πότε γινότανε
αυτά. Και όμως ήταν η ζωή μας, ο υπέροχος τρόπος ζωής μας
Πώς να ξεχάσω, μετά τα Πάσχα, τον τρόπο που η μάνα μου και οι γειτόνισσές μας
έπλεναν τις μαντανίες, τα μαλλινοσέντονα, τις κουρελούδες και τα στρωσίδια.

Κανόνιζαν όλες μαζί και ειδοποιούσαν το Δήμο τον Κορομηλέο, που είχε ένα
στενόμακρο κάρο που το τραβούσε ένα άλογο. Φόρτωναν εκεί τα ρούχα που θα
έπλεναν, αναβαίνανε οι ίδιες μαζί και τα παιδιά τους και μιλώντας και γελώντας
φτάνανε στη Σπασμένη Βρύση.

Εκεί το νερό έτρεχε άφθονο. Έβαζαν οι μάνες μας τα ρούχα στο νερό, τα μούσκευαν
και μετά τα έβαζαν σε μια πέτρα και τα κοπανούσαν μ’ ένα κόπανο, τα ξέβγαλαν
και τα άπλωναν να στεγνώσουν, ενώ εμείς παίζαμε, κρυβόμαστε, γελούσαμε…Και αργά
το απόγευμα, ο Δήμος ξανάρχονταν. Στεγνά τα ρούχα κι εμείς ξανά επάνω και πίσω.

Κουρασμένοι όλοι, οι μανάδες από τη δουλειά, εμείς από το τροχάδην και την
ολοήμερη σχεδόν τρέλα μας από τα παιχνίδια, όμως γεμάτοι από αθωότητα, από
αγάπη του ενός για τον άλλο, από συντροφικότητα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις