Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

ΟΙ ΔΥΟ ΧΡΗΣΤΟΙ

Μπαινόβγαινε , σχεδόν κάθε βράδυ, στο πρακτορείο 'Λότο' της γειτονιάς του, στη Νέα Σμύρνη.Ευγενικός, αρχοντικός, πρόσχαρος, με ευθύβολο βλέμα και τη σιγουριά της ζωής ανάγλυφη στο πρόσωπο του.Χιονισμένα μαλιά κι΄ ενα κασκόλ ριγμένο ατημέλητα στο λαιμό του, συμπλήρωναν το πορτρέτο ενός σεβάσμιου ηλικιωμένου.Η τόσο απλή σχέση του με ολους μας ήταν μια καλησπέρα, μια καληνύχτα και καμία ευχή για τις γιορτές.Προχτες έπιασε, με την υπεύθυνη του πρακτορείου, μια σύντομη κουβέντα στο..πόδι.Και εκει " επεσε" η φράση-κλειδί: 'Μεγαλόπολη".Διπλα μου ο φίλος μου, ο κυρ Χρήστος, ανοιξε την
κουβέντα.Και ετσι εγινε η επαφή.Τα δάκρυα αρχισαν να τρέχουν.Κοντά στο 1925γεννηθεντες. Εζησαν δύσκολα χρόνια αλλά με διαφορετικούς, αληθινούς, ανθρωπους.Ο ενας Χρήστος καθηγητής στη σχολή της Αστυνομίας και ο άλλος Χρηστος μαθητής στην ίδια σχολη.Οι μνήμες, τα ονόματα, οι σκέψεις έγιναν κουβάρι.Μετατραπηκαν σε ουίσκι, σε οινοποσίες, σε διαδρομές του μυαλου.Σε αναφορές για γνωστούς και φίλους που δεν ζουν πια.Σε συζητήσεις για τον τρόπο αντιμετώπισης του εγκλήματος.
Είχαν να βρεθούν περιπου 50 χρόνια.Για μισό αιώνα! Κι΄ενω βλεπόταν συνεχώς δεν είχε αναγνωρίσει ο ενας τον αλλον.Ωσπου εγινε η τυχαία συνάντηση μέσα στο πρακτορείο.Και έριξαν σχοινιά για να κρατηθούν στις μνήμες.

Κάθομαι με τις ώρες και τους θαυμάζω.Τους ακούω χωρίς να βαριεμαι.Παρόλο που εζησαν σε άλλη εποχή.Κατ΄αρχας οι δυο Χρήστοι ειναι πάνω απο 75 ετών και λειτουργούν λες και ειναι παιδιά.Κι έπειτα εχουν και οι δυο άποψη( και τη λένε), εχουν ώριμη σκέψη, εχουν αντοχές, ειναι καλοστεκούμενοι, εχουν χιούμορ και ψυχραιμία.Θυμούνται και ζουν.Ζουν και θυμουνται.Εχουν απαντήσει σε ενα κουΐζ για δυνατούς λύτες: Ζ-ή.





--------------------------------------------------------------------------------

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΟ ΓΕΛΙΟ

AΓΙΟΜΑΥΡΙΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

του ΗΛΙΑ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗ



.-Kυριε Μανούδη, υπέβαλλα μια αιτηση στον πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας.

-Και τι ζητάτε?

-Α! την νήσον... Σικελίαν(σσ η απάντηση σε υφος μπλαζέ).

Ο διάλογος μεταξύ του αξέχαστου καθηγητή Μανούδη και του Πάνου Κατωπόδη(οεπιλεγόμενος λόγιος απο τα Βουρνικά με τα ανέκδοτα και το ανεξάντλητο
χιούμορ του ο οποίος οραματίζονταν την ίδρυση μιας ανεξάρτητης κοινωνίας
ποιητών και φιλοσόφων απο όλα τα μέρη του κόσμου).
Οι Ακαρνάνες λέγανε οτι όταν σε περονιάσει το νερό της Μεγάλης Βρύσης γίνεσαι μπιτ μπ(ου)ρανέλος. Οι μπρανέλοι λοιπόν αυτοί οι διαφορετικοί χαρακτήρες, γνήσιοι, πνευματώδεις, με κουλτούρα και με ενα μοναδικό χιούμορ. Χάθηκαν οπως και η παλιά Λευκάδα. Αλλά όσοι έζησαν αυτή τη μοναδική εποχή κουβαλάνε μόνο ευχάριστες και μοναδικές αναμνήσεις. Παρά τη φτώχεια και τις κακουχίες. Ατελείωτες οι ιστορίες, οι φάρσες και τα καλαμπούρια. Φοβεροί τύποι. Κι αυτή ήταν η ιδιαιτερότητα των μπρανέλων. Το χιούμορ, ο αυτοσαρκασμός, η διαφορετική προσέγγιση της ζωής, ο ιδιόρρυθμος τρόπος σκέψης.

' 'Η Λευκάς κύριε έχει 35000 ηθοποιούς'' απάντησε κάποτε ο Σπύρος Φιλιππας -Παναγος στον αείμνηστο Φρεντι Γερμανό όταν αυτός είχε μεινει έκπληκτος με το Λευκαδίτικο πνεύμα.

Αλήθεια και ποιος δεν θυμάται τον Ταγέα και τον Μπίρια. Ο Γεράσιμος καλόκαρδος και μεγάλη ψυχή - είχε ένα καροτσίνι τη Σούζη -και σύχναζε στου ''Μυτα''. Ο Σταυρος ο Ταγέας φώναζε 'Αβάρααα!΄'. Και ποιος δεν θυμάται τον Αντρέα τον Όπερα ή Ριγολέτο(που έσπρωχνε το καροτσινι του σφυρίζοντας ριγολέτο) τον μπάρμπα Αντρέα με τα γλυκά του, τ΄' αμπαλι στου Πάλα, τον Βαλαμόντε(Κοκονιώρο) με τις διαλέξεις, τον αξέχαστο Βούλη Βρεττο, τον Μπρουμη, τον Μπολσεβίκο, το Ζακχαίο, τον Σεραφείμ, το φοβερό Ζαχαρή με τις φάρσες του, το Γιάννη το Δεσύλα, τον Άγγελο τον παταλέα, τον Σπυραντωνη, ο
Νιονος ο Πατσάς, ο Σπύρος Φιλιππας Πανάγος, ο Μαλιαρής, ο Τσίνας, ο ΄συρματένιος'', ο Νιονιος ο Σοροκρασής, ο Λιωρης με την παράγκα του, ο Κοτσώλος, ο Αντωνης Κανιός, ο καθηγητης Μανούδης, ο Γούρμος, ο Γιάννης ο Σπρομήλιος, αλλά και τόσοι άλλοι. Ένας φοβερός τύπος ήταν και ο Νικος ο Μανιώρος, οδοκαθαριστής με αισθήματα και ανωτερότητα, γνωστός για τις αγαθοεργίες του. Φορούσε κατακόκκινο πηλίκιο, πάντα στολισμένο με ενα φρέσκο άλικο γαρίφαλο, πουκάμισο κόκκινο και κόκκινο περιβραχιόνιο και ενα απίθανο μουστάκι.

Φυσικά ο μεγάλος πρωταγωνιστής στις φάρσες και στα καλαμπούρια ήταν ο Ζαχαρής Κατωπόδης. Ανεπανάληπτος, μοναδικός.

Υπάλληλος του ΤΕΒΕ, λοιπόν, θέλησε να κάνει τον έξυπνο και πείραξε τον Ζαχαρή που αμέσως πάει και βρίσκει τον παλιό καφετζή Γιάννη Βλάχο και του λέει:

-Επειδή σ΄αγαπάω και σε σέβομαι, όπως με σέβεσαι και εσύ και σου έχω και εμπιστοσύνη θα σου πώ ενα μυστικό αλλά θα μου δώσεις το λόγο σου πως δεν θα το πεις σε κανέναν. Να εδώ και 6 μήνες στους συνταξιούχους του ΤΕΒΕ που πολεμήσανε στην Αλβανία δίνουνε μια έκτακτη ενίσχυση απο 500 δραχμές το μήνα αλλά τις κρατάει ο τάδε υπάλληλος, Εγώ το έμαθα τυχαία στην Αθήνα, πήγα και ζήτησα τα λεφτά μου και τα πήρα αναδρομικά! Τα ιδια και με ανάλογο τρόπο είπε και σ΄αλλους δυο-τρείς κι ενας-ενας πήγαινε και ζητούσε τα... καθυστερούμενα με αποτέλεσμα να βρει τον μπελά του ο υπάλληλος γιατί κανένας δεν πίστευε τους.. όρκους του πως δεν είχε ιδέα! Μάλιστα για να το γλεντήσει
ο Ζαχαρής πήγε και ο ίδιος και προεβαλλε τις αξιώσεις του κι όταν προσπάθησε ο υπάλληλος να τον διαβεβαιώσει οτι δεν σταλθήκανε τέτοια χρήματα ο Ζαχαρής τον αποστόμωσε. Ξέρω εγώ, ειναι απο τα.. μυστικά κονδύλια! Βρέθηκε μάλιστα κάποιος ζόρικος να απειλήσει τον υπάλληλο, που στην απόγνωση του πήγε νύχτα στο σπίτι κάποιου κουμπάρου του και κατάφερε με χίλια παρακάλια να βγάλει το μυστικό! Κι απο τότε, όταν βλέπει τον Ζαχαρη... αλλάζει καντούνι.!!!

--Μια αλλη ιστορία: Ο Ζαχαρής, πήγε για δουλειά στην Αθήνα παρέα με έναν συνάδελφο του δερματέμπορα, λίγο αφελή και πολύ τσιγκούνη. Καθίσανε να φάνε. Βλέποντας ο Ζαχαρής μια γύφτισσα λέει πως θα πάει στην τουαλέτα. Σε διάστημα λίγων λεπτών τη συναντάει κρυφά και την ενημερώνει σχετικά με το... ιστορικό του φίλου του! Η πανέξυπνη γύφτισσα αρπάζοντας την ευκαιρία ήρθε στο τραπέζι τους.

-Να σε πώ την μοίρα σου;

-Αει ξεφορτώσου μας να φάμε την μακαρονάδα γιατί μας τάραξε η πείνα,
πετιέται ο Ζαχαρής.

-Εγώ λέω το κύριο να το πώ τη μοίρα του, πώχει σεβντά μεγάλο. Άνοιξε το χέρι
σου. Τρία παιδιά έχεις, το ενα δεν ειναι καλό.

-Τι λέει αυτή πετιέται πάλι ο Ζαχαρής. Διώξτην να ησυχάσουμε.

-Οχι λέγε, λέγε!

-Ασήμωσε να σε πώ!!!.

Ο Ζαχαρής παράτησε το φαΐ και προσποιούνταν τον κατάπληκτο ενώ η γύφτισσα αράδιαζε χαρτί και καλαμάρι, όλα τα οικογενειακά, κατάλληλα διανθισμένα, του θύματος της φάρσας που τάχε χαμένα κι ασήμωνε και ξανασήμωνε. Λέγεται, μάλιστα, πώς όταν γύρισε στη Λευκάδα, τσακώθηκε με τον αδελφό του γιατί η γύφτισσα του είπε πως τον κλέβει!!

- Πριν πολλά χρόνια λοιπόν κάποιοι μπρανέλοι εκαναν δήθεν σερενάτα κοντά στο σπίτι του εισαγγελέα και κάποια στιγμή χρησιμοποίησαν χυδαίο λεξιλόγιο. Την άλλη μέρα ο εισαγγελέας διέταξε ανακρίσεις καλώντας ορισμένους νυκτόβιους. Ενα βράδυ στην ταβέρνα του Φραγκούλη, ο Γιάννης ο Εμπλαστρας αρχισε με στόμφο να λέει:''.... Με εκάλεσε ο εισαγγελέας στο γραφείο του και χωρίς να μου προσφέρει καφέ, με ανέκρινε. Εγώ εθίγην βαθύτατα, σηκώνομαι απο την καρέκλα μου και του λέω: Βρε αχρείε, βρε ανόητε, βρε φτωχέ άνθρωπε, ξέρεις ποιός είμαι εγω;; Του είπα πάρα πολλά και μετά βίας, απο αξιοπρέπεια δεν τον χτύπησα.'Εμειναμε όλοι άναυδοι και μέσα στην ταβέρνα επικρατούσε σιωπή θανάτου και όλοι τον κοιτούσαν με απορία. Μέχρι που κάποιος τον ερώτησε: 'Και ο εισαγγελέας τι σου ειπε;;;''. Και ο Γιάννης με υφος γαλαζοαίματου απαντά:'Α. αυτός δεν με άκουε, γιατί όλα αυτα τα ελεγα στο σπίτι μου σιγά σιγά για να μην ξυπνήσω την σειρήνα μου....'(σσ'. καταλαβαινετε τι γέλιο και τι φάπα
έπεσε).



Μια, αλλη, αληθινη ιστορία ειναι αυτη την με την 'Εντελβαις' την ομορφη βάρκα του Γιαννη Καρύδη. Ο γιος του ο Νιόνιος με τον παιδικο του αυθορμητισμό, βλεποντας την ομορφη βάρκα να σκίζει -με το καινούργιο πανί της τα νερά στο κανάλι- φωναξε με ενθουσιασμό:" Ω δρόμο πατέρα!!! 'Η φράση αυτη εγινε... φειγ βολάν απο τους μπουρανελους -και ακομη και σημερα οι παλιοί τη λένε για πειραγμα-σε σημειο ο μικρός Νιονιος να κλειστει απο τα πειράγματα μεσα στο σπιτι του για πέντε μέρες.

-Ακομη μια απο αυτες τις ιστοριες που δειχνουν το λευκαδιτικο χιουμορ ειναι αυτη με το Νιονιο το Κοτσώλο που συχνά-πυκνα την αφηγειται- με καταπληκτικό τροπο -ο Ηλιας Λογοθέτης. Ειναι η ιστορία οπου στο αποκριάτικο 'Πανθεον΄, στο χορό του Όρφέα΄ ο Νιονιος ντυθηκε, μαζι με τον διδυμο αδελφό του, με ψηλα καπέλα και επισημα ρούχα και αρχισαν να τραγουδουν ενα τραγουδι σε διασκευή-μελοποιηση του Νικου Μορίνα:

'Ετουτη τη βραδιά/θα δωσουμε σ΄ολους μπρίο/κέφι καλη καρδιά/και την καλή μας
συντροφιά. /Αποψε οι δυο μας αλλάξαμε στολές/μαυρο παπιόν /παράξενο μαλλί/.
Αποψε οι δυο θα κανουμε το παν/ για να χαρειτε ολοι σας πολύ.'

Κι ενω το νουμερο 'ετρεχε' κανονικά καποιος θαμώνας φωναξε με δυνατη φωνη απο τη γαλαρία:

---Κοτσώλοοοοοο.....

Ο Νιόνιος, χωρις να τα χάσει, σταματησε το νουμερο και εβαλε τα χερια του- σαν χωνι -στο στομα του και απάντησε με στόμφο:

----Της μάνας σου τον κ....!...

Αυλαία φωναξε αμέσως ο κομπέρ. Και καταλαβαινετε τι εγινε. Πανζουρλισμός.


-Ο Σωτήρης ο Βαρζέλης ήταν ταμίας στην 'Εθνική' τράπεζα. Λεπτός, καλοντυμένος
και ασθενικός. Το χειμώνα φορούσε γκέτες στα παπούτσια του για να ζεσταίνεται, διπλά γιλέκα, χοντρό παλτό, μπερέ στο κεφάλι και κασκόλ στο λαιμό που το έβγαζε το Πάσχα. Σύχναζε στο φαρμακείο του Σπύρου Ζερβού. Πάντοτε έπαιρνε δυναμωτικά σιρόπια. Στις 12 το μεσημέρι ακριβώς ερχότανε ο συνοδός του ο Γιώργος Αραβανής-Κόμης που τον συνόδευε αλαμπρατσέντο σπίτι του. Έμεινε στο σπίτι του Σικελιανού. Για να μην κρυολογεί όταν σκούπιζε την κάμαρη του, η υπηρεσία του Κωνσταντίνα, έμπαινε στη ντουλάπα και άμα αργούσε η Κωνσταντινα φώναζε:

-Νετάρισες; Για θα σκάσω.

Μια μέρα ήρθε τρεχάτη στο φαρμακείο του Ζερβού, η Κωσνταντινα και αλαφιασμένη είπε οτι ο σιόρ Σωτηράκης είχε μεγάλο πυρετό 37 και δύο και οτι πρέπει να στειλει τον γιατρό τον Σουμέτα να τον εξετάσει. Σε ερώτηση του φαρμακοποιού πως συνέβηκε αυτό το κάζο, απάντησε η Κωσταντινα:

-Μου φαίνεται οτι ο σιορ Σωτηράκης πήγε στο παραθύρι να κάνει χάζι και η λάστρα(το τζάμι) είχε χαραμάδα. Απο κει μπήκε αέρας στη μύτη του και πουντάρισε....

Ο σιόρ Σωτηράκης έγινε καλά αλλά μυαλό δεν έβαζε. Έτσι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στις 5 το πρωί κατέβηκε στην πλατεία μπαρμπουλωμένος και παρέα με τους μπρανέλους, ξεκίνησε ακολουθώντας τη μουσική που έπαιζε τη Διάνα πηγαίνοντας στον Αη Μηνά. Μόλις έφθασε η πομπή στο ύψος του καφενέ του Τσαμπαρή που ήταν η προβολή του όλο λάστρα και καδινέλα, λέει ο σιόρ Σωτηράκης:

-Δεν θα μου δώστε και μένα την αμποξούλα μου;

-Αμποξούλα θέλει ο σιόρ Σωτηράκης, λέει ο Φωτάκιας, κι΄ αρχίζει με νόημα τ΄αμπομα, απο το Χαμπέο το Γιώργη, στον Καρκαλίτσο, στο Λέτσο, στο Βαγενά τον Ντίνο, στο Τζεβελέκη τον Αντώνη και ο Φωτάκιας τελευταίος με ντάνο δίνει την αμποξούλα στον σιόρ Σωτηράκη που εξαφανίστηκε! Ρε παιδιά που ειναι ο σιορ Σωτηράκης. Πουθενά. Μια στιγμή κάποιος λέει:

-Παιδιά κοιτάτε να γελάστε: Ο σιόρ Σωτηράκης καθιστός επάνω σ΄ενα μαρμάρινο τραπέζι του Τσαμπαρη χωρις να πάθει ούτε γρατσουνιά, παρόλο που σπάσανε τελάρα και λάστρες. Ήτανε η τελευταία χρόνια που φαρομάναγε γιατί έπαθε πνευμονία απο το ατζάρδο του και αυτό και πέθανε(Χρονογράφημα του Κώστα Ζερβού, Φεβρουάριος 1979, 'Ηχω της Λευκάδας').


--Ο Σπύρος Ανυφαντής(Μπρούμης) είχε λατινιέρικο. Δεινός καλαμπουρτζής με βαριά φωνή και πολύτεκνος. Με δυσκολία τα έφερνε βόλτα και χρωστούσε στο ΤΕΒΕ. Ο εισπράκτορας Φαοκοιμίσης(Ρομποτής) τον παρέπεμψε στο δικαστήριο.

-Γιατί κύριε Ανυφαντή δεν πληρώνεις το ΤΕΒΕ;, τον ερώτησε με αυστηρό υφος ο
πρόεδρος.

-Θα πλερώσω κύριε πρόεδρε,. θα πλερώσω, απαντάει ο Μπρούμης

Και ανοίγει ενα τσουβάλι γεμάτο χιλιάδες δεκάρες για να εκδικηθεί τον Φαοκοιμίση ο οποίος.. ακόμη τις μετράει.

---Kαποτε ενας φτωχός και αβουλος μπρανέλος επιασε κάποτε στο σπιτι του τη γυναικα του με τον φίλο της:

-Εσυ φεύγα, δεν εχω καμια δουλειά μαζι σου, ειπε στον ανδρα. Και αμεσως βγάζει τη ζωνη του και αρχίζει να δερνει τη γυναικα του.

-Λέγε μωρή, θα το ξανακάνς;
Και δωστου με την λουρίδα.

Η μοιχαλίς δεν απαντούσε, ωσπου στο τέλος ο συζυγος απεφάνθη:

-Ω! δεν κρέν, θα το ξανακάν.

Και σταμάτησε το ξύλο, γιατι το θεώρησε περιττό αφου θα το... ξανάκανε.


-Προπολεμικά( αλλά και μεταπολεμικά) η συγκοινωνία Λευκαδας-Πειραια γινόταν με πλοία, με ενδιάμεσους σταθμούς. Ο ''Γλάρος''΄, η ΄'Λουτσίντα'', το ''Πάτραι'' και η ΄Πύλαρος' ήταν ορισμένα απο τα πλοία που προσέγγιζαν την προβλήτα του λιμανιού ή αγκυροβολούσαν άροδο και η εξυπηρέτηση των επιβατών γινόταν με βάρκες. Εδώ έγινε στη δεκαετία του ' 50 (με το ΄Πάτραι΄') ενα δυστύχημα με ανατροπή βαρκας στο λιμάνι. Μεταξύ των επιβατών που έπεσαν στη θάλασσα ήταν και ο Σπύρος Φιλιππας-Πανάγος (ο αείμνηστος συγγραφέας και δημοσιογράφος με το εκρηκτικό χιούμορ). Ο κυρ Σπύρος λοιπόν (οπως τον φώναζαν) αφηγειται στο θρυλικό στέκι στου Μουτρούκαλη τηνπεριπέτεια που έζησε, μέσα στο καταχείμωνο, όταν με βαρκα προσπάθησε να επιβιβαστεί στο πλοίο (που ήταν αγκυροβολημένο στη μεση του λιμανιού) αλλά ενα ξαφνικό μπουρίνι την ανέτρεψε και έπεσαν όλοι μαζί με τα μπαγκάζια στη θάλασσα(σσ μάλιστα είχαμε και νεκρό). Ο κυρ Σπύρος με το ενα χέρι κρατούσε μια μικρή τσάντα - οπου μέσα είχε και τα ποιήματα του και πήγαινε στην Αθήνα για να τα εκδώσει. Έτσι για να μην πνιγεί με το ενα χέρι κρατούσε υπό μάλης την δερμάτινη τσάντα(που μάλιστα είχε δανειστεί) και με το άλλο κολυμπούσε απεγνωσμένα ώστε να πιαστεί απο ενα κουπί της βαρκας που επέπλεε.

-''Αστραπές, βροντές, κύματα προσπαθώ να πιαστώ και να μην πνιγώ, κρατάω και την τσάντα και δος του '''', αφηγούνταν με παραστατικό τροπο ο κυρ Σπύρος την φοβερή εμπειρια του, βάζοντας για χάριν της αφήγησης και την υπερβολή Και οπως ήταν εκφραστικός έκανε με τα χέρια του τις κινήσεις.

- 'Κυρ Σπύρο η τσάντα τι είχε μέσα'', τον διέκοψε ο Φιλος (Θεόφιλος) ο Μπάλτσας(σσ ο πατέρας της διάσημης μετζοσοπράνο Αγνής);;;

---Και δίνω μια απλωτή με το ενα χερι, συνέχισε ο κυρ Σπύρος, αστραπές, βροντές, χαμός. Λες και ήμουν χαμένος στον ωκεανό. Κολυμπούσα με το ενα χέρι και με το άλλο κρατούσα τη τσάντα. Παναγια Φανερωμένη βόηθα!!!

- ''Κυρ Σπύρο η τσάντα τι είχε μέσα'', τον διέκοψε, πάλι, ο Φιλος ο Μπάλτσας.

Τότε σηκώνεται εξαγριωμένος ο Παναγος και με θυμό-αλλά και με υποτιμητικό ύφος- του λέει:

--'' Όχι Μωρε π.... δεν σου λέω. ΅Εγώ πνίγομαι και εσύ με ρωτάς τι είχε μέσα
η τσάντα''!


---Ο Ζαχαρής Κατωπόδης ηταν ο μεγαλυτερος φαρσέρ της παλιάς Λευκάδας. Ο ανθρωπος-χαμόγελο. Σατανικο μυαλό. Μοναδικό χιουμορ. Μυθικες οι φάρσες του. Η καλυτερη ομως φάρσα που σκάρωσε ειχε σχέση με εμπόριο.. γατων. Για καιρο σκάρωνε αυτη τη φαρσα. Με μεθοδικότητα. Στην αρχη ελεγε για τα Ιταλικά καράβια που ερχονται να πάρουν χέλια απο το Ιβάρι. Μιλησε για τις σχεσεις του με Ιταλους εμπόρους και διέδωσε εντέχνως οτι του ανεθεσαν την οργανωση μια ξεχωριστης λαικης αγοράς στη Λευκάδα. Κυκλοφορησε, λοιπον- παραμονή Πρωταπριλιάς- στην πολη και στα χωριά ενα φειγ βολάν που εγραφε τα εξης: ''Ιταλική Λαική Αγορά. Σας ανακοινούμεν οτι αυριον ερχεται στη Λευκάδα και
θα παραμεινει 24ωρες μια περίεργη Ιταλική Λαική Εταιρεία η οποία θα διαθέτει
προς πώληση διάφορα ενδιαφέροντα ειδη λαικής τέχνης. Εχει πχ σπουδαια μηχανηματα που θα εκθέσει εις το κινηματογραφοθέατρο 'Τσιριμπαση. 'Ενα αλλος ειδος που θα διαθέσει ειναι πολλά και διαφορα ειδη σκυλιών παγκοσμίου προελεύσεως. Ο ιδιος ομιλος ενδιαφέρεται και θα αγοράσει απο δω ο,τι εντόπιο προιον της αρεσκειας του. Το ενδιαφέρον θα ειναι για ολους μας αρκει να σημειωθεί οτι θα προβουν εις αγοράν και ζωων πχ γάτες κλπ. Πληροφοριες παρέχει ο κ. Γ...Λ...(καφενείον).''

Αυτο ηταν το περιεχομενο του φειγ βολάν. Εξυπνα γραμμένο. Και φυσικά σε κανένα δεν περασε απο το μυαλο οτι προκειται φαρσα. Το νεο κυκλοφορησε παντού, Σε ολο σχεδον το νησί. Και εγινε της κακομοιρας. Ολοι ετρεχαν να πιάσουν γάτες. Τσουβάλια με γάτες, αυτοκινητα με γάτες, φορτηγάκια με γάτες. Στην πολη ενας εβγαλε απο την κάμαρα τα παιδιά του και τις γέμισε με γάτες. Αλλος εκλεισε σε τσουβάλια γάτες και οταν η ανυπτοπτη γυναικα του ανοιξε την πορτα επεσε λιποθυμη γιατι νομισε οτι το σπιτι γέμισε φαντάσματα. Ταξί απο χωρια του νησιου ηρθαν πολη γεμάτα γάτες. Πολλοι ηταν και οι αγρότες που κουβαλησαν και τους σκύλους τους. Τα παιδια στους δρόμους που δεν αφηναν τις γάτες στην ησυχια τους, δεν σταματουσαν να μαζευουν γατες. Ενα πραγματικο
πανδαιμονιο. Η Κυριακη της Πρωταπριλιάς ηρθε. ο Ζαχαρής - με υποσχέσεις για χρήματα- επεισε τους συνεργατες του να κουβαλησουν καρέκλες και τραπεζια στο 'Φοινικα΄, το θερινο κινηματογράφο στην παραλια. Και ολοι περιμεναν με αγωνια το αυτοκινητο της Ιταλικής εταιρειας. Ο Ζαχαρής(... ως γατα), την ΄κοπάνησε΄για την Αθηνα. Και οσο
περνουσε η ωρα ο κόσμος αρχισε να δυσανασχετούσε. Και μεσα σε λίγες ωρες οταν εγινε αντιληπή η φάρσα γεμισε η Λευκάδα απο αδεσποτους σκύλους και γατες. Το γεγονος ειναι αληθινό. Και δειχνει οτι η παλιά Λευκάδα ηταν θρυλική. Και ανεπανάληπτη.



- Ο Αγγελος ήταν ένας φοβερός τύπος της παλιάς Λευκάδας. Παμφάγος και αχόρταγος. Λαίμαργος με όλη τη σημασία της λέξης. Σπούδαζε στην Αθήνα ώσπου μια μέρα έλαβε ένα τηλεγράφημα: "βρακατσάνοι γουρμάσανε". Και ο Αγγελος έφυγε για πάντα από την Αθήνα για να ικανοποιήσει τη λαιμαργία του τρώγοντας βρακατσάνους. Αλλά η φοβερή, αληθινή, ιστορία με τον Αγγελο είναι η παρακάτω που μας αφηγείται συχνά ο Ηλίας Λογοθέτης (Φρούφαλος). Ο Αγγελος, λοιπόν, για πολλούς μήνες έκανε μεγάλη οικονομία ώστε να προετοιμαστεί για το μεγάλο τραπέζι. Ένα μοναδικό τσιμπούσι. Αλλά δεν ήθελε με καμία δύναμη να τον πάρει χαμπάρι η μάνα του. Της είπε ότι έχει υποχρέωση σε κάποιους Πρεβεζάνους. Αγόρασε λοιπόν αυγοτάραχο, σαλάμια, γάμπαρες, μια μεγάλη γαλοπούλα, μια
τεράστια συναγρίδα, ένα μικρό χοιρίδιο, σαλάτες, τυριά, γλυκά, κρασιά, ούζο και φρούτα. Όλα τα καλούδια. Και είχε ετοιμαστεί για ένα λουκούλλειο δείπνο. Η μεγάλη βραδιά έφθασε. Και ο Αγγελος λέει στη μάνα του: "Μάνα, θα έρθουν οι καλεσμένοι αλλά επειδή θ' αρχίσουν τ' αφσκόλογα πήγαινε για ύπνο". Πράγματι η μάνα του Αγγελου αποσύρθηκε στην κάμαρά της. Της έβαλε και το καδινάτσο για σιγουριά.

Οι καλεσμένοι έφθασαν γύρω στις 10 το βράδυ. Ο Αγγελος κατέβηκε τη σκάλα για να τους υποδεχθεί. Καλώς τους. Καλησπέρα. Καλώς το Γιάννη, καλώς το Νίκο, καλώς το Χρίστο. Χαθήκαμε ρε παιδιά, είχα καιρό να σας δω. Και άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα με τρόπο σαν ν' ανέβαιναν και οι καλεσμένοι του. Μετά από λίγο άρχισε το τσιμπούσι. Ο Αγγελος ήταν μεγάλος μίμος. Και άρχισε τους διαλόγους:

--- Παναγία μου τη ψαρούκλα είναι αυτή!

--- Και το γουρουνόπουλο είναι φοβερό.

--- Καλά Αγγελε, η γαλοπούλα σου είναι το κάτι άλλο.

Και να το τσούγκρισμα των ποτηριών. Εβίβα, γεια σου, να 'σαι καλά Αγγελε, πάντα από τέτοια. Και τα ρέστα. Η ώρα περνούσε. Οι διάλογοι συνεχίζονταν μαζί και το φαγητό. Τα μαχαίρια και τα κουτάλια χτυπούσαν στα πιάτα.

--- Εις υγείαν.

--- Είναι όλα υπέροχα!

-- Μπράβο Αγγελε, σου χρωστάμε και εμείς τραπέζι στην Πρέβεζα....

Η ώρα είχε φθάσει 5 το πρωί. Οι καλεσμένοι (εννοείται) έφυγαν. Και η μάνα του Αγγελου κατάφερε να διακρίνει από τη χαραμάδα της πόρτας το γιο της πεσμένο με τα μούτρα πάνω στο τραπέζι, σκασμένο απ' το φαΐ. Και σταυροκοπήθηκε. "Μπα το ξεπατωμένο", μονολόγησε.Ο Αγγελος κατάφερε το απίστευτο. Το μοναδικό. Έφαγε μόνος του όλα τα φαγητά. Μέχρι σκασμού. Είχε παραθέσει τραπέζι στον εαυτό του!!!

-Τον αποκαλούσαν, Μπολσεβίκο γιατί -όπως λέγανε-απο μικρό παιδί γιατί ήταν κατάμαυρος και μικροκαμωμένος. Στην κεντρική αγορά ήταν τομαγαζίτου: ''Οινομαγειρείο η φτώχεια, Αγγελος Σταγιάννος''. Μονίμως με ενα γαρίφαλο στο αριστερό του αυτί, πλατύ μάλλινο ζωνάρι και καλή καρδιά. Το μαγαζί του ήταν διακοσμημένο με τη τότε Βασιλική οικογένεια, με λιθογραφίες εποχής και με ενα καντήλι σε εικονοστάσι. Κλασικός τυπος Λευκαδίτη με το κρασί του, το καλαμπούρι, το μεζέ και το τραγούδι. Και φυσικά μόνο.... μπολσεβίκος δεν ήταν. Αλλά αυτό το παρατσούκλι το πλήρωσε ακριβά. Μόλις ήρθανε οι Γερμανοί στη Λευκάδα ζήτησαν να τον γνωρίσουν αμέσως.

-Εσύ είσαι ο Μπολσεβίκος, τον ρώτησαν.

-Ναι, απάντησε αυθόρμητα ο Αγγελος. Και τότε τον πλάκωσαν αλύπητα στο ξύλο ενώ τον έκλεισαν για 20 ημέρες στο φρούριο του Τεκέ, στην Ακαρνανία, στο δρόμο για τη Λευκάδα!

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009

130 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΑΡ.ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ

130 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΑΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ (1824 - 1879 ).

Αλήθεια πόσοι μα πόσοι σπουδαίοι άνθρωποι μας κάνουν να νοιώθουμε περήφανοι που είμαστε Λευκαδίτες; Δεν εχει τέλος ο κατάλογος. Βαλαωρίτης, Σικελιανός, Ζαμπεληδες, Σβορωνος, Π. Κοντομίχης Π. Ροντογιάννης, Α. Μπάλτσα,Ηλ. Λογοθέτης, Λάκης Σάντας, Τζαβαλάς Καρούσος, Γεράσιμος Γρηγόρης, Ξενοφ. Γρηγόρης, Θεόδωρος Στάμος, Λευκάδιος Χέρν, Κατηφόρης, Τζεβελέκης, Χαραμόγλης,Απ. Κακλαμάνης, Ηλίας Βεργίνης, Δήμος Μαλακάσης, Νικος Θάνος-Μορίνας, οικογενεια Μαμαλούκα, Βουλης Βρεττος, Γιαν.Αθηνιώτης,Σπ. Φιλιππας-Πανάγος και τόσοι αλλοι. Ας μην ξεχνάμε οτι η μικρή Λευκάδα απέδειξε στη δύσκολη δεκαετία του 1950, μέσα στις στάχτες του εμφυλίου, οτι
η δύναμη της ψυχής και προπαντός η συλλογικότητα μπορούν να κάνουν θαύματα. Αλλα και κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει την πρωτοπορία της Λευκάδας όχι μόνο στις γιορτές -Λογου και Τέχνης (όπου βρήκαν στη συνέχεια πολλούς μιμητές) αλλά και στην ίδρυση και λειτουργία καλλιτεχνικών και αθλητικών συλλόγων καθώς και άλλων συλλογικών δραστηριοτήτων. Να τονίσουμε ότι το 1850 ιδρύθηκε η "Φιλαρμονική", το 1875 η Λευκάδα είχε ένα από τα 16 σε όλη την Ελλάδα θέατρα, το 1937 ιδρύεται ο πρωτοπόρος "Ορφέας" και το 1927 ο "Τηλυκράτης".
Και σήμερα παρά τη γενική κρίση αξιών και ιδεών, παρά την πνευματικοπολιτιστική ξηρασία η Λευκάδα (ο μικρότερος νομός της χώρας) "προσφέρει" 110 εν ζωή καθηγητές Πανεπιστημίων σε όλο το κόσμο, 67 επαγγελματίες δημοσιογράφους, εκατοντάδες επιστήμονες, λογοτέχνες και καλλιτέχνες, την περίφημη Αγνή Μπάλτσα, τον διακεκριμένο ηθοποιό Ηλία Λογοθέτη, τον ηρωα Λάκη Σάντα, τον προεδρο του ΔΣΑ(Δικηγορικος Συλλογος
Αθηνων) Δημήτρη Παξινό και πολλούς αλλους. Εκει ομως που πρεπει να σταθούμε ειναι ο μεγάλος βάρδος, ο εθνικος ποιητής, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης με αφορμή τα 130 χρόνια απο το θάνατό του που συμπληρωνονται εφέτος-2009.

Έχει γράψει ο Κωστής Παλαμάς για το Βαλαωρίτη: "Στο Βαλαωρίτη όλα ζωντανεύουν με ζωήν ανθρώπινη, από τα πουλιά και τα λουλούδια, ίσα με τα σπαθιά και τα βόλια. Παρμένος από το δημοτικό τραγούδι, ένας ανθρωπομορφισμός την εμψυχώνει την ποίηση τούτη. Μα το πολύ και το κύριο που τη χαρακτηρίζει θα έπρεπε ακριβέστερα να σημειωθεί. Οι εκφραστικές πηγές των ποιητών: η καρδιά· καίεται και ζεσταίνει· η σκέψη· εκθέτει και συνθέτει· η φαντασία· βλέπει και πλάθει· το μέτρο ρυθμίζει και ιδανικεύει. Ο ποιητής ζωγραφίζει· ο ποιητής ρητορεύει· Γλώσσα και ύφος, υδρίες και κύπελλα που μας κουβαλούν και μας τα προσφέρουν από τις διάφορες αυτές πηγές τα ποιητικά νάματα. Αλλά συχνά τα λαγήνια τούτα και τα ποτήρια καταντά να έχουν ομορφιά
και να παίρνουν γοητεία δική τους, ανεξάρτητ' από την ουσία που τα γιομίζει· γίνονται κι αυτά πηγές. Το πιο πολύ και το κύριο που καταντά να χαρακτηρίζει το στίχο του Βαλαωρίτη, σα να είναι, ξέχωρα, η λέξη που ξεχύνεται και πλημμυρίζει και σέρνει ονόματα κάθε είδους, κύρια, επίθετα, προσηγορικά, ουσιαστικά, συχνά πυκνά συνώνυμα, ονόματα τόπων πραγμάτων, υποκειμένων, αρμάτων, κατορθωμάτων." (Πηγή: Α. Βαλαωρίτη Άπαντα, Γ. Μέρμηγκας, Ιστορικές Εκδόσεις Λογοτεχνίας).

- Η προς την πατρίδα αγάπη μου.

Δεν είναι διαβατάρικο πουλί που για μια μέρα

σχίζει τα νέφη και περνά γοργό σαν τον αγέρα,

ούτε κισσός π' αναίσθητος την πέτρα περιπλέκει,

ούτ' αστραπή που σβήνεται χωρίς αστροπελέκι·

δεν είναι νεκροθάλασσα, βοή χωρίς σεισμό·

νιώθω για σε, πατρίδα μου, στα σπλάχνα χαλασμό.

-Η Αγράμπελη

Λέγ' η αγράμπελη μυριανθισμένη,

στον άγριο πλάτανο που τη θωρεί

και με τον ίσκιο του συχνοδιαβαίνει

πάντοτ' επάνω της, βράδυ κι αυγή:

" - Δένδρο περήφανο, μέσ' τον αγέρα

τα φύλλα, οι κλώνοι σου θρασομανούν'

βρίσκεις στενόχωρη τώρα τη σφαίρα;

Τ' άστρα τά σύγνεφα δε σε χωρούν;

" Τρέχει στη ρίζα σου νεράκι κρύο

βυζαίνεις άκοπα την καταχνιά,

κι εμένα ζήλεψες συ το θηρίο,

γιατί μ' επότιζε λίγη δροσιά;

" Τι θέλεις πλάτανε, τι μου γυρεύεις;

Διώξε τον ίσκιο σου κι είμαι μικρή.

Τ' άνθη μου επάγωσαν, μήν τα παιδεύεις,

άσ' τον τον ήλιο μου να τα χαρεί..."

" - Ξανθή μου αγράμπελη, τι με φοβάσαι;

Θέλεις να σέρνεσαι πάντα ορφανή,

μονάχη σου έρημη τη νύχτα νάσαι,

νάχεις κρεβάτι σου λιθάρια, γη;

" Τ' άνθη ζευγάρωσε με την ανδρειά μου,

γένου βασίλισσα κι εγώ θρονί,

στηλώσου επάνω μου..., στην αγκαλιά μου

κάθε άλλο λούλουδο θα σε φθονεί..."

Την εξεγέλασε τ' άγριο πλατάνι,

την επερίπλεξε μέσ' τα κλαριά....

Τι κρίμα, πώδωκες, ξανθό βοτάνι,

για λίγο ψήλωμα την παρθενιά!

Φτωχή κι ανύπανδρη στην ερημιά σου

μούτανε τ' άνθη σου κρυφή χαρά'

Τώρα θ' αρπάζουνε τη μυρωδιά σου

τα νέφη κι ο άνεμος πούσαι κυρά.

-------------------------------------------

Η Ξανθούλα

"Μ΄αρέσ΄η θάλασσα, γιατί μου μοιάζει,

μ΄αρέσει, σ΄άκουσα να λες κρυφά,

πότε αγριεύεται, βόγγει, στενάζει,

και πότε ολόχαρη παίζει γελά.

Δεν είν΄ολόξανθη σαν τα μαλλιά μου;

Δεν είν΄ο κόρφος μου σαν τον αφρό;

Μέσα στα μάτια μου τα γαλανά μου

δεν έχω κύματα, τάφο, ουρανό;

Μ΄αρέσ΄η θάλασσα, γιατί μου μοιάζει,

κι ας έχη μέσα της κόσμο θεριά...

Μη στην καρδούλα μου μη δε φωλιάζει

αγάπη αχόρταγη, σκληρή φωτιά;"

Κ΄εγώ εχαιρόμουνα που χολιασμένη

φαρμάκι μώσταζες μες στην ψυχή,

τη ζήλεια σου έβλεπα ξαγριωμένη,

στα χείλη σου έβραζε κάθε πνοή.

Τότ΄εκρεμάστηκα στην τραχηλιά σου

τη φλόγα σώσβυσα με δυό φιλιά,

την όψι εβύθισα μες στα μαλλιά σου,

στον κόρφο σου έστησα κρυφή φωλιά.

"Κύμα μου ανήμερο, ψυχή μου, φθάνει.

Μη μ΄αγριεύεσαι, πλάγιασ΄εδώ...

Θάμαι για σένανε γλυκό λιμάνι...

Τι αξίζει η θάλασσα χωρίς γιαλό;

-----------------------------------------------------

ΑΠΑΝΘΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ

--. «Μέριασε βράχε να διαβώ» το κύμ' ανδρειωμένο

λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο. «Ο βράχος και το κύμα»

-. Εγέρασα, μωρές παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτηςτον ύπνο δεν εχόρτασα, και
τώρ' αποσταμένος

θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστρέφεψ' η καρδιά μου. Βρύση το αίμα το 'χυσα,
σταλαματιά δε μένει.

[...]Έφαγ' η φλόγα τ' άρματα, οι χρόνοι την ανδρειά μου. Ήρθε κι εμένα η ώρα
μου. Παιδιά μου, μη με κλάψτε. Τ' ανδρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη
νιότη. ( Ο Δήμος και το καρυοφύλλι του). - Ό,τι ο Έρως έχει δέσει, ποίος
τολμά ποτέ να λύσει; «Ο κλέφτης»,

-. Σβησμένο φως στον Άδη μου σ' επήρα λυχνοστάτη. «Ο τυφλός Χορμοβίτης»

― Πάρ' ένα σβόλο, Μήτρο, και διώξ' εκείνα τα σκυλιά που μου χαλούν το φύτρο.
(Φωτεινός).

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ ΗΛΙΑ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗ

ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ ΗΛΙΑ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗ



--ΖΗΣΕ ΤΗ ΖΩΗ ΠΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΩ.

Μουσική: Γιάννης Ζουγανέλης

Πρώτη εκτέλεση: Κωνσταντίνος Μάτσικας

Λύσε τα ξανθά σου τα μαλλιά

γύρισε στο στήθος μου γλυκά κι αποκοιμήσου

Άκουσε τους χτύπους της καρδιάς

είναι ο ρυθμός που αγαπάς χτύποι δικοί σου

Ζήσε τη ζωή που νοσταλγώ

κάθε μου στιγμή σε αγαπώ είσαι δικιά μου

έχω τη μορφή σου φυλαχτό τρέμω μη σε χάσω

και χαθώ στη μοναξιά μου

Το σώμα σου ξανά θα προσκυνήσω

θα κλείσω στα σεντόνια τη στιγμή θα σε θυμάμαι

Τις νύχτες θα μαζέψω να σε πείσω

πως ζω με τη δική σου τη ζωή όπου και να΄μαι

Ζήσε τη ζωή που νοσταλγώ

κάθε μου στιγμή σε αγαπώ είσαι δικιά μου

έχω τη μορφή σου φυλαχτό τρέμω μη σε χάσω

και χαθώ στη μοναξιά μου

--------------------------------------------------------------------

- ΘΟΛΩΜΕΝΟ ΜΥΑΛΟ

Μουσική: Γιάννης Ζουγανέλης

Πρώτη εκτέλεση: Κωνσταντίνος Ματσίκας

Γεμάτο με τσιγάρα το τασάκι...

Μετέωρο το βλέμμα στον καπνό...

Νοιώθω σαν το γλάρο που βουτάει,

Μονάχος στο απέραντο κενό...

Θολωμένο μυαλό, πάλι απόψε θα πιω, να ξεχάσω...

Τελειωμένο στυλό, όσο κι αν προσπαθώ, δεν θα γράψω...

Ένα άδειο χαρτί, που ζητάει γραμμή, η ζωή μου...

Όσο φεύγω πονώ, κι όσο μένω ζητώ, τη φυγή μου...

Γεμάτο με τσιγάρα το τασάκι...

Μετέωρο το βλέμμα στον καπνό...

Νοιώθω σαν το γλάρο που βουτάει,

Μονάχος στο απέραντο κενό...

Θολωμένο μυαλό, σ' ένα χάδι πικρό, θα σε κλείσω...

Και στο ίδιο σκαμπό, πάλι απόψε θα πιω, να μεθύσω...

Ένα άδειο χαρτί, που ζητάει γραμμή, η ζωή μου...

Όσο φεύγω πονώ, κι όσο μένω ζητώ, τη φυγή μου...

ΣΗΜ 1 Ακούστε το 'Θολωμένο μυαλό'' (στίχοι Ηλιας

Γεωργάκης-μουσικη΅: Γιαννης Ζουγανέλης)- http: //www. myspace.
com/konstantinosmatsikas

ΣΗΜ 2: Τα τραγούδια περιλαμβάνονται στο cd του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΑΤΣΙΚΑ (IMG:
http: //greeksound. gr/img_songs/matsikaskfront. jpg) με τ'ιτλο ''Η ΑΓΑΠΗ
ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΠΑΝΤΑ TO ΠΡΩΙ ''.-δισκογραφική εταιρεία:
LEGEND-VIRUS-IMPACT -Ηλεκτρονική προμήθεια του cd απο τα: www. music-bazaar.
com και www. musichellas. gr

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

ΝΑΥΑΓΟΣ

Η ζωή μου βάρος

ξεχασμένος φάρος

στον ωκεανό,

κύματα τα πάθη

μη μιλάς για λάθη

σ΄ενα ναυαγό.

Δήθεν και λαμόγια

πνίγομαι στα λόγια

χώρα στο βυθό,

ακούστε με φωνάζω

φακελάκι βάζω

πάλι στο γιατρό

αχ πως να σωθώ.

Μοναξιάς μνημείο

χώρα πολυθρόνας

των τηλεκοντρόλ,

μια ζωή χειμώνας

ζούμε για το γκόλ.

Χώρα επαιτείας

τηλεαδικίας

πάθος κινητών,

χωρα των απόντων

ξένων συμφερόντων

των αλλοδαπών.

Ξένος στη δουλειά μου

χάπια τα ονειρά μου

μόνιμα απών

Χάθηκαν οι φίλοι

σώπασαν οι λίγοι

χώρα των λαθών.

Ακούστε με φωνάζω

φακελάκι βάζω

φθάνει δεν μπορώ

αχ πως να σωθώ.

-----------------------------------------------------

ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Δεν θα σου τάξω

γη και ουρανό,

Ούτε χρυσάφια,

ήλιους και αστέρια.

Θέλω μονάχα

να σου πώ

για τα χαμένα

καλοκαίρια.

Τις νύχτες

που σε κέρναγα

αρμύρα

γυρμένοι

στ' αποκούμπι

του ονείρου,

της θάλασσας

ακούγοντας

τη λύρα

Ταμένοι

στην απόγνωση

τ΄ απείρου.

Θέλω στη σκέψη σου

να γίνω

τρεχαντήρι,

στης ανοιξης

τη νιότη

να χαθώ

Ξυπόλυτοι

στου πάθους

το λιοπύρι

να σκύψω

να σου πώ

τα σ΄αγαπώ.

Nα γίνω

κοκκαλάκι

στα μαλιά σου,

στα πόδια σου

διάφανο καλτσόν

λάφυρα

να πάρω

τα φιλιά σου

δραπέτες

στο νησί

των πειρατών.

Θέλω

για πάντα

στην ψυχη σου

να αράξω

να μείνεις

μια αθάνατη

κολώνια

στο μπράτσο

τη μορφή σου

να χαράξω,

αγάλματα

να μείνουνε

τα χρόνια.

Θέλω

να μείνω

εφηβος

αιώνια

σαν ενα

διαβολάκι

που τραβάει

τα

παντελόνια.

------------------------------------------

-ZΩΗ

Μιά βόλτα ειναι η ζωή,

γλυκό μεθύσι το πρωί

έρωτας, πάθος, αφορμή

ίσως εγώ, ίσως εσύ.

Μια βίδα ειναι η ζωή

όταν τη στρίψεις θα χαθεί

ο τοίχος έχει προσμονή

στα θέλω όχι δεν θα πει.

Μια τρέλα ειναι η ζωή

πάντα γυρίζει στην αρχή,

στο τέλος νοιώθεις σαν παιδί

που το παιγνίδι αναζητεί.

Ταξίδι ειναι η ζωή

σε μια χώρα μακρυνη,

ένα λουλούδι που ανθεί

μια καλημέρα στη ψυχή.

----------------------------------------------------

ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΦΕΥΓΩ

Toν μαίστρο

θα προστάξω

το Μαγιάπριλο

θαρθώ,

τη ψυχή μου

να πετάξω,

στην Ελάτη

αετό.

Να ζητήσω

στο μελτέμι

να με φέρει

στο Νυδρί,

να πετάξω

σαν το γλάρο

Μεγανήσι,

Μαδουρή.

Να λυγίσω

σαν το πεύκο

σαν αλήτισσα ιτια,

στού Πουλιού

το τριανέμι

να κοιτάξω

τη Κυρα.

Οσο κι΄αν φεύγω

σε ζητώ

στο Ιβάρι

δειλινό

ενα βότσαλο

στο Πόρο

στη ζωή μου

είσαι δώρο,

πλατάνι

στη Καρυα,

πηγάδι

στο Φρυά.

------------------------------

Οσο κι αν φεύγω

είμαι εδώ,

ένας γλάρος

στο Βλυχό,

στους Σκάρους

κυπαρίσσι,

στο Κάβαλο

μελίσσι,

κρινάκι στην ακτή

μια στροφή

στην Εγκλουβή,

ένας φάρος

στο Λευκάτα

προσευχή

στα Λαζαράτα,

μια αυλή

στο Σπαρτοχωρι,

' μυγδαλιά

στο Σπανοχωρι,

ενα δίχτυ

στη ντουγάνα

καλοκαίρι

στη Νικιάνα.

-----------------

Λευκάδα μάνα

του πόθου σήμα.

πευκοβελόνα

στη Νηρά.

Λευκάδα μάνα

παραμάνα

στο πανωφόρι

τη χειμωνιά.

Λευκάδα κόρη

γλάρος

στην πλώρη,

στο ξεροβόρι

μια αγκαλιά

Λευκάδα πόνος

γυρίζω μόνος

με μιά κιθάρα

στην αμμουδιά.

----------------------------------------------

ΛΕΥΚΑΔΑ ΜΑΓΙΣΣΑ

Ντυμένο

ονειρο

στο μπλέ,

ψυχής

ακροθαλάσσι,

μια νύχτα

δεν θα φθάσει

για να

σ΄ονειρευτώ,

να τρέξω στα

καντούνια σου,

στις κάτασπρες

αυλες σου

και τις

ομορφιές σου

να κάνω

φυλακτό.

-------------------

Λευκάδα

μάγισσα

τα

χρόνια

χάλασα

στη ξενιτειά.

μα σε

νοστάλγησα,

κύματα

ναύλωσα

νάρθω κοντά

-----------------

Να φύγω με

μονόξυλο

στα κύμματα

του Κάστρου

και στην τροχιά

του αστρου

να σε συναντώ,

να πλέξω

με αγιοκλιμα

μνήμες

να σου στείλω

και στης

Κυράς

το μύρο

να σωθώ.

----------------

Λευκάδα

μαγισσα

φεγγάρια

δάνεισα

για να

σε δω,

Λευκάδα

μαγισσα

τσιγάρα

μάζεψα

για το

φευγιό.

-------------------------------

Το τραγούδι της Βαρκαρόλας



ΒΑΡΚΑΡOΛΑ

Στης νυχτιάς τη σιγαλιά

σχίζει η βάρκα τα νερά,

μεθυσμένο το φεγγάρι

αλητεύει στο Ιβάρι.



Έρχεται η βαρκαρόλα

ξεκινάει η καντάδα

του Αυγούστου φεγγαράδα

ομορφούλα μου Λευκάδα.

Έρχεται η βαρκαρόλα

τα μονόξυλα αμόλα

μια παρέα οι ψαράδες

με τις πίκρες φιλενάδες.

Στης νυχτιάς τη σιγαλιά

με τ' αστέρια συντροφιά,

πάμε μέχρι το Καρνάγιο

η ζωή θέλει κουράγιο,

με τραγούδια και κιθάρες

Πόντε μου, Πέντε καμάρες.

Βγάλτε δίχτυα και καμάκια

τα κουπιά ειναι μεράκια,

μια παρέα οι ψαράδες

με τις πίκρες φιλενάδες.

--------------------

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΡΟΜΗΛΙΟΣ

Και πάλι θα σε βρω σε κάποια άκρη

εκεί που ο καημός γίνεται δάκρυ,

στις βάρκες, στο Ιβάρι και στο μώλο

που βρίσκαμε μαζί το κόσμο όλο,

θα κρύψουμε στις χούφτες μας στον ήλιο

και πάλι θα σε βρω Γιάννη Σπρομήλιο.

Μαζί στα μακροβούτια στο μουράγιο

εκεί που η καρδιά θέλει κουράγιο,

θα στρίψουμε τσιγάρο με αλμύρα

καπνό θα αναστήσουμε στη Γύρα.

Στο γήπεδο θα μπούμε απ΄τη τρύπα

θα πιούμε, θα μεθύσουμε, στου Μυτα

θα δούμε στον 'Απόλλωνα' ταινίες

μαζί στα μανουάλια στις κηδείες,

θ' ανάψουμε φωτιές στον Αη Γιάννη

με τρύπια παντελόνια στο λιμάνι

ψάρεμα με σάπια καλαμίδια

προσκύνημα στα άδεια τα στασίδια

θα τρέξουμε ξυπόλυτοι στούς δρόμους

παίζοντας κλέφτες κι΄ αστυνόμους.

Κι ας λένε η ζωή δεν ειναι ωραία

εμείς πάντα θα κάνουμε παρέα,

θα ψάχνουμε φεγγάρια μες στον ήλιο

εκεί που θα σε βρω Γιάννη Σπρομήλιο.

--

ΑΠΕΝΑΝΤΙ



*Στη Βέρα για τα ατέλειωτα ταξίδια που μας χάρισε.

Xόρευε η βροχή πάνω στα τζάμια

σύννεφα σκεπάσανε τη Λάμια,

βαρύ αστραποβρόντι απ΄τη Γύρα

ξεθύμανε στους Μύλους η αλμύρα.

Τρεμόσβυνε στο Κάστρο το φανάρι

ανέβηκε ο 'Ορφέας' στο πατάρι,

διάλεξη σκαρώνει ο Κοκονιώρος

σαρώνει τα αυλάκια ο Μανιώρος.

Πάμε απέναντι ρε Βέρα

για να βρούμε τα παιδιά

η ζωή ειναι μια σφαίρα

ποτέ πίσω δεν γυρνά.

Πάμε με το πυροφάνι

το καμάκι, τη συρτή

μακροβούτια στο μουράγιο

και στου 'Πάπιου' δηλωτή.

Κι απόψε στον παράδεισο του 'Μύτα'

έρωτες και πάθη όλα πίτα,

χέρια που απλώνονται θα ψάξω

με φίλους στου 'Μουτρούκαλη' θ΄αράξω.

'Απόλλωνας' και 'Πάνθεον' στη σκέψη

όνειρα θα βλέπω ως να φέξει

κερί που άναψα και μένει

βιτρό στο ιερό Φανερωμένη.

Πάμε απέναντι ρε Βέρα

για να βρούμε τα παλιά

να γλεντήσουμε τη μέρα

Πόντε, μόλο, Αη Μηνά,

να καλέσουμε τη μνήμη

στον Ανθώνα να μας βρεί

στην σκιά των ευκαλύπτων

με το πρώτο μας φιλί.

Στρώματα θα κάνουμε τα φύκια

Κάστρο, αμμόγλωσα και ρείκια

φεγγάρι προβολέας θα μας βλέπει

κανείς δεν θα μαντέψει αυτό το στέκι.

Έρχεται ο πατέρας με τη βάρκα

νύχτα στο παζάρι για την τσάρκα,

βλέμματα σε στύση ειναι μόνο

τη νιότη μου στα χέρια θα πληγώνω.

Πάμε απέναντι ρε Βέρα

να τα ζήσουμε ξανά,

να σηκώσουμε παντιέρα

στου πελάγους τα βαθιά

εποχή πού εχει φύγει

να καλέσουμε κρυφά

και να κάψουμε τα λάθη

στ΄Αη Γιάννη τη φωτιά.

Γελασα στου Βούλη την παρλάτα

δώσε μας κυρ Σπύρο μαντολάτα,

πίσω απ' την μπάντα και στη 'Διάνα'

κλέφτες κι'΄αστυνόμοι στην αλάνα.

Φέρε γλυκά αχ μπάρμπα Αντρέα

έγιναν οι γευσεις σου σημαία,

γλέντια, καρναβάλια και ρεσάλτο

με γλυκιές καντάδες στον 'Ρεγάντο'.

Πάμε απέναντι ρε Βέρα

να γελάσουμε ξανά

στου Πουλιού την καλημέρα

στ΄Αη Γιαννιού τα δειλινά,

με τους ήλιους να μας παίρνουν

οπως φεύγουνε μαζί

και μετά όλοι να πούμε

εδώ είναι η ζωή.

------------------

TAΞΙΔΙ ΣΤΗ ΛΕΥΚΑΔΑ

Λένε πως θα σε μαγέψει

την καρδιά σου θα την κλέψει

δεν μπορείς ν΄αντισταθείς

έλα και μην καρτερείς.

Της βαρκούλας το πανί

θα μας πάει Μαδουρή,

φεγγαράδα στο Βλυχό

πάμε Κάλαμο, Καστό.

Στο Νυδρί και στα Χορτάτα

βαρτζαμι στα Λαζαράτα

Πόρος, Συβρος, Βουρνικα

Κάθισμα για μια βουτιά.

-----------------------------------------------

*Τα τοπία στη Λευκάδα

δεν υπάρχουν στην Ελλάδα

Της Λευκάδας τα τοπία

του Θεού η ευλογία.

-----------------------------

Τ΄Αη Γιανιού τα δειλινά

δεν θα βρίσκεις πουθενά

η Κυρά Φανερωμένη

στην καρδιά σου ριζωμένη.

Στα πλατάνια της Καρυάς

και στα βράχια της Νηράς

βόλτα στη Βασιλική

Μεγανήσι, Εγκλουβή.

Θα σε πιάσει απ΄το χέρι

μεθυσμένο καλοκαίρι

θα σου δείξει μυστικά

φρέσκο ψάρι στη Λυγιά.

--------------------------------

*Της Λευκάδας τα τοπία

ειναι ποίημα, μαγεία.

Τα τοπία στη Λευκάδα

ομορφαίνουν την Ελλάδα.

------------------------------------

Χρυσαφένιες αμμουδιές

και απάτητες κορφές

τα νερά της άλλο μπλέ

που δεν ειναι είδατε ποτέ.

Το γλυκό το μαϊστράλι

θα μας βγάλει Περιγιάλι

μία στάση στη Νικιάνα

πυροφάνια στη ντουγάνα.

Έγινε στο κύμα δίκη

δια βοής Πόρτο Κατσίκι

πεύκα, ρείκια και θυμάρι

κορμοράνοι στο Ιβάρι.

--------------------------------------

*Τα τοπία στη Λευκάδα

δεν υπάρχουν στην Ελλάδα

Της Λευκάδας τα τοπία

του Θεού η ευλογία.

------------------------------------------------------

Μια βραδιά στον Αι Νικήτα

οτι θα ποθήσεις ζήτα.

Εγκρεμνοί και Αγιοφίλι

Γύρα, Κάστρο να κι΄οι Μύλοι.

Με κιθάρες και καντάδες

στα καντούνια οι κυράδες

Καλαμίτσι και Δρυμώνας

δεν υπάρχει εδω χειμώνας.

Καταπράσινο νησί

στεναγμός του ποιητή

οταν ερθεις θα ενδώσεις

και με στίχους θα πληρώσεις.

-------------------------------------------------

*Της Λευκάδας τα τοπία

ειναι ποίημα, μαγεία.

Τα τοπια στη Λευκάδα

ομορφαίνουν την Ελλάδα.

-------------------------------------



ΡΕΓΑΝΤΟΣ

Μυρίζουνε τα γιούλια στα μπαλκόνια

ομηρους μας πήρανε τα χρόνια

τρέχουν τα παιδιά στα καλντερίμια

έγιναν οι μνήμες μου αγρίμια.

Mήνες οι στιγμές μου μακρυά σου

ταινία προσεχώς τα ονειρά σου

ζήσε το παρόν και μη σε νοιάζει

ελα η καρδιά σου σε διατάζει.

---------------------------------

Στου 'Ρεγάντου' την ταβέρνα

η ζωή φωνάζει πέρνα,

τρέχει μέχρι το Αθάνι

στη Λυγιά με πυροφάνι,

τριγυρίζει και στον Πόντε

ψάχνοντας τον Βαλαμόντε

για τον Βούλη το Βρεττό

το ποτήρι αδειανό.



R: Έλα απόψε στο 'Ρεγάντο'

οτι σου ζητήσω κάντο,

δυο ποτήρια άσπρο πάτο

της ψυχής μου το ρεσάλτο,

το παράπονό σου βγάλτο

με καντάδες στο 'Ρεγάντο''.

---------------------

Φέρε βαρτζαμί να πιούμε

τα παλιά να θυμηθούμε

να το Πέραμα της Βέρας

και το 'Πάνθεον' της τρέλας.

Η ζωή θέλει ξενύχτια

κι ο ΄Ρεγάντος΄' εχει δίχτυα

έτσι ζούμε στη Λευκάδα

με σημαία τη καντάδα.

TO ΑΜΠΑΛΙ

T' AMΠΑΛΙ(ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΠΑΙΓΝΙΔΙ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ)

Μονόποδα τραπεζάκια πασσαλωμένα στη γή, μακρόστενοι ξύλινοι πάγκοι, ενα μεγάλο, πηγάδι με γάργαρο νερό, γέρικες ελιές και αιωνόβια πλατάνια μαζί με ενα μακρόστενο μικρο γήπεδο δίπλα σε ενα γραφικό καφενεδάκι. Το σκηνικό παραπέμπει σε πίνακα ζωγραφικής. Ήταν το καφενείο του ΄Πάλλα', στη Νεάπολη, δίπλα στο γήπεδο. Το εξοχικο καφενειο ειχε ζωη περισσότερο απο 1ΟΟ χρονια -προτου κλεισει -και το ονομα του μαζι με την τοποθεσία το πήρε απο τον ιδιοκτητη του(' στου Πάλλα''). Αργότερα πέρασε στον μπαρμπα Αλεκο με τα μουστάκια και μετά στους αδελφούς Σταματέλου(το Θόδωρο και το Βαγγέλη) και το κράτησαν αργοτερα ο Μητσος, ο Γρηγόρης και ο Θανάσης Μαλακάσης.

Εδώ ήταν παλιά ένας όμορφος περίπατος. Οι μερακλήδες μπρανελλοι έπαιζαν τ΄αμπαλι(ενα παιγνίδι με ξύλινες μπάλες) πίνοντας τη σουμάδα τους (σσ ένας πυκνόρρευστος χυμός από πικραμύγδαλο και ζάχαρη που αραιώνεται σε νερό και συνοδεύεται με παξιμάδια). Εδώ οι θαμώνες παρακολουθούσαν τους παίκτες και μάλιστα έβαζαν και στοιχήματα μέσα σε ενα φοβερό σκηνικό με ντόρο, καλαμπούρια, γκριμάτσες και πειράγματα. ''Ω ψ'χη μ΄ σμπούκιο'', φώναζε ο Μπρούμ΄ς. Ήταν όλοι εκεί. ο Γιάννης ο Κάλιας, ο Αλέκος Μπουρσινός, ο ανεπανάληπτος Σπύρος Ανυφαντής(Μπρούμης), ο Γαγάς, ο Τασος Βαγενάς, ο
Χρηστος Τετράδης, ο Κώστας Ματαράγκας, ο Τασος Δρακόπουλος, ο Πάνος Καραβίας-Κοντοπίθιας, ο Φάνης Ανυφαντής(Μπρούμης), ο Νικος Σάντας, ο Νικος Κατωχιανός-Σφυρής, ο Μεμάς Τζεφρώνης-Αλογος, ο Βασίλης Κάλλιας, ο Φανούρης Μήτσουρας και τόσοι άλλοι.

Τ΄αμπαλι, λοιπόν, ήταν ενα παιχνίδι στο οποίο το μυστικό βρίσκεται στις ξύλινες, ειδικές, μπάλες. Σε κάποια παραλλαγή του το ίδιο παιχνίδι μπορεί κάποιοι να το έχετε δει στη Γαλλία ή την Ιταλία. Τ' αμπαλί στη χώρα μας κρατάει από τα χρόνια της ενετοκρατίας. Η μπάλλα στο «αμπαλί» είναι κατασκευασμένη από σκληρό ξύλο για να αντέχει στα χτυπήματα. Το καλύτερο ξύλο είναι το ξύλο μεγάλου χοντρού πουρναριού, που το αφήνουν να ξεραθεί για πολλούς μήνες και μετά το «μουλιάζουν» στη θάλασσα για να σφίξει και να «δέσει» καλύτερα. Ο τόρνος τελειοποιεί την μπάλα που, ύστερα από κάθε αγώνα, μπαίνει στο νερό για να μείνει σφιχτή και βαριά. Οι μπάλες για τ' αμπαλί δεν είναι ολοστρόγγυλες. Έχουν «τιμόνι». Δηλαδή έχουν ένα ελαφρώς ελλειπτικό
σχήμα και σε ένα σημείο μια υποψία «μύτης» που την λένε τιμόνι, γιατί αυτό καθορίζει την τροχιά της μπάλας. Το παίξιμο στο αμπαλί είναι απλό: Οι παίκτες δημιουργούν δύο ομάδες. Στέκονται στην μια άκρη του γηπέδου και ρίχνουν προς την άλλη το μπαλάκι, το οποίο το λένε τ' αμπαλί. Με τις μεγάλες, ξύλινες μπάλες, προσπαθούν να πάνε όσο πιο κοντά στο αμπαλί. Κάθε φορά που η ομάδα πλησίαζε τ' αμπαλί περισσότερο από την αντίπαλη, έπαιρνε έναν πόντο και συνέχιζε η άλλη μέχρι να λήξει η παρτίδα στους 11 πόντους. Αλλά οι παίκτες δεν προσπαθούν απλά να πλησιάσουν τ' αμπαλί. Μπορούν να το
χτυπήσουν, να το σπρώξουν, να το απομακρύνουν από την άλλη ομάδα(΄σμπούκιο'). Ή ακόμη να το χτυπήσουν και να απομακρύνουν κάποια μπάλα της. Το γήπεδο του παιγνιδιού ήταν ενα παραλληλοεπιπεδος χωρος, 30 μέτρα μήκος και 15 περίπου φάρδος, σκαμμένος μέχρι 20 εκατοστά κατω απο την επιφάνεια που εδάφους, με το χείλος της περιφέρειας του ομαλά 'φινιρισμένο' προς το κέντρο της πίστας, που ήταν στρωμένη απο πατικωμένο αργιλόχωμα.Φυσικά όλοι ξέρουμε οτι το γηπεδάκι και το καφενείο σήμερα δεν υπάρχουν.
Παρά την προσπάθεια που έγινε τη δεκαετία του 1980 για να ξαναζωντανέψει αυτη η όμορφη περιοχή και να αναβιώσει το παιγνίδι, αυτοί που δήθεν '΄κοπτονται'΄για τη Λευκάδα αγνόησαν προκλητικά τις 4000 υπογραφές(για τις οποίες βοήθησα κι εγώ να μαζευτούν μαζί με άλλους Λευκαδίτες). Σκεφθείτε τι θα γινονταν σημερα απο τους τουρίστες αν λειτουργήσε ο ''Πάλλας''.. Τέλος να θυμισω οτι απο το 1998 ο πρωην δήμαρχος Ηλιούπολης (Λευκαδιτης) Θόδωρος Γεωργάκης αναβιωσε το παιγνιδι με την κατασκευή γηπέδου εξω απο τα γραφεια του συλλογου Λευκαδιων Ηλιούπολης( υστεραπολλα χρόνια στις 5/4/1998 το παραδοσιακό, παιχνίδι, τ' αμπαλί, ξαναζωντάνεψε στην Ηλιυπολη-με τους ίδιους παίκτες, τον Σπύρο Βαγενά και τον Χρήστο Τετράδη- που ηρθαν ειδικά απο τη Λευκάδα για αυτη την εκδηλωση ).

ΤΗΛΥΚΡΑΤΗΣ: ΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ

ΤΗΛΥΚΡΑΤΗΣ: ΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ

.

. Ο πρώτος αθλητικός όμιλος στη Λευκάδα ιδρύθηκε το 1925 από μαθητές του
γυμνασίου και είχε το όνομα ''Σαπφώ'.(διατηρηθηκε μέχρι το 1926). Με το ΝΔ
1926 συστήθηκε Διεύθυνση Εθνικής Φυσικής Αγωγής (ΔΕΦΑ). Έτσι δόθηκε στους
νομάρχες το δικαίωμα να ιδρύουν συλλόγους Εθνικής Φυσικής Αγωγής(ΣΕΦΑ). Με
βάση αυτό το ΝΔ ιδρύθηκε στη Λευκάδα(από τη Νομαρχία Πρεβέζης) ο σύλλογος
Εθνικής Φυσικής Αγωγής 'ο Τηλυκράτης'(χρονολογία ίδρυσης 3-5-1927). Ο πρώτος
'Τηλυκράτης' ήταν ο μόνος ΣΕΦΑ και ήταν Σύλλογος Εθνικής Φυσικής Αγωγής,
αρχικά με τμήμα αθλητισμού στίβου, ποδοσφαίρου κλπ αθλοπαιδιών και τμήμα
εκδρομικό και κολύμβησης. Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο του Τηλυκράτη
αποτέλεσαν οι: Χριστ. Λάζαρης, Αναστ. Μανούδης, Ιωάννης Σταματέλος,
Θρασύβουλος Αραβανής και Τάκης Καλυβιώτης. Η δράση του συλλόγου αρχίζει από
το 1928 με πρώτο γυμναστή στον Ευστάθιο Σάντα. Κατά διαστήματα στα επόμενα
χρόνια ιδρύθηκαν διάφοροι άλλοι όμιλοι οι οποίοι στη συνέχεια συγχωνεύθηκαν
στο Τηλυκράτη. Εχει για χρώματα το μπλε και το κόκκινο, που συμβολίζουν δύο
μεγάλες αγάπες των Αγιομαυριτών. Το μπλε την Ελλάδα και το κόκκινο το
ποδόσφαιρο. Στις φανέλες, στο αριστερό μέρος υπάρχουν τα κεφαλαία γράμματα
ΤΛ που σημαίνουν Τηλυκράτης Λευκάδας.

Το ονομα του Τηλυκράτη('ο άνθρωπος που κρατεί μακρύ δόρυ») ανήκει σε
Λευκαδίτη πλοίαρχο(εδώ ο ιστορικός Παν. Ροντογιάννης βάζει ερωτηματικο για
το αν ήταν πλοίαρχος) ο οποίος διακρίθηκε ιδιαίτερα στη ναυμαχία στους
'Αιγός Ποταμούς'(στα τέλη Αυγούστου του 405 πχ) οπου καταστράφηκε οριστικά η
Αθηναϊκή δύναμη. Τον Τηλυκράτη εικονιζε ο ένας από τους λαμπρούς εκείνους
ανδριάντες των 'ναυάρχων', που οι νικητές στήσανε στους Δελφούς μετά τη
ναυμαχία(Παυσανίας 10.9,4):<<'Λακεδαιμονίων δε απαντικρύ τούτων αναθήματα
εστίν επ΄Αθηναίων, Διόσκουροι και Ζεύς και Απόλλων τε και ΄Αρτεμις..
Ανάκεινται δε και όπισθεν των κατειλεγμένων, όσοι συγκατειργάσαντο τω
Λυσάνδρω τα εν Αιγός ποταμοίς ή αυτών Σπαρτιατών ή από των συμμαχησάντων
εισί δε οίδε εκ δε Αμβρακίας και Κορίνθου τε και Λευκάδος Τηλυκράτης και
Πυθόδοτος Κορίνθιος και Αμβρακιώτης Ευαντίδας..>>>'''.

Η μακρόχρονη πορεία του Τηλυκράτη στα ποδοσφαιρικά πράγματα είχε και κάποιες
μεταπτώσεις για την ομάδα. Το 1963 με στόχο την εκπροσώπηση του λευκαδίτικου
ποδοσφαίρου σε μεγαλύτερες κατηγορίες (κυρίως στη Β' Εθνική) ο Τηλυκράτης
συγχωνεύτηκε με τη δεύτερη μεγάλη ομάδα της Λευκάδας, τον Λευκάτα (είχε
ιδρυθεί το 1951), και έφτιαξαν τον Παλλευκάδιο. Το δικτατορικό καθεστώς των
στρατοκρατών έδωσε στον σύλλογο το όνομα «Φοίνικας» Λευκάδας. Τις πρώτες
ημέρες της μεταπολίτευσης το 1974, η ομάδα πήρε και πάλι το πραγματικό της
όνομα, Τηλυκράτης, που συνεχίζει την πορεία της με επιτυχία. Και εφέτος
(2009)αγωνίζεται στη Δ'΄Εθνικη δηλαδή στο Περιφερειακό Πρωτάθλημα

Η κορυφαία στιγμή στην 82χρονη ιστορία του Τηλυκράτη(εκτός από την κατάκτηση
κυπέλων στην περιφέρεια της Ηπείρου) ηταν η προσπάθεια του το 1975 να βρεθεί
στη Β' Εθνικη-επαγγελματική- κατηγορια. Στις 20 Μαρτιου του 1975 -ως
πρωταθλητής του Νοτίου Ομίλου Ηπείρου- αρχισε από το Γύθειο τους αγωνες
διαβαθμισεως για τη Β' Εθνικη κατηγορία. Εκει νικησε με 2-1 τον Πανγυθειακό.
Το πρωτο γκόλ πέτυχε ο Πάνος Πολίτης στο 12' με σούτ εξω από τη μεγάλη περιοχή. Στο 17' ισχυρότατο σούτ του Κολογγιού προσεκρουσε στο δοκάρι. Στο 76' ισοφάρισε ο Χατζάρας του Πανθυγειατικου και στο 87΄εσημειωσε το νικητηριο τέρμα ο Γιώργος Χρήστου με κεφαλιά κατόπιν σέντρας του Γαντζία.. Η συνθεση ηταν Κόγκας, Γατζίας, Καράμπαλης, Σκληρός, Φούκας, Γιωργος Πολίτης(ο Νταϊντας που εφυγε προσφατα απο τη ζωή), Λογοθέτης, Γράψας, Πάνος Πολίτης, Ε. Θερμός,. Κολογγιός. Στο 73' λογω τραυματισμου ο Γράψας αντικαταστάθηκε από τον Γ. Χρήστου ενώ ο Θερμός αντικαταστάθηκε από τον Γραμματικόπουλο.
Μετα από μια σειρά νικηφόρων αγώνων(πχ 5-0 επι της ΑΕΚ Τριπόλεως) ερχεται στις 14/5/1975 ο ιστορικός αγωνας στην Αθήνα(γηπεδο Ηλιούπολης) με τον Αγιο Δημητριο(Μπραχάμι). Ο αγωνας αυτος ηταν ιδιαιτερα κρισιμης σημασίας αφου με μια νικη επι του πανίσχυρου Αγιου Δημητρίου ειχε μεγάλες πιθανότητες να βρεθεί στη Β΄κατηγορία του επαγγελματικου πρωταθλήματος.. Τον αγωνα παρακολουθησαν περιπου 1200 Λευκαδίτες (αριθμός-ρεκόρ ) μεταξυ των οποίων και συσσωμο το ΔΣ του συλλογου Λευκαδιων Αττικης το οποίο το ιδιο βραδυ παρεθεσε δειπνο στην αποστολή του 'Τηλυκράτη' -στην ταβέρνα 'Σβίγγος' στην Κυψέλη. Ο αγωνας ηταν συναρπαστικος αλλα παρά την μεγάλη προσπάθεια η Λευκαδίτικη ομάδα ηττηθηκε με 2-0(Πάτσης 19', Φωτουλάκης 87'). Οι αθλητικες εφημερίδες της εποχής εγραψαν για τον 'Τηλυκρατη': '''Τρομερη ομάδα με
δεμένη αμυνα, εξοχο κεντρο και επίθεση φωτιά, είναι ένα συγκρότημα με μεγάλες αξιώσεις''. Στους διακριθέντες της αναμέτρησης ηταν οι: Γράψας, Λογοθέτης, Παν.Πολίτης και Χρήστου.

Για μια εξαετία παρακολουθούσα όλους τους αγώνες του ως ανταποκριτής των
αθλητικών εφημερίδων της Αθήνας. Θυμάμαι ότι ήταν καταπληκτικοί
ποδοσφαιριστές: ο Πάνος Πολιτης, ο Γιώργος Πολίτης, o Πανος Σκληρός, ο Λακης
Αρωνης, Γερασιμος κολογγιός, Θωμάς Γληγορης, Χρηστος Γατζιας, Πανος Χαλκιας,
Ανδρεας Κολοκας, Εκτωρ Θερμος, ο Γιώργος Χρήστου, Ο Σπυρος Φουκας, ο Ζωης
Λογοθέτης, ο Θανάσης Γράψας, ο Λάμπρος Φούκας, και τόσοι άλλοι που ας με
συγχωρήσουν αν τους ξέχασα. Λευκαδίτες ποδοσφαιριστές που ίδρωσαν, μάτωσαν
για τη φανέλα, χωρίς οικονομικά κίνητρα αλλά με όπλο την αγάπη τους για το
άθλημα και τη Λευκάδα μας.

TΩΝ ΜΠ(ΟΥ)ΡΑΝΕΛΩΝ Η ΦΥΛΗ

Οι μπουρανέλλοι(μπρανέλοι) αυτοί οι διαφορετικοί χαρακτήρες, γνήσιοι, πνευματώδεις, με κουλτούρα και με ενα μοναδικό χιουμορ. Πρόκειται για προσωνυμία των κατοίκων της πόλης η οποία δόθηκε στην εποχή των Βενετσάνων (1648-1797).Στη Βενετία υπάρχει το νησί BURANO(με την περίφημη σχολή των δαντελιέρων) το οποίο απέχει μισή ώρα απο το νησί Μουράνο(διάσημο κέντρο υαλουργίας απο τον 11ο αιώνα). Oι κάτοικοι του λέγονται και σήμερα μπουρανέλοι.(buranelli). Μερικοί απο τους ψαράδες του Μπουράνο ήρθαν και στη Λευκάδα οπου βρήκαν μια κατ΄εξοχη πόλη φτωχοψαράδων και τους έδωσαν το όνομα τους. Το προσωνύμιο δόθηκε αρχικά στους ψαράδες της πόλης καθώς και της Πρεβεζας. Με την πάροδο του χρόνου ονομάστηκαν έτσι όλοι οι ψαράδες και κατ΄εκταση χλευαστικώς απο τους κατοίκους των χωριών όλοι οι κάτοικοι της πόλης. Την εκδοχή αυτή για
την προέλευση της προσωνυμίας την υποστηρίζει τόσο ο Πανταζής Κοντομίχης οσο
και ο Τάκης Μαμαλούκας. Η άλλη εκδοχή υποστηρίζει οτι η προσωνυμία μπουρανέλος προέρχεται απο τη λατινική λέξη urbanus που σημαίνει ευγενής, αστικός(στα Ιταλικά urbano με τίς αυτές ερμηνείες) που με την κατάληξη -ελος γινεται urban-έλος, δηλαδή ο ευγενής, ο κατοικος της πόλης που το χρόνο θα παραφθαρεί σε Μπουρανέλο, για να καταλήξει οπως ακουγεται σήμερα: Μπρανέλος. Ωστόσο αυτη η εκδοχή απορρίπτεται γιατι σε καμια αλλη πόλη της Ελλάδος-ιδιαίτερα στα Επτάνησα οικάτοικοιλεγονταιΜπουρανέλοι.Πάντως αυτο που πρέπει να επισημάνω ειναι οτι πριν μερικά χρόνια επισκεπτόμενος το Μπουράνο( μετά το Μουράνο) εμεινα εκπληκτος με την ομοιότητα του νησιού σε συγκριση με την πόλη της Λευκάδας.
Το σιγουρο ειναι οτι και σημερα η προσωνυμια μπρανέλος δεν εχει εξαλειφθεί
παρόλο που χάνονται οι παλιοί χαρακτηριστικοι μπρανέλοι.

ΣΠΥΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΑΣ -ΠΑΝΑΓΟΣ

ΑΒΑΝΤΙ ΣΤΙΣ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ



''Όμορφο πάλι

το Καρναβάλι

θα το περάσουμε.

Και μέσ' στη ζάλη

κάθε μας χάλι

θα το ξεχάσουμε....'

Καρναβάλι σημαίνει ξαφάντωμα, σημαίνει κέφι, χορός, σημαίνει ΄Πάνθεον΄, βαλς, ταγκό, μαζούρκες. Κι επειδή όλα αυτά πλέον δεν υπάρχουν - έφυγαν ανεπιστρεπτί μαζί με την όμορφη παλιά, Λευκάδα-αφιερωνω τη σημερινή στήλη στον μεγάλο Λευκαδίτη συγγραφέα και δημοσιογράφο τον Σπύρο Φιλιππα-Πανάγο που (μεταξύ άλλων το 'Αβάντι΄το περίφημο ποίημα για το λευκαδίτικο καρναβάλι που σήμερα όλοι μας τραγουδάμε. Το κειμενο που ακολουθεί ήταν η ομιλία μου στην εκδήλωση που οργάνωσε στην Αθήνα η Εταιρεία Λευκαδικων Μελετών για Λευκαδίτες δημοσιογράφους που δεν βρίσκονται πια ανάμεσα μας.

''Το σίγουρο ειναι οτι ο τιμώμενος ποιητής και δημοσιογράφος δεν θα μπορούσε
να εκφραστεί στη σύγχρονη εποχή οπου κυριαρχεί ο φθόνος, η ανασφάλεια και η
υποκρισία. Σε μια εποχή που επιβραβεύεται η αμάθεια και η ημιμάθεια, οπου
επιβιώνουν οι 'κολητοι' και τα λαμόγια και χειροκροτούνται τα τηλεοπτικά
ψώνια. Κι΄αυτο γιατί ο Σπύρος Φιλιππας Παναγος ήταν ένας ευαίσθητος και
αληθινός χαρακτήρας, έντιμος, αυθεντικός, ατόφιος, καθαρός όπως τα βότσαλα
στη Γύρα. Ήταν πρωτα φίλος και μετά πατέρας. Είχε προμετωπίδα το συμφέρον
της Λευκάδας. Για τη Λευκάδα γεννήθηκε, έζησε, πικράθηκε, πάλεψε, εγραψε.
Για τη Λευκάδα που τώρα τον κοιμίζει στην φιλόξενη αγκαλιά της. Και ευτυχώς-
έστω με καθυστέρηση-η Εταιρεία Λευκαδικων Μελετών τιμά αυτον τον σπουδαίο
Λευκαδίτη.

Ο ποιητής έζησε το πόλεμο του 1940 αλλά και τον εμφύλιο, τις στερήσεις, τη φτώχεια και τις κακουχίες. Κι εδώ επιτρέψτε μου να επισημάνω το φαινόμενο της κοινωνικοπολιτιστικης υπέρβασης της Λευκάδας κατά τη δεκαετία του 1950. Αναφερόμαστε λίγα χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου αλλά και μετά το μεγάλο σεισμό του 1948 που έπληξε το νησί. Αβεβαιότητα, ρευστότητα, αγώνας για επιβίωση, μετανάστευση αλλά και αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας συνέθεταν ενα θολό τοπίο. Η μικρή Λευκάδα βρήκε την ταυτότητα της στον πολιτισμό. Παρά τη φτώχεια και την εσωστρέφεια της επαρχίας.

Η ιστορική 'Φιλαρμονική' με τις μοναδικές συναυλίες της. Ο μουσικοφιλογικός όμιλος 'Ορφέας' με τη χορωδία και τη μαντολινάτα με τον Νίκο Θάνο-Μορίνα αλλά και την Αγνή Μπάλτσα. Το παράρτημα του Εθνικού Ωδειου με την αείμνηστη φιλόλογο Νιτσα Παπαδάκη-Σταυρακα και τον βιρτουόζο βιολιστή Φώτη Βλάχο που προσφυώς του δόθηκε το προσωνύμιο 'Παγκανίνι'. Και φυσικά υπήρχαν στην κορύφωση τους οι περίφημες Γιορτές Λόγου και Τέχνης και στη συνέχεια το διεθνές φολκλορικό φεστιβάλ με τις οποίες η μικρή Λευκάδα έδωσε στο πανελλήνιο μαθήματα πολιτισμού. Φιλολογικά πρωινά και συναυλίες στο θρυλικό 'Πανθεον ' αλλά και στην κεντρική πλατεία. Μια έντονη πολιτιστική και πνευματική κίνηση που κανείς δεν θα μπορούσε να διανοηθεί οτι θα
ανατπυσόνταν σε ενα φτωχό νησί-τον μικρότερο νομό της χώρας- μέσα σε τόσα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα. Ο εθελοντισμός και η συλλογικότητα ηταν αναπόσπαστα κομμάτια αυτής της εποχής. Και ο Σπύρος Φιλιππας-Πανάγος ηταν ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της.

Γεννήθηκε το 1906 στη Λευκάδα. Ήταν γιος του γιατρού και πολιτευτή Πέτρου Φιλιππα-Παναγου, πρωτεργάτη της συνεταιριστικής ιδέας στο νησί και ιδρυτή του ΤΑΟΛ. Απο μικρός έδειξε την κλίση του στην λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία. Αποφοιτώντας απο το γυμνάσιο Λευκάδας γράφθηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Η ποίηση -και ιδίως το σονέτο-ηταν η μεγάλη του αγάπη. Τυπωσε τις ποιητικές συλλογές ' Ελεύθερη Ψυχή' το 1945, 'Απ΄τον πόνο και πέρα' το 1948, 'Σοννέτα' το 1953. Επιλογή απο το ποιητικό του έργο ειναι το βιβλίο του 'Νικημένοι Πόνοι΄το οποίο εκδόθηκε το 1964. Επίσης το 1969 κυκλοφόρησε τη συλλογή με τοπικά ανέκδοτα με τίτλο 'Λευκαδίτικο Γέλιο'. Ασχολήθηκε και με το θέατρο. Εγραψε το 1948 'Εχει πατρίδα ο ερωτας; '' καθώς και την επιθεώρηση 'Σεισμός
και Ανοικοδόμηση' την ιδια χρονιά. Ο 'Σεισμός κι΄Ανοικοδομηση' ανέβηκε στο
'Πάνθεον' και είχε τεράστια επιτυχία αφού με χιουμοριστικό τρόπο αφηγούνταν
τα δεινά που άφησε στο διάβα του ο εγκέλαδος. Κι αυτή ηταν η ιδιαιτερότητα
των μπρανέλων. Το χιούμορ, ο αυτοσαρκασμός, η διαφορετική προσέγγιση της
ζωής, ο ιδιορρυθμος τρόπος σκέψης. ''Η Λευκάς κύριε έχει 35000 ηθοποιούς'' απάντησε κάποτε στον Φρεντι Γερμανό όταν αυτός είχε μεινει έκπληκτος με το Λευκαδίτικο πνεύμα.

Παράλληλα ο Σπύρος Φιλιππας-Πανάγος υπήρξε εκδότης και διευθυντής τοπικών εφημερίδων. Το 1935 τον συναντάμε στη 'ΦΩΝΗ' δισέλιδη σε μεγάλο σχήμα. Το 1952 εκδίδει την 'ΦΩΝΗ της ΛΕΥΚΑΔΑΣ' Η αγάπη στη Λευκάδα ηταν μοναδική. Διετέλεσε έπαρχος, πρόεδρος της Λιμενικής Επιτροπής, πρόεδρος στον Όρφέα' αλλά και στη Φιλαρμονική', πρόεδρος δημοτικού συμβουλίου αλλά και υποψήφιος
δήμαρχος. Απο το γάμο του με την Κατερίνα Σκυριανού απέκτησε 4 παιδιά. Ανάμεσα τους και ο αείμνηστος ζωγράφος Πέτρος Φιλιππας-Πανάγος του οποίου οι ακουαρέλες με Λευκαδίτικα τοπία ειναι άξιες θαυμασμού. Αλλά και ο φίλος κιθαρίστας Μιχάλης, που τον ακούμε τα καλοκαιρινά μας βράδια στην ταβέρνα του 'Ρεγάντου' στη Λευκάδα.

Ήταν ενα σπάνιο ταλέντο. Και χαρακτηριστικός τυπος της παλιάς Λευκάδας Η ποίηση αποτέλεσε την ουσιαστική του ασχολία. Αλλά και την μεγάλη του αγάπη. Δεν ειναι άλλωστε τυχαίο που ο μεγάλος Λευκαδίτης ηθοποιός και μαθητής του ο Ηλίας Λογοθέτης έδωσε το εξετάσεις για ηθοποιός στη σχολή του Κάρολου Κούν με δυο μικρά ποιήματα του Παναγου, την ' Κόρη του Χατζή' και τη 'Ζήλεια':

'Θάναι πολύ μικρό το βουναλάκι μας,

λιγόφυλλα τα δέντρα του κι΄ανάρια,

χωρίς αηδόνια πάνω στα κλωνάρια,

και θα χωράει μόλις σπιτάκι μας...'

............................................................................

Κάθε του λέξη ένα κάλεσμα, εν' άγγελμα κι αγκάλιασμα μαζί. Κάθε του λέξη μια
γιορτή. Ενα προσκλητήριο στην αμόλυντη ομορφιά του νησιού μας, στους ανθρώπους του, στους αγρότες, στον έρωτα, στη ζωή.

Το αγαπημένο του ποίημα έχει το τίτλο 'Χωρίς τους άλλους':

'Βαρύ να ξέρεις μόνος σου πώς ζείς...

το βάρος μιάς ζωής να φέρνεις μόνος..

Χωρίς ιστούς αγάπης και στοργής...

Τα πόδια να σ΄ενώνουν με τη Γής...

Σε νού για σέ να μην υπάρχει θρόνος.

....................................................................

Ο ίδιος εγραψε: '' 'Πιστεύω στη ζωή και θαυμάζω την ομορφιά της. Δεν θεωρώ κυρίαρχο το πόνο. Μπορεί κ΄ευτυχία να γεννήσει η δοκιμασία του, σαν αντιμετωπισθεί θαρρετά απο το χρέος. '' 'Ο ποιητής πιστεύει στη δύναμη των λέξεων και στην αλήθειά τους, στο άψυχο υλικό που γίνεται έμψυχο, στην έκπληξη που εγκυμονεί το θαύμα. Εντυπωσιακή η ευαισθησία του με τα σονέτα σε επικήδειους. Εγραψε για το θάνατο του ποιητή
Δημήτρη Γολέμη:

'Αδικα δεν ετρίξαν οι σκαρμοί,

κι ούτε φυσήξαν μάταια οι ανέμοι.

Ετσι δεν πήγαν μήτε οι χαλασμοί

-με τα στοχειά του πελάγου οι πολέμοι.

.............................................................

Μονόξυλο, με σάβανο πανί

την έκανες την κλίνη τη στερνή

να πάς εκεί π΄αρχίζει ο ουρανός.

. Και δίχως χάρο διόλου να λογιάσεις

εμπόρεσες στ΄αλήθεια ζωντανός

τα σύνορα του κόσμου να περάσεις'''.

Αλλα και η Λευκαδολατρία του ειναι χαρακτηριστική στο έργο του. Εγραψε:

''Νησί, η γής σου

και οι γυιοι σου για μένα

ειναι ένα-

εσύ''.

Πολλά ειναι τα ποιήματα του για την κατοχή, για τον πόλεμο, για την πατρίδα, για τον άνθρωπο, τη μετανάστευση, για την αδικία. Για φίλους και συγγενείς που εχασε. Εκεί όμως που ξεδιπλώνει το ταλέντο του ειναι στο ποίημα του 'Αβάντι' οπου αποτυπώνει το αποκριάτικο ξεφάντωμα στην παλιά και φτωχή Λευκάδα:

'Όμορφο πάλι

το Καρναβάλι

θα το περάσουμε.

Και μέσ' στη ζάλη

κάθε μας χάλι

θα το ξεχάσουμε.

.........................

Λευκάδα, αφέντρα

σε πέντε κέντρα

καρναβαλίζεσαι.

Κι απο την πείνα

κανένα μήνα

θα βασανίζεσαι.

..................................................

Παντως θα ηταν λάθος να μην σταθώ και στην πληθωρική του προσωπικότητα. Ιδιοφυής, ετοιμόλογος, με σπάνια ευφράδεια, υπερήφανος, ισορροπιστής, με μοναδικό χιούμορ, καλοφαγάς, ευχάριστος συνομιλητής και με απέραντη μνήμη. Με αξιοθαύμαστη μιμητική ικανότητα. Και με δύναμη στη ψυχή του. Ενας αρχοντας. Πράος χαρακτήρας με φιλοσοφική διάθεση. Πιστευε οτι οι ιδέες και οι διαφορετικες αποψεις δεν πρέπει να χωρίζουν αλλα να ενώνουν τους ανθρώπους. Στη θέση της στείρας αντιπαράθεσης επέλεγε τον σαρκασμο. Αλλωστε ας μην ξεχνάμε οτι ο αυτοσαρκασμός ειναι το χαρακτηριστικο γνωρισμα των μπουρανάλεων.
Θρυλικές εχουν μεινει οι διαλέξεις και τα ξενύχτια στου 'Μουτρούκαλη' στην παραλία της πόλης. Εδω ξενυχτούσε η ανήσυχη Λευκάδα της εποχής. Με φάρσες, μπιλιάρδο, καλαμπούρια, φιλοσοφικές συζητήσεις και με πρωταγωνιστή, πάντα, τον Σπύρο Φιλιππα-Πανάγο. Ακόμη και σήμερα οι ιστορίες που αφηγούνται οι νεότεροι ειναι απολαυστικες.

Ο Σπύρος Φιλιππας-Πανάγος πέθανε το 1973. Το τσιγάρο τον σκότωσε. 'Μια φορά το άναψα αλλά δεν το έσβησα ποτέ΄', ηταν η αφοπλιστική απάντηση που έδωσε στον γιατρό.

Έφυγε φτωχός. Φτωχός γιατί όλη του η ζωή ηταν μια προσφορά στα κοινά, στη Λευκάδα που τόσο αγαπούσε αλλά και στην ποίηση. Μένει όμως πλούσιος στις καρδιές μας για το μεγάλο συγγραφικό του έργο αλλά και τη μοναδική του προσωπικότητα. Κλείνω με ενα δικό του στίχο:

''Καλή για μάς η τύχη και για σένα

βοήθησε πολύ με την στοργή της

να ζείς και να πεθάνεις Λευκαδίτης''...

(ΟΜΙΛΙΑ ΗΛΙΑ ΓΕΩΡΓΑΚΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΕΥΚΑΔΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΣΤΙΣ
27-11-2006 ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΦΙΛΙΠΠΑ-ΠΑΝΑΓΟ )






Lefkada Blogs

ΤΟ ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ

ΤΟ ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ



"Εντάξ' ψ'χούλα μ' και καλ'νύχτα σ΄τώρα και νά ΄μαστε, καλά να ματάρτομε
σ΄τ΄χάρ΄τς, τς κυρά Φανερωμέν΄ς μας '. Tο γλωσσικό ιδίωμα της Λευκάδας
διαφέρει σε πολλά απο το γλωσσικό ιδίωμα των άλλων νησιών του Ιονίου, έχει
βορειοελλαδίτικο φωνηεντισμό και ειναι απόρροια του εύθυμου χαρακτήρα των
Λευκαδιτών τόσο στην πόλη όσο και στα χωριά. Ακόμη και σήμερα στη Λευκάδα
χρησιμοποιούν ιδιωματικές λέξεις και τις προφέρουν με το γνώριμο αργόσυρτο
και αλέγρο υφος, με σήμα κατατεθέν τη συγκοπή συμφώνων.

'Ας δουμε ομως ορισμένες χαρακτηριστικες λέξεις απο το Λευκαδιτικο γλωσσικο
ιδιωμα:

Αβανιά = βλάβη, συκοφαντία, Αβάντα = βοήθεια, στήριγμα, Αβαντσάρω = έχω να
λάβω από κάποιον, μου χρωστάνε, Αβαράρω = απωθώ το πλεούμενο, Αβάρετος =
ακούραστος, Αβαρία = ζημιά, Αβασκαίνω = ματιάζω, Αβασκαντήρα = μικρό
χρωματιστό κοχύλι αποτρεπτικό του ματιάσματος, Αβγατίζω = αυξάνω Αβγοκόβω =
ρίχνω στη σούπα ή άλλο φαγητό μείγμα αυγού ή λεμονιού, Αβέρτο = ελεύθερο,
ανοιχτό, Βαβά = γιαγιά, Βαγένι = βαρέλι κρασιού, Βαζούρα = λιποθυμία, Βαϊζω
= λυγίζω, γέρνω, Βαντάκα = στίβα ρούχων, Βαντιέρα = δισκος σπιτικός για
σερβίρισμα αλλά και για άλλες χρήσεις, Βαρυγομάω = αγανακτώ, δυσφορώ,
Βελέντζα = μάλλινο κλινοσκέπασμα, Βεντερούγα = κύρτωμα της σπονδυλικής
στήλης, Βεράγκι = σπίτι ανοιχτό και αφύλαχτο, Βολά = φορά, Βολεί = χωράει,
επιτρέπεται, Βουρλίζω = αγανακτώ κάποιον,, Γαδίνι = σουπιέρα, Γαλουρίζω =
χαριεντίζομαι με βρέφος, Γάνα = μουντζούρα, Γαρδέλι = καρδερίνα, Γαρμπής =
νοτιοδυτικός άνεμος, Γατσούλι = γατάκι, Γεννητσούρια = γέννηση, Γεροκομάω =
περιποιούμαι κάποιον στα γεράματά του, Γήπατα = ψυχικό θάρρος, Γίκος =
σύλοχο χοντρόρουχων διπλωμένα με τάξη πάνω σε κασέλλα, Γιομα = μεσημέρι,
Γκαστρολογιέμαι = νομίζω ότι είμαι έγκυος, Γκέστα = καμώματα, νάζια, Γνούφα
= ημέρα ομιχλώδης και υγρή, Γούπατο = περιοχή που βρίσκεται σε χαμηλότερο
επίπεδο από τις γειτονικές, Γουρλώνω = Ανοίγω πολύ τα μάτια, πνίγω, Γουρμάζω
= ωριμάζω, Γραίος = βορειοανατολικός άνεμος, Γρίντζολα = εκνευρισμός,
Γρουμπανάω = δίνω αλλεπάλληλες γροθιές σε κάποιον, Γυρολόγος = πραματευτής,
Δαύτος = αυτός, Δειλινάω = τρώω ελαφρά, Δελόγκου = αμέσως,, Δέμπλα = σκοινί
τεντωμένο για το άπλωμα των ρούχων, Δετόρος = γιατρός, Διακονεύω =
ζητιανεύω, Διάφορο = κέρδος, αμοιβή, Δικάει - φτάνει, αρκεί, Δόλι = δόλωμα
στο ψάρεμα, Δραγάτα = παρατηρητήριο του δραγάτη, Δρολάπι = βροχή με δυνατούς
ανέμους, Έγκαψη = επιθυμία, πόθος, Εκειός = εκείνος, Έμπος = καταρρακτώδης
βροχή, Έντεσα = πιάστηκα από κάπου, Έντογια = νάτο Έντωσα = ανακουφίστηκα,
Εξπήριος = έξυπνος, Ζαβά = στραβά, Ζάβγια = μικρή πόρπη Ζαγάρι = κυνηγόσκυλο
ή τιποτένιος άνθρωπος, Ζαμπαρούχι = ακατάσχετο συνάχι, Ζεματάω = καίω, Ζεύκι
= φαγοπότι, καλοπέραση, Ζέχνω = είμαι βρώμικος, Ζορκόκωλος = πολύ φτωχός,
Ζόρκος = γυμνός, Ζούδιο = άσχημος,, ζουρλοκαμπιέρης = επιπόλαιος, τρελός,
ζωχαδιάζω = νευριάζω, Θάμαρη = τρόμος, απόγνωση, Θέρμη = πυρετός, Θλυκώνω =
σκεπάζω, Θιαμαίνομαι = παραξενεύομαι, Καδένα = αλυσίδα, Κανδέλλα = ξύλινο
δοκάρι, Κάζο = περιπέτεια, λοιδωρία, Κάκοψος = όσπρια που δεν βράζουν καλά,
Κακαρώνω = πεθαίνω, Καμπιόνι = πονηρός, ιδιόρρυθμος άνθρωπος, Καναλίζω =
ξεπλένω τα ρούχα, Καντάρω = τραγουδάω με ομάδα κανταδόρων, Καντούνι = στενό
σοκάκι, Καρακαϊδόνης = άσχημος, Καρανιάζω = διψάω υπερβολικά Καρδαμώνω =
δυναμώνω, Λάβα = υπερβολική ζέστη, Λαγιάζω = ησυχάζω, Λακίζω = φεύγω
τρέχοντας, Λαλάς = αδελφός, Λάμια = γυναίκα κακούργα και άσχημη, Λαμπαδιάζω
= καίγομαι, Λαμπαρδίκα = φωτιά με πολλές και ψιλές γλώσσες, Λαρώνω =
ησυχάζω, Λαχομανάω = αναπνέω δύσκολα, Λεβάντες = ανατολικός άνεμος, Λυγδιάζω
= είμαι λερωμένος, Λέτσος = ατημέλητος, Λεγάτο = προίκα που δίνεται
εγγράφως, Λίβας = θερμός άνεμος, Λίλης = χαζός, Λιρόνι = αλητόπαιδο, Λουφάζω
= μένω ακίνητος και σιωπηλός π.χ. από φόβο, Μαγαρίζω: λερώνω με ακαθαρσίες
ένα τόπο, Μαέρικο = μαγειρείο, Μακιάζω = λερώνω, Μαλαγάνας = κόλακας,
Μαλάτσα = ζέστη με πολλή υγρασία, Μανέστρα = σούπα, Μανίκα = μανίκι,
Μαντανία = μάλλινο κρεββατοσκέπασμα, Μαργιόλος = κατεργάρης, Μαρκάς = αγορά,
Μαρτούριο = μαρτύριο, Μαστέλος = κάδος που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για
το πλύσιμο των ρούχων, Μεσάλι = τραπεζομάντηλο, Μεσοφούντι = μεσοτοιχία,
Μολογάω = ομολογώ, Μονάτος = ολόιδιος, Μόστρα = βιτρίνα Μότσα = υγρασία,
Μουντζοφλίδι = χαστούκι, Μουσκλώνω = δυσαρεστούμαι, Μουσούδα = πρόσωπο
Μούτελη = λάσπη, Μπάκακας = βάτραχος, Μπαλαχάρτα = δημόσιο έγγραφο,
Μπαμπαλίζω = φλυαρώ, Μπαμπαξά = φωνή, λέξη, Μπαρούφα = σφάλμα, Μπασά =
είσοδος, Μπακατέλα = τιποτένιο πράγμα, Μπλαθρώνω = λερώνω, Μποκές =
ανθοδέσμη, Μπόκολα = σκουλαρίκι, Μπονώρα = νωρίς, Μπουρανέλλος = κάτοικος
της πόλης της Λευκάδας, Μπρατσολέτο = βραχιόλι, Μώλος = προκυμαία,, Νείρομαι
= επιθυμώ, ονειρεύομαι, Νεροτρουλίδα = πολυλογάς, Νετάρω = τελειώνω, Νιόκος
= ζυμαρικό, κριθαράκι, Νιόφωτο = νιόπαντρο ζευγάρι, Νιτερέσο = συμφέρον,
ενδιαφέρον, κέρδος, Νογάω = καταλαβαίνω, Νόνα = γιαγιά, Νότια = υγρασία,
Ντάλια = καταμεσήμερο, Ντερλικώνω = τρώω υπερβολικά, Ντόζω = ανακουφίζομαι,
Ντόρκος = ο χωρίς επίβλεψη και περιορισμούς νέος, Ντούκια = ασθενής, Ντρίτα
= ευθεία, με ειλικρίνεια, Ξαγκλίζω = ξεμπερδεύω π.χ. μαλλιά, Ξαμώνω =
σπρώχνω, δείχνω επιθετικές διαθέσεις, Ξανακυλάω = υποτροπιάζω, Ξαστοχάω =
λησμονώ, Ξαχουρδάω = γλιστράω, Ξεδιαλεούρια = απομεινάρια, Ξεζορκιάζω =
απογυμνώνω, Ξεματόχου = επίτηδες, Ξεντρεγάρω = τελειώνω κάποια δουλειά,
Ξεσυνέρια = παρεξήγηση, Ξετιμώνω = κουτσομπολεύω, Ξομπλιάστρα= κεντήστρα,
Ξωθιό μου = μακρία από εμένα, Ολάκαιρος = ολόιδιος, Όρσε = να, πάρε, Όρτη =
ορθή όψη υφάσματος, Παγκάρι = εκκλησιαστικό έπιπλο στο οποίο στέκονται οι
επίτροποι, Παδέλα = μαγειρικό σκεύος, Παιδοκομάω = ανατρέφω παιδιά, Παλαμίζω
= ορκίζομαι ακουμπώντας το Ευαγγέλιο, Παντυχαίνω = περιμένω, ελπίζω, Παπαλιά
= χαστούκι, Παπόρι = καράβι, Παραζούζουλο = αποκρουστικός στην όψη άνθρωπος,
Παρανομιά = παρανομία, Παρόλα = κουβέντα, Πάστρα = καθαριότητα, Ραπόρτο =
αναφορά, Ρεβαρδάρω = διστάζω, Ρεγάλο = δώρο, ρείπιος = ερειπωμένος, Ρεκάζω =
φωνάζω δυνατά από πόνο ή φόβο, Ρεκούμπερο = απαραίτητο οικιακό σκεύος,
Ρεμπελιό = αδιαφορία, Ρεμπεύομαι = επιθυμώ, Ρεντίκολο = γελοίος, Ρίνα =
ψιλοβρόχι, Ρόβολο = κατήφορος, Ροδάνι = πολυλογία, Σάγιασμα = στρωσίδι,
Σαλαγισμένος = αναστατωμένος, Σαλταπίγκος = το παιδί που πηδάει, σαλτάει,
Σαραντάκαπνος = αστραπιαία εξαφανισμένος, Σατράκαλο = παραμορφωμένος, Σάψαλο
= γερασμένος άνθρωπος, Σγουμπιάζω = καμπουριάζω, Σελιάρο = χαστούκι, Σεστάρω
= τακτοποιώ, Σίσκλο = δοχείο άντλησης νερού από τα πηγάδια, Σκάνιο = πείσμα,
Σκροβοντάω = χτυπώ με μανία κάτω κάποιον ή κάτι, Σόμπολο = μικρή πέτρα,
Σορταγιά = τάξη, Σουσούμια = χαρακτηριστικά, Σύξυλος = αποσβολωμένος, Τάλε
κουάλε = ίδια και απαράλλαχτα, Ταχειά = του χρόνου, Τελεύω = βασανίζω,
Τζογολί = χαρτοπαίγνιο, Τράω = βλέπω, κοιτάζω, Τρουλίδα = φλύαρος άνθρωπος,
Τσαρκνιά = πολύτεκνη οικογένεια, Τσάτσα = αδελφή, Τσατσάρα = χτένα, Τσέκια
σου = μπράβο, Τσερνιάζω = μουδιάζω, Τσέτσελε πέτσελε = ασήμαντα πράγματα,
Τσίμπιος = ανόητος, Τσινάω = δυσαρεστούμαι, Τσουράπο = ζωηρή, ελεύθερη
κοπέλα, Φαμφαρόνος = πολυλογάς, Φαρομανάω = εκδηλώνομαι ζωηρά με γέλια και
χειρονομίες, Φάττο = γεγονός, Φελάω = χρησιμεύω, Φινίρω = τελειώνω, Φιόρο =
λουλούδι, Φιρί φιρί = επίτηδες, σκόπιμα, Φόρα βία = ατομικά έξοδα Φόσσα =
τρύπα, Φκαρίδα = κατσαρίδα, Φούσκος = χαστούκι, Φρεζές = χωρίστρα στα
μαλλιά, Φωτερό = φανάρι, Χαλέπεδο = ερειπωμένο κτίσμα, Χαλές = τιποτένιος,
Χαλεύω = ζητάω, Χαμπέρι = είδηση, Χαρδαλούπας = λαίμαργος, πολυλογάς, Χαρ'
νεμ' το = επιφώνημα χαράς, αγάπης, Χασκουμπρίζω = χαριεντίζομαι, Χαψά =
μπουκιά, Χλιός = χλιαρός, Χολάτο = τρυφερό βλαστάρι, Ψαχουλεύω = ψάχνω, Ψίχα
= το εσωτερικό του ψωμιού ή του αμυγδάλου, Ψόφος = τσουχτερό κρύο,
Ψυχοπιάνομαι = δυναμώνω, Ψυχοπονιέμαι = ευσπλαχνίζομαι, λυπάμαι.

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ









ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ (2009)

''... Μονόξυλο, με σάβανο πανί

την έκανες την κλίνη τη στερνή

να πάς εκεί π΄αρχίζει ο ουρανός.

Και δίχως χάρο διόλου να λογιάσεις

εμπόρεσες στ΄αλήθεια ζωντανός

τα σύνορα του κόσμου να περάσεις'''.

ΣΠΥΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΑΣ-ΠΑΝΑΓΟΣ

----------------------------------------------------------------------------------

Ενα ειναι το σίγουρο πατέρα. Οτι τώρα ψαρεύεις στις θάλασσες του ουρανού. Με
το καντήλι πυροφάνι και το φέρετρο μονόξυλο. Γι΄αυτο είμαι σίγουρος.
Σιγουρότατος. Σε φαντάζομαι ορθιο στον ''Αη Λιά'' το μικρό το πυροφάνι να
'οργώνεις'' τις θάλασσες. Γιατί η θάλασσα ήταν το καταφύγιο της ψυχής σου.

Πέρασε κιόλας ένας χρόνο απο τη άδικη ''φυγή'' σου πατέρα. Όλα (ή σχεδόν
όλα) ειναι οπως τα άφησες. Η οικογένεια σου, τα εγγονάκια σου, η μικρή σου
βάρκα που σε περιμένει πεντάρφανη στο μώλο.

Όχι πατέρα οι άνθρωποι δεν άλλαξαν. Δυστυχώς παραμένουν οι ίδιοι. Με το
μίσος, τη μιζέρια, τις μικρότητες εξακολουθούν να ''βγάζουν ο ένας το μάτι
του άλλου''. Όχι πατέρα ούτε η κυβέρνηση δεν άλλαξε. Εξακολουθεί να
κατεδαφίζει δικαιώματα. Η ιδια απαράδεκτη εικόνα διάλυσης και στα
νοσοκομεία. Ούτε στη Λευκάδα έγινε κάτι το συνταρακτικό.

Αυτό, πατέρα, που θα με ρωτούσες ειναι τι κάνουν τα τρία σου εγγόνια(πρώτα)
και μετά η γυναίκα σου. Όλα ειναι υπό ελεγχο. Και τα τρία σου εγγόνια σε
αναζητούν, πατέρα. Ο μικρότερος, ο Γιώργος, παίρνει ενα ποδήλατο και
''αλητεύει στα σοκάκια. Του είπαμε οτι ανέβηκες στον ουρανό. Η Μυρτώ (ο
Αστραπόγιαννος οπως τη φώναζες) μεγαλώνει και ομορφαίνει. Κι ο Παναγιώτης, ο
μεγαλύτερος, ο συνονόματος, έκλεισε τα 17 και αρχισε να ερωτεύεται την
όμορφη Λευκάδα μας.

Λένε, πατέρα, όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος χάνεται και ένας ολόκληρος κόσμος.
Το ομολογώ οτι έχασα το γή κάτω απο τα πόδια μου. Ειναι αλήθεια οτι ποτέ δεν
θα μπορούσα να φανταστώ το ψυχικό βάρος που προκαλεί η απώλεια ενός δικού
σου ανθρώπου. Τεράστιο το κενό.

Ενα χρόνο μετά τη μεγάλη απώλεια του πατέρα μου προσπαθώ να ''μαζέψω'' τα
κομμάτια μου. Δύσκολο. Ακατόρθωτο. Ειναι τόσο μεγάλο το κενό της απουσίας
του που δεν μπορώ να το σηκώσω. Κι ας πέρασε ένας χρόνος. Η παρουσία του
ειναι παντού. Στις καντάδες, στο λιμάνι, στα καντούνια. Παντού.

Τις προάλλες πήγα στη Λευκάδα. Πέρασα απο το νησάκι του Αη Νικόλα( που η
θάλασσα το ρημάζει )και το μυαλό μου γυρισε χρόνια πίσω. Όταν με έπαιρνε με
τη βαρκούλα του και με μαεστρία περνούσε τα Διαβασίδια. Και ψάρευε. Ηταν
μεγάλος ψαράς. Μαέστρος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στη θάλασσα. Ηταν το
πάθος του. Πήγα στη Λυγιά και είδα τα πυροφάνια. Και πάλι το μυαλό μου ήταν
σε αυτον. Καθησα στο μώλο και η μικρή του βαρκα, ο Αη Λιάς, έτοιμη για
ταξίδια αλλά χωρίς τον ψαρά της. Κάστρο, Γυρα, Αη Γιαννης, καρνάγιο, κανάλι.
Παντού η μορφή του. Στο παζάρι, στον Αη Μηνά, στην εκκλησία. Παντού ο
πατέρας. Ο πατέρας-ηρωας. Ενας ήρωας της ζωής που με όπλο την εντιμότητα και
το δυναμισμό του πάλεψε σε αντίξοες συνθήκες και κατέφερε να σπουδάσει δύο
παιδιά. 'Με ενα καμάκι σας μεγάλωσα απο τα βάθη της θάλασσας''ελεγε- πάντα
με περηφάνια- σε εμένα και την αδελφή μου, την Αναστασία(καθηγητρια
Πανεπιστήμιου Αθηνών). Ο πατέρας -καλλιτέχνης, ο αυθεντικός μπρανέλος, ο
κανταδόρος, ο καλαμπουρτζής με τη μεγάλη καρδιά. Με το μικρό σπιτάκι στην
''Ορφέως 2''. Έφυγε φτωχός αλλά περήφανος. Πλούσιος για την εντιμότητα και
το ηθος του. Για τις άξιες και τις αρετές που μας δίδαξε. Γι΄αυτο πατέρα δεν
θα σε ξεχάσουμε ποτέ. Αυτό ειναι σίγουρο. Σιγουρότατο.

--------------------------------------------------------------------------------

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ

Ο δρόμος.

Ο δρόμος προς το νεκροταφείο.

ο δρόμος πρός το πέλαγος.

Προς την αιωνιότητα.

Στη μοναξιά του απείρου.

Ο μεγάλος ευκάλυπτος

με τις μετάνοιες του

στο μνήμα.

Με τους σταυρούς ερωτηματικά

καρφωμένα στό χώμα.

Με τα κυπαρίσια

να σημαδεύουν

ουρανό.

Με τα καντήλια

να τρεμοσβύνουν

σαν αστέρια.

Ο μαίστρος

κλέφτης.

Ο χρόνος

ψεύτης.

Ο πατέρας ηρωας.

Ενας ανθρωπος

ενας κόσμος.

Η βιοπάλη,

η φτώχεια,

η περηφάνια,

οι μνήμες.

Ο μώλος.

Το ορφανό

μονόξυλο.

Η αγάπη.

Το λάθος

πάθος.

Ο θάνατος

αθάνατος.

Ο πατέρας.

-----------------------------------------------------------------------

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ

Αυτοί που φεύγουν

ζούνε μέσα απο εμάς.

Μας μιλάνε

με το συλλαβιστό

θρόισμα

των ευκαλύπτων.

Με τους ήχους

της καμπάνας

τ' Αη Νικόλα

και της καντάδας

στα καντούνια.

Μας γνέθουν

στα πυρωμένα

ηλιοβασιλέματα

στους Μύλους

στέλνοντας μελωδίες

με τον μαίστρο.

Αυτοί που φεύγουν

ζούνε μέσα απο εμάς.

Μας ακολουθούν

με τα γερασμένα μονόξυλα

στο μώλο.

Με τα κουρασμένα

κύματα

του Κάστρου.

Μας χαιρετάνε

με το αστραπόβροντο

τ΄Αη Γιαννιού

και με τον ήχο

της βροχής

στο τσίγκο.

Με το βρεγμένο χώμα

της Κουζούντελης

και το ''ω γλυκύ μου έαρ''

στην κατάνυξη του επιταφίου.

Με την οργισμένη μυρωδιά

του μάραθου

και τις μετάνοιες

στην Κυρα Φανερωμένη.

Αυτοι που φεύγουν ζούνε

μέσα απο εμάς.

Γιατί είμαστε εμείς....


ΣΗΜ: Ο πατέρας μου Παναγιωτης Γεωργάκης εφυγε(75 ετων) για το μεγάλο ταξίδι
στις 4.8.2008(τροχαίο στη Λευκάδα ).

ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ(εκδόσεις 'ΑΓΚΥΡΑ')


Γεωργάκης Ηλίας

Περιέχει δώρο CD


Το “Χορεύουν τα κόκκινα” είναι η τέταρτη λογοτεχνική περιπλάνηση του βραβευμένου δημοσιογράφου ΗΛΙA Π. ΓΕΩΡΓAΚΗ. Oι ανθρώπινες σχέσεις, ο έρωτας, η περιπέτεια της ζωής, η μοναξιά, η καθημερινότητα ερχονται να προστεθούν στην αναζήτηση, στην αγωνία για ένα καλύτερο αύριο. Και πάντα –μόνιμος χορηγός ονείρων– η Λευκάδα.

http://www.agyra.gr
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΚΥΡΑ
Λ. Κατσώνη 271
Αγ. Ανάργυροι

210 2693800
210 2693806

ΑΓΚΥΡΑ ΠΟΛΥΧΩΡΟΣ
Σόλωνος 124 -Αθήνα

210 3837540 - 210 3837667
210 3837066

AΡΘΡΑ ΗΛΙΑ ΓΕΩΡΓΑΚΗ ΣΤΑ ''ΝΕΑ''

ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΡΕΠΟΡΤΑΖ MOY ΣΤΑ 'ΝΕΑ'' ΣΤΟ http://www.tanea.gr/

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Ποιήματα μου

ΝΑΥΑΓΟΣ

Η ζωή μου βάρος
ξεχασμένος φάρος
στον ωκεανό,
κύματα τα πάθη
μη μιλάς για λάθη
σ΄ενα ναυαγό.

Δήθεν και λαμόγια
πνίγομαι στα λόγια
χώρα στο βυθό,
ακούστε με φωνάζω
φακελάκι βάζω
πάλι στο γιατρό
αχ πως να σωθώ.

Μοναξιάς μνημείο
χώρα πολυθρόνας
των τηλεκοντρόλ,
μια ζωή χειμώνας
ζούμε για το γκόλ.

Χώρα επαιτείας
τηλεαδικίας
πάθος κινητών,
χωρα των απόντων
ξένων συμφερόντων
των αλλοδαπών.

Ξένος στη δουλειά μου
χάπια τα ονειρά μου
μόνιμα απών

Χάθηκαν οι φίλοι
σώπασαν οι λίγοι
χώρα των λαθών.

Ακούστε με φωνάζω
φακελάκι βάζω
φθάνει δεν μπορώ
αχ πως να σωθώ.


ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Δεν θα σου τάξω
γη και ουρανό,
Ούτε χρυσάφια,
ήλιους και αστέρια.

Θέλω μονάχα
να σου πώ
για τα χαμένα
καλοκαίρια.

Τις νύχτες
που σε κέρναγα
αρμύρα
γυρμένοι
στ' αποκούμπι
του ονείρου,
της θάλασσας
ακούγοντας
τη λύρα

Ταμένοι
στην απόγνωση
τ΄ απείρου.

Θέλω στη σκέψη σου
να γίνω
τρεχαντήρι,
στης ανοιξης
τη νιότη
να χαθώ

Ξυπόλυτοι
στου πάθους
το λιοπύρι
να σκύψω
να σου πώ
τα σ΄αγαπώ.

Nα γίνω
κοκκαλάκι
στα μαλιά σου,
στα πόδια σου
διάφανο καλτσόν
λάφυρα
να πάρω
τα φιλιά σου
δραπέτες
στο νησί
των πειρατών.

Θέλω
για πάντα
στην ψυχη σου
να αράξω
να μείνεις
μια αθάνατη
κολώνια
στο μπράτσο
τη μορφή σου
να χαράξω,
αγάλματα
να μείνουνε
τα χρόνια.

Θέλω
να μείνω
εφηβος
αιώνια
σαν ενα
διαβολάκι
που τραβάει
τα
παντελόνια.


ZΩΗ

Μιά βόλτα ειναι η ζωή,
γλυκό μεθύσι το πρωί
έρωτας, πάθος, αφορμή
ίσως εγώ, ίσως εσύ.

Μια βίδα ειναι η ζωή
όταν τη στρίψεις θα χαθεί
ο τοίχος έχει προσμονή
στα θέλω όχι δεν θα πει.

Μια τρέλα ειναι η ζωή
πάντα γυρίζει στην αρχή,
στο τέλος νοιώθεις σαν παιδί
που το παιγνίδι αναζητεί.

Ταξίδι ειναι η ζωή
σε μια χώρα μακρυνη,
ένα λουλούδι που ανθεί
μια καλημέρα στη ψυχή.


ΒΑΡΚΑΡOΛΑ

Στης νυχτιάς τη σιγαλιά
σχίζει η βάρκα τα νερά,
μεθυσμένο το φεγγάρι
αλητεύει στο Ιβάρι.

Έρχεται η βαρκαρόλα
ξεκινάει η καντάδα
του Αυγούστου φεγγαράδα
ομορφούλα μου Λευκάδα.

Έρχεται η βαρκαρόλα
τα μονόξυλα αμόλα
μια παρέα οι ψαράδες
με τις πίκρες φιλενάδες.

Στης νυχτιάς τη σιγαλιά
με τ’ αστέρια συντροφιά,
πάμε μέχρι το Καρνάγιο
η ζωή θέλει κουράγιο,
με τραγούδια και κιθάρες
Πόντε μου, Πέντε καμάρες.

Βγάλτε δίχτυα και καμάκια
τα κουπιά ειναι μεράκια,
μια παρέα οι ψαράδες
με τις πίκρες φιλενάδες.



ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΡΟΜΗΛΙΟΣ

Και πάλι θα σε βρω σε κάποια άκρη
εκεί που ο καημός γίνεται δάκρυ,
στις βάρκες, στο Ιβάρι και στο μώλο
που βρίσκαμε μαζί το κόσμο όλο,
θα κρύψουμε στις χούφτες μας στον ήλιο
και πάλι θα σε βρω Γιάννη Σπρομήλιο.

Μαζί στα μακροβούτια στο μουράγιο
εκεί που η καρδιά θέλει κουράγιο,
θα στρίψουμε τσιγάρο με αλμύρα
καπνό θα αναστήσουμε στη Γύρα.
Στο γήπεδο θα μπούμε απ΄τη τρύπα
θα πιούμε, θα μεθύσουμε, στου Μυτα
θα δούμε στον 'Απόλλωνα' ταινίες
μαζί στα μανουάλια στις κηδείες,
θ' ανάψουμε φωτιές στον Αη Γιάννη
με τρύπια παντελόνια στο λιμάνι
ψάρεμα με σάπια καλαμίδια
προσκύνημα στα άδεια τα στασίδια
θα τρέξουμε ξυπόλυτοι στούς δρόμους
παίζοντας κλέφτες κι΄ αστυνόμους.

Κι ας λένε η ζωή δεν ειναι ωραία
εμείς πάντα θα κάνουμε παρέα,
θα ψάχνουμε φεγγάρια μες στον ήλιο
εκεί που θα σε βρω Γιάννη Σπρομήλιο.



ΑΠΕΝΑΝΤΙ

*Στη Βέρα για τα ατέλειωτα ταξίδια που μας χάρισε.

Xόρευε η βροχή πάνω στα τζάμια
σύννεφα σκεπάσανε τη Λάμια,
βαρύ αστραποβρόντι απ΄τη Γύρα
ξεθύμανε στους Μύλους η αλμύρα.

Τρεμόσβυνε στο Κάστρο το φανάρι
ανέβηκε ο 'Ορφέας' στο πατάρι,
διάλεξη σκαρώνει ο Κοκονιώρος
σαρώνει τα αυλάκια ο Μανιώρος.

Πάμε απέναντι ρε Βέρα
για να βρούμε τα παιδιά
η ζωή ειναι μια σφαίρα
ποτέ πίσω δεν γυρνά.

Πάμε με το πυροφάνι
το καμάκι, τη συρτή
μακροβούτια στο μουράγιο
και στου 'Πάπιου' δηλωτή.

Κι απόψε στον παράδεισο του 'Μύτα'
έρωτες και πάθη όλα πίτα,
χέρια που απλώνονται θα ψάξω
με φίλους στου 'Μουτρούκαλη' θ΄αράξω.

'Απόλλωνας' και 'Πάνθεον' στη σκέψη
όνειρα θα βλέπω ως να φέξει
κερί που άναψα και μένει
βιτρό στο ιερό Φανερωμένη.

Πάμε απέναντι ρε Βέρα
για να βρούμε τα παλιά
να γλεντήσουμε τη μέρα

Πόντε, μόλο, Αη Μηνά,
να καλέσουμε τη μνήμη
στον Ανθώνα να μας βρεί
στην σκιά των ευκαλύπτων
με το πρώτο μας φιλί.

Στρώματα θα κάνουμε τα φύκια
Κάστρο, αμμόγλωσα και ρείκια
φεγγάρι προβολέας θα μας βλέπει
κανείς δεν θα μαντέψει αυτό το στέκι.

Έρχεται ο πατέρας με τη βάρκα
νύχτα στο παζάρι για την τσάρκα,
βλέμματα σε στύση ειναι μόνο
τη νιότη μου στα χέρια θα πληγώνω.

Πάμε απέναντι ρε Βέρα
να τα ζήσουμε ξανά,
να σηκώσουμε παντιέρα
στου πελάγους τα βαθιά
εποχή πού εχει φύγει
να καλέσουμε κρυφά
και να κάψουμε τα λάθη
στ΄Αη Γιάννη τη φωτιά.

Γελασα στου Βούλη την παρλάτα
δώσε μας κυρ Σπύρο μαντολάτα,
πίσω απ' την μπάντα και στη 'Διάνα'
κλέφτες κι'΄αστυνόμοι στην αλάνα.

Φέρε γλυκά αχ μπάρμπα Αντρέα
έγιναν οι γευσεις σου σημαία,
γλέντια, καρναβάλια και ρεσάλτο
με γλυκιές καντάδες στον 'Ρεγάντο'.

Πάμε απέναντι ρε Βέρα
να γελάσουμε ξανά
στου Πουλιού την καλημέρα
στ΄Αη Γιαννιού τα δειλινά,
με τους ήλιους να μας παίρνουν
οπως φεύγουνε μαζί
και μετά όλοι να πούμε
εδώ είναι η ζωή.


ΡΕΓΑΝΤΟΣ
Μυρίζουνε τα γιούλια στα μπαλκόνια
ομηρους μας πήρανε τα χρόνια
τρέχουν τα παιδιά στα καλντερίμια
έγιναν οι μνήμες μου αγρίμια.
Mήνες οι στιγμές μου μακρυά σου
ταινία προσεχώς τα ονειρά σου
ζήσε το παρόν και μη σε νοιάζει
ελα η καρδιά σου σε διατάζει.
---------------------------------
Στου 'Ρεγάντου' την ταβέρνα
η ζωή φωνάζει πέρνα,
τρέχει μέχρι το Αθάνι
στη Λυγιά με πυροφάνι,
τριγυρίζει και στον Πόντε
ψάχνοντας τον Βαλαμόντε
για τον Βούλη το Βρεττό
το ποτήρι αδειανό.

R: Έλα απόψε στο 'Ρεγάντο'
οτι σου ζητήσω κάντο,
δυο ποτήρια άσπρο πάτο
της ψυχής μου το ρεσάλτο,
το παράπονό σου βγάλτο
με καντάδες στο 'Ρεγάντο''.
---------------------
Φέρε βαρτζαμί να πιούμε
τα παλιά να θυμηθούμε
να το Πέραμα της Βέρας
και το 'Πάνθεον' της τρέλας.
Η ζωή θέλει ξενύχτια
κι ο ΄Ρεγάντος΄' εχει δίχτυα
έτσι ζούμε στη Λευκάδα
με σημαία τη καντάδα.
-----------------------------------
ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ
(στη μνήμη του πατέρα μου)
Αυτοι που φεύγουν
ζούνε μέσα απο εμάς.
Μας μιλάνε
με το συλλαβιστό
θρόϊσμα
των ευκαλύπτων.
Με τους ήχους
της καμπάνας
τ' Αη Νικόλα
και της καντάδας
στα καντούνια.
Μας γνέθουν
στα πυρωμένα
ηλιοβασιλέματα
στους Μύλους
στέλνοντας μελωδίες
με τον μαίστρο.
Αυτοι που φεύγουν
ζούνε μέσα απο εμάς.
Μας ακολουθούν
με τα γερασμένα μονόξυλα
στο μώλο.
Με τα κουρασμένα
κύματα
του Κάστρου.
Μας χαιρετάνε
με το αστραπόβροντο
τ΄Αη Γιαννιού
και με τον ήχο
της βροχής
στο τσίγκο.
Με το βρεγμένο χώμα
της Κουζούντελης
και το ''ω γλυκύ μου έαρ''
στην κατάνυξη του επιταφίου.
Με την οργισμένη μυρωδιά
του μάραθου
και τις μετάνοιες
στην Κυρα Φανερωμένη.
Αυτοι που φεύγουν ζούνε
μέσα απο εμάς.
Γιατί είμαστε εμείς....
--------------------------------------------
ΤΟ ΠΥΡΟΦΑΝΙ ΕΣΒΗΣΕ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ
Έσβησε για πάντα το μικρό το πυροφάνι
δεν θα ξανανάψει στο μικρό μας το λιμάνι
σίγησαν οι φάροι απο λύπη
τώρα ο ψαράς τους θα τους λείπει.
Δεν πέταξαν οι γλάροι απο συμπόνια
τον ήξεραν λεβέντη τόσα χρόνια,
ορθιο στη βάρκανα ψαρεύει
θηρίο στη ζωή του να παλεύει.
Δίχτυα στον παράδεισο θα ρίξει
με φίλους του παλιούς
πάλι θα σμίξει
θλίψη στ΄Αη Νικόλα το νησάκι
έρημο στο μώλο το βαρκάκι.
Δάκρυσαν της Γύρας τα κρινάκια
στάση εργασίας τα καμάκια
μπόρες, κακουχίες και χειμώνες
πάλεψε, έδωσε αγώνες.
Ήθος, εντιμότητα και θάρρος
πατέρα στην πορεία θάσαι φάρος
στην άδικη ζωή ήσουν θηρίο
στους ήρωες ποτέ δεν λένε αντίο.

Στίχοι για την Λευκάδα








''Νησί, η γής σου
και οι γυιοι σου για μένα
ειναι ένα-
εσύ''.
(ΣΠΥΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΑΣ-ΠΑΝΑΓΟΣ 1906-1973)
------------------------------------------------------------------------------------------

H προς την Πατρίδα Aγάπη μου
Δεν είναι διαβατάρικο πουλί, που για μια μέρα
σχίζει τα νέφη και περνά γοργό σαν τον αγέρα,
ούτε κισσός, π' αναίσθητος την πέτρα περιπλέκει
ούτ' αστραπή, που σβύνεται χωρίς αστροπελέκι,
δεν είναι νεκροθάλασσα, βοή χωρίς σεισμό,
νοιώθω για σε, πατρίδα μου, στα σπλάχνα χαλασμό.
ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. (1824-1879).
---------------------------------------

Αλαφροΐσκιωτος. O Βαθύς Λόγος
K' ένας απ' όλους μού έφεξε
κι ακόμα φέγγει λόγος. Kαι η ψυχή μου
στην πλάση μέσα τον αλήθεψε -
και, νά μπει
στο νόημα σύγκορμη και πριν, ακέρια εστάθη.
Ως ένα στύλο ένας σεισμός,
τη ζύγιασε, την έστησε,
σαν κυπαρίσσι ρίζες άδραξε απ' τα βάθη.
K' ήταν ο λόγος του Oδυσσέα
στου τραγωδού το νου,
που τρίσβαθα
του ραψωδού τού εμίλει η αρμονία
μπρος στο γιγάντειο πόνο του Aίαντα
και την ιερή μανία.
Kαι πιο μεστά,
σα να μου αλάφρωνε
φλέβα νερού αγερόλαμπρου
τη δέντρινη κορμοστασιά μου,
ανέβηκε άδιψα,
αλαφρά τη φυλλωσιά μου·
μ' έθρεψε το αλαφρό νερό
και το αλαφρό το χώμα,
και ίσια
η Bούλησή μου απάνω υψώθηκε,
σαν τα μεστά, τα εφτάψηλα,
με τα κυπαρισσόμηλα
γεμάτα κυπαρίσσια!
"Eίδωλα είμαστε και ίσκιοι."
Tο λόγο που αχνίζει την πράξη,
για νύχτες, για μέρες,
ψηλά στα βουνά,
όπου απάτητοι δρόμοι,
στον βαθιόν ελαιώνα
που οι άγραφοι νόμοι
πάντα αστράφταν μπροστά μου,
τον έφερα. H τρίσβαθη γνώμη
τώρα αντρίζει βαθιά τα ήπατά μου.
Aνέβηκα - φίλος ανήφορων- ολες
τις κορφές που αγναντεύουν τα πέλαγα,
γαληνή άγγιξε όλα η ορμή μου:
το γεράκι που επέρνα,
το σύννεφο στον αγέρα,
το διάστημα
που είχε ζώσει βαθιά το κορμί μου.
Πόσο φως εποτίστηκεν
η κρυφή δύναμή μου!
Kαι - όχι καύχημα ανίερο -
σε πηγές δαφνοσκέπαστες
ήπια εγώ, και στη στέρνα.
Tη ματιά και τη ράχη μου
λαιμός βέβαιος
και βέβαιο
το ποδάρι εκυβέρνα.
Kαι είπα, όλα γύρω βλέποντας:
"Nησί,
αβασίλευτη στο πέλαο δόξα,
ω ριζωμένο
στο πολύβοο διάστημα,
και στου Oμήρου το στίχο
λουσμένο,
βυθισμένο στον ύμνο!
Δάσο όλο δρυ στην κορφή σου,
σιδερόχορδη ανάβρα
που αχνίσαν τα σπλάχνα μου απάνω
ολοκαύτωμα θείο,
και η άκρη σου τρέμει σα φύλλο,
μέσα βροντάει ο Λευκάτας,
μαζώνεται η μπόρα,
ξεσπάει μες στο θείον ελαιώνα,
τρικυμίζει το πέλαο,
νησί μου·
άλλη θροφή από τη θροφή μου
δε θα βρω,
απ' την ψυχή μου άλλη ψυχή,
άλλο κορμί από το κορμί μου.
Aλλού οι ναοί κι αλλού οι θεοί.
Mου αστράφτει γύρω των ηρώων η μοίρα.
Tη μοναξιά στη δύναμή μου υπόταξες.
Tης γλαυκομάτας η έγνοια μού είναι κλήρα!
Tου νου το νόμο στα βουνά,
στον κάμπο, ολούθε βρήκες.
Nα, η αγριλίδα ξεπηδάει
κλαδιά για όλες τις άγνωρες
και τις μεγάλες νίκες!"
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ( 1884 – 1951)
-------------------------

ΛΕΥΚΑΔΑ
Nησάκι μου ομορφο
μικρό νησί μου
η θύμηση μου
ειναι σε σέ.

Μεγάλη αγάπη μου
μικρή πατρίδα
ζω την ελπίδα
να ξαναρθώ.

Παιδι να παιξω
κατω απ' τσ' ελιες σου
τσ΄ ακρογιαλιες σου
και στο βουνό

Να πάου στο κάστρο σου,
να πάου στου Πάλλα
να παίξω μπάλα
μ' αλλα παιδιά

Και στου Πουλιου
και στη ντουγάνα
να δω τη μανα
και το παιδί

Να πάου στο ψαρεμα
με πριαράκι
με το καμάκι
και με τονιά

Ν΄ακούσω ομορφη
παλιά κανταδα
να πάω βαρκάδα
στα ανοιχτά.

Και στη γωνιά
χειμώνα βράδυ
ν'αχω το λάδι
απ τη φωτιά

Να σκάν τα κάρβουνα
πάνω στο τζάκι
να πιω κρασάκι
γλυκό κι' αδρυ

Ν' ακουω βροχη
πάνω στα τζάμια
χιόνια ποτάμια
με το βοριά.

Μικρή Λευκάδα μου
αντρογεννήτρα
φιλοξενήτρα
και στοργική.

Κι εσυ προστάτρα μου
αγαπημένη
Φανερωμένη
κάμε να' ρθώ

Τωρα που βρισκομαι
στα μαύρα ξένα,
μακριά απο σένα
σ' εχω στο νού.

Να δω το ειναι σου
μεσ' τη λιακάδα
γλυκειά Λευκάδα
και να χαθώ

Και βαρτζαμί
να φάου σταφύλι
να δω τ' Απριλη
το δειλινό.

Να ιδώ καυγά
στην Αγια Κάρα,
να ιδω τα κάρα
στη γειτονιά.

Μ΄εξω το στήθος της
να το βυζαίνει
κι΄ευτυχισμένη
να τραγουδεί.

Ν' ανακατέψει
το μαιστράλι
και να μου ψάλλει
μεσ΄' στα μαλλιά.

Να κόψω βότανα
κι αγρια λουλούδια
να πώ τραγούδια
νοσταλγικά.

Να φάου λάχανα
ζεστή μαρίδα
να φάου γαρίδα
λαχταριστή.

Να ψησω κάστανα
κουκιά, ρεβύθια
και παραμύθια
να λέω παλιά.

Δέντρα να σκούζουνε
και νυχτοπούλια
να δω την πούλια
μεσ' στα κλαριά

Εσε που γέννησες
τους ποιητάδες
και δουλευτάδες
εχεις παντού,
πόσο σ'΄αγαπησα
κάμε το θ'αμα
κι εγω το τάμα
δεν το ξεχνώ.
Βασιλης Σιδερης (1913-1953)
--------------------------------------------------------

ΛΕΥΚΑΔΑ

Παραδομένη ολοχρονίς στ΄ουρανού τις τύψεις
Στο δάκρυ του Γαρμπή και στο Νοτιά π'΄αχνίζει
Ανατέλλει πίσω απο κάθε καμπή αισθήματος
Αυτή
Της Νοσταλγίας μας η λυδία λίθος
Γραμμένη μ ΄ασβεστόλιθο και κυπαρίσι
Με περδικολαλήματα μ'΄αφρούς και μ΄ακρωτήρια
Με τρεχαντήρια κόκκινα στους πόθους του πελάγους
Με τις τεράστιες συλλαβές του αισθήματος
Με σύννεφα βαριά και με κλωνάρια του ήλιου
Σκαρφαλωμένη στα κύματα χαμένη στους ανέμους
Του Ιονίου Ωραία
Λευκάδα
Καμίνι του ήλιου.
Γερμένη στο πλευρό του Μαϊστρου
Ερωτεύεται τα καλοκαίρια
Με περίσσιο άσπρο στους κόρφους της
Με χρυσοδέλφινα και μ΄αγριοπεριστερα
Μ΄αγράμπελες
Και τ΄αρωμα το επαναστατημένο της ρίγανης
Γερμένη κάτω απ΄τις ελιές
Δυο πιθαμές πάνω απο τη διαφάνεια των νερών
Οπου το μάτι βλέπει μόνο τον πόθο
Και μετά ξανά τον πόθο
Ερωτεύεται τα καλοκαίρια
Λευκάδα
Πέτρα στου Ερωτα το δαχτυλίδι
Γραμμένη στο Πνεύμα γραμμενη στην ποίηση
Γραμμένη στο Θρύλο γραμμένη με χρώματα
Γραμμένη μ΄ασβεστολιθο και κυπαρρίσσι....
Κώστας Μαμαλούκας (1954-2006)
----------------------------------------------------------------------------

ΛΕΥΚΑΔΑ

Ω, Σύ παραπόδας Ενετού ανόγραμμα της Σικελίας Μέτωπο
Λευκάδα κλαδωτή από πολυελαίους φωτοσκιάσεων.
Σου έφερα τον ωκεανογράφο του ορίζοντα
να αστραπογράψει μυριόηχος ο Νομοπλάστης.
Να η όαση του κάμπου Σου στη δίψα της ερήμου.
Να οι προτομές που χειροτόνησαν οι ίσκιοι Σου.
Εσύ Βυζαντίου ανάγνωσμα, ορθοπτέρυγου Φανερωμένης.
Το κάποτε της ζωής μου το ζωηφόρο σώσμα.
Πόσων γενιών πατήματα εφώλιασαν στις σκέπες Σου.
Ζευγολάτης εφύτευσε αντρότητες στις πόρτες Σου Νησί,
γιατί του αγαπώ μαζί γεννήθηκαν οι χρόνοι απ’ το δρόμο Σου
ηρωθεόρατος Οδυσσεολόγος είσαι γενέτειρα μου.
Απαλός αγέρας Ιόνιος στο κάθισμα της μάνας
πριν γεννηθεί το σήμερα εβύζαξε ο κόρφος Σου
να σκάψει τη λιθιά γονατισμένη στο ντύσιμο του Φάρου
Μέσα στα πλοία του αντίλαλου πολύχρωμες σημαίες.
Βωμός απ’ το Λευκάτα η στεριά νίβει τα μνημεία,
Ο θρόνος της Σαπφούς στην άβυσσο του γαλάζιου.
Η γέννα σου το Κάστρο και η μήτρα σου τα ύψη.
Η σταυρωμένη πέτρα του αετού πίνακας του νου μου.
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΛΑΜΟΝΤΕ (1911-1998).
----------------------------------------------------
ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΦΕΥΓΩ

Toν μαίστρο
θα προστάξω
το Μαγιάπριλο
θαρθώ,
τη ψυχή μου
να πετάξω,
στην Ελάτη
αετό.

Να ζητήσω
στο μελτέμι
να με φέρει
στο Νυδρί,
να πετάξω
σαν το γλάρο

Μεγανήσι,
Μαδουρή.
Να λυγίσω
σαν το πεύκο
σαν αλήτισσα ιτια,
στού Πουλιού
το τριανέμι
να κοιτάξω
τη Κυρα.

Οσο κι΄αν φεύγω
σε ζητώ
στο Ιβάρι
δειλινό
ενα βότσαλο
στο Πόρο
στη ζωή μου
είσαι δώρο,
πλατάνι
στη Καρυα,
πηγάδι
στο Φρυά.

Οσο κι αν φεύγω
είμαι εδώ,
ένας γλάρος
στο Βλυχό,
στους Σκάρους
κυπαρίσσι,
στο Κάβαλο
μελίσσι,
κρινάκι στην ακτή
μια στροφή
στην Εγκλουβή,
ένας φάρος
στο Λευκάτα
προσευχή
στα Λαζαράτα,
μια αυλή
στο Σπαρτοχωρι,
' μυγδαλιά
στο Σπανοχωρι,
ενα δίχτυ
στη ντουγάνα
καλοκαίρι
στη Νικιάνα.

Λευκάδα μάνα
του πόθου σήμα.
πευκοβελόνα
στη Νηρά.

Λευκάδα μάνα
παραμάνα
στο πανωφόρι
τη χειμωνιά.

Λευκάδα κόρη
γλάρος
στην πλώρη,
στο ξεροβόρι
μια αγκαλιά

Λευκάδα πόνος
γυρίζω μόνος
με μιά κιθάρα
στην αμμουδιά.
ΗΛΙΑΣ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ


ΛΕΥΚΑΔΑ ΜΑΓΙΣΣΑ

Ντυμένο
ονειρο
στο μπλέ,
ψυχής
ακροθαλάσσι,
μια νύχτα
δεν θα φθάσει
για να
σ΄ονειρευτώ,
να τρέξω στα
καντούνια σου,
στις κάτασπρες
αυλες σου
και τις
ομορφιές σου
να κάνω
φυλακτό.

Λευκάδα
μάγισσα
τα
χρόνια
χάλασα
στη ξενιτειά.
μα σε
νοστάλγησα,
κύματα
ναύλωσα
νάρθω κοντά

Να φύγω με
μονόξυλο
στα κύμματα
του Κάστρου
και στην τροχιά
του αστρου
να σε συναντώ,
να πλέξω
με αγιοκλιμα
μνήμες
να σου στείλω
και στης
Κυράς
το μύρο
να σωθώ.

Λευκάδα
μαγισσα
φεγγάρια
δάνεισα
για να
σε δω,

Λευκάδα
μαγισσα
τσιγάρα
μάζεψα
για το
φευγιό.



TAΞΙΔΙ ΣΤΗ ΛΕΥΚΑΔΑ

Λένε πως θα σε μαγέψει
την καρδιά σου θα την κλέψει
δεν μπορείς ν΄αντισταθείς
έλα και μην καρτερείς.

Της βαρκούλας το πανί
θα μας πάει Μαδουρή,
φεγγαράδα στο Βλυχό
πάμε Κάλαμο, Καστό.

Στο Νυδρί και στα Χορτάτα
βαρτζαμι στα Λαζαράτα
Πόρος, Συβρος, Βουρνικα
Κάθισμα για μια βουτιά.


*Τα τοπία στη Λευκάδα
δεν υπάρχουν στην Ελλάδα
Της Λευκάδας τα τοπία
του Θεού η ευλογία.

Τ΄Αη Γιανιού τα δειλινά
δεν θα βρίσκεις πουθενά
η Κυρά Φανερωμένη
στην καρδιά σου ριζωμένη.

Στα πλατάνια της Καρυάς
και στα βράχια της Νηράς
βόλτα στη Βασιλική
Μεγανήσι, Εγκλουβή.

Θα σε πιάσει απ΄το χέρι
μεθυσμένο καλοκαίρι
θα σου δείξει μυστικά
φρέσκο ψάρι στη Λυγιά.

*Της Λευκάδας τα τοπία
ειναι ποίημα, μαγεία.
Τα τοπία στη Λευκάδα
ομορφαίνουν την Ελλάδα.
------------------------------------
Χρυσαφένιες αμμουδιές
και απάτητες κορφές
τα νερά της άλλο μπλέ
που δεν ειναι είδατε ποτέ.

Το γλυκό το μαϊστράλι
θα μας βγάλει Περιγιάλι
μία στάση στη Νικιάνα
πυροφάνια στη ντουγάνα.

Έγινε στο κύμα δίκη
δια βοής Πόρτο Κατσίκι
πεύκα, ρείκια και θυμάρι
κορμοράνοι στο Ιβάρι.

*Τα τοπία στη Λευκάδα
δεν υπάρχουν στην Ελλάδα
Της Λευκάδας τα τοπία
του Θεού η ευλογία.

Μια βραδιά στον Αι Νικήτα
οτι θα ποθήσεις ζήτα.

Εγκρεμνοί και Αγιοφίλι
Γύρα, Κάστρο να κι΄οι Μύλοι.
Με κιθάρες και καντάδες
στα καντούνια οι κυράδες

Καλαμίτσι και Δρυμώνας
δεν υπάρχει εδω χειμώνας.
Καταπράσινο νησί
στεναγμός του ποιητή
οταν ερθεις θα ενδώσεις
και με στίχους θα πληρώσεις.

*Της Λευκάδας τα τοπία
ειναι ποίημα, μαγεία.
Τα τοπια στη Λευκάδα
ομορφαίνουν την Ελλάδα.

ΗΛΙΑΣ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ

Δημοφιλείς αναρτήσεις