Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Η ΒΑΘΕΙΑ ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Η ΒΑΘΕΙΑ ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ
του ΗΛΙΑ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗ(elgeo@dolnet.gr)
''Φοβόμαστε πλέον και τη σκιά μας'', μονολογούσε η ηλικιωμένη κυρία κατεβαίνοντας χτες τις σκάλες του μετρό στην Ομόνοια. Και είχε δικιο. Η ανασφάλεια ειναι πλέον η σημαία της καθημερινότητας. Ληστείες, δολοφονίες, απολύσεις, χρέη στις τράπεζες, αρρώστιες, αυτοκτονίες. Ξυπνάς και τα πρωινάδικα της τηλεόρασης σε.... καλημερίζουν με νέα οικονομικά μέτρα, με νεους φόρους, με θλιβερές ειδήσεις. Κατεβαίνεις στο ισόγειο της πολυκατοικίας και συναντάς μόνο λογαριασμούς και ειδοποιητήρια της εφορίας. Η τράπεζα ειναι πλέον μια αχώριστη φίλη σου. Πάντως κανονικό γράμμα έχουμε χρόνια να δούμε. Και όταν είδαμε μια επιστολή απο την Αμερική ζηλέψαμε τον παραλήπτη. Άλλωστε ο φθόνος αποτελεί το εθνικό μας σπορ. Φθονούμε ολους όσους ζουν καλύτερα απο εμάς. Αμφισβητούμε τα πάντα. Απο την αξιοπιστία των πολιτικών, των ΜΜΕ μέχρι και την επιτυχία ή τις ικανότητες του συναδέλφου μας στο διπλανό γραφείο. Φθονούμε τις επιτυχίες των άλλων. Αγνοώντας τη δική μας κατάντια. Και φυσικά έχουμε χάσει την εμπιστοσύνη. Όχι μόνο στις εκάστοτε κυβερνήσεις αλλά και στους γύρω μας. Η καχυποψία αντικατέστησε τη φιλία και την αλληλεγγύη.
Κάθε χρόνο εχω παρατηρήσει οτι αρχίζουμε να στολίζουμε τα σπίτια μας, με τα Χριστουγενιάτικα, απο τα μέσα Νοεμβρίου. Ειναι βλέπεις αυτή η αίσθηση της μοναξιάς και θέλουμε να βάλουμε στη μίζερη ζωή μας λίγο χρώμα. Έχουμε ανάγκη τη ζεστασιά, ενα χέρι στον ώμο, λίγα λόγια αγάπης. Αναζητάμε τρυφερότητα και αλληλεγγύη σε μια κοινωνία που ο ένας προσπαθεί με κάθε τρόπο να 'βγάλει' το μάτι του άλλου, οπου κυριαρχεί η υποκρισία, το ψέμα, ο φθόνος και το προσωπικό συμφέρον. Αν δεν κάνω λάθος τα λαμπιόνια συμβολίζουν τα όνειρα. Που αναμοσβύνουν και όταν περάσουν οι γιορτές τα ξαναβάζουμε στην αποθήκη. Η φάτνη σε παραπέμπει στο παρελθόν. Σε όμορφες στιγμές αγάπης και ξενοιασιάς. Τότε που υπήρχε το χαμόγελο, η αληθινή αγάπη, η κατανόηση. Και το χριστουγεννιάτικο δένδρο συμβολίζει τη ζωή που θέλαμε αλλά δεν ζήσαμε. Γι αυτό το έλατο ικετεύει τον ουρανό. Οπως καθημερινά όλοι μας παρακαλούμε να βρέξει ή να χιονίσει ώστε να νοιώσουμε τη ζεστασιά της μοναξιάς νοιώθοντας την ασφάλεια του σπιτιού στην ανασφάλεια της ζωής μας.
Αλήθεια δεν έχετε παρατηρήσει οτι στις γιορτές φίλων και συγγενών κάθε χρόνο παίρνουμε και δεχόμαστε ολοένα και περισσότερα τηλέφωνα;;; Γιατί αραγε;;; Η απάντηση κι εδώ εχει να κάνει με τη μοναξιά. Ζούμε σε μια εποχή ανασφάλειας και ερημιάς, που έχουμε αποκούμπι πλέον την τηλεόραση. Αυτή πλέον ειναι η συντροφιά μας. Πάνε οι φίλοι, πάνε οι παρέες, τέλος τα γλέντια. Ο καθένας σηκώνει τον σταυρό του μαρτυρίου και ανεβαίνει στον δικό του Γολγοθά. Με το μυαλό ''καρφωμένο'' στα δάνεια, στα χρέη και στις θλιβερές ειδήσεις με αρρώστιες και θανάτους. Και ειναι αλήθεια οτι αυτή η αβάσταχτη μοναξιά, η βαθιά ψυχή της μοναξιάς, μας κινητοποιεί ώστε να τηλεφωνήσουμε ακόμη και σε ξεχασμένους φίλους και γνωστούς για να τους ευχηθούμε.
Απογοητευμένοι απο τους πολιτικούς και την κοινωνία, στηρίζουμε πλέον τις ελπίδες μας στον ουρανό. Αγνοώντας ωστόσο οτι αυτός δεν στηρίζεται πουθενά. Ψάχνουμε σε κινητά, σε τηλεοπτικά σίριαλ, σε τυχερά παιγνίδια να βρούμε λιγες σταγόνες ευτυχίας, να ανακαλύψουμε τη ζωή που φεύγει, που τρέχει ασθμαίνοντας. Δυστυχώς...

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

ΛΑΚΗΣ ΣΑΝΤΑΣ. ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΓΙΑ ΗΡΩΕΣ





Εμείς αγόρι μου, είμαστε δρακογενια. κοιμηθήκαμε πάνω στο χιόνι κι ανάμεσα στα σκίνα,δεχτήκαμε ιατρικές επεμβάσεις χωρίς αναισθητικό,ζήσαμε στα ξερονήσια και τις φυλακές,μάθαμε ν αντέχουμε Δεν προλάβαμε να βγούμε στην κοινωνία και βγήκαμε στην Αντίσταση Τα οράματα ερχόντουσαν από μόνα τους να σε συναντήσουν

Ένα μικρο τέταρτο του φεγγαριού έπεφτε πάνω στα μάρμαρα το χουμε συμφωνήσει Αν παν να μας συλλάβουν, θα πέσουμε από την Ακρόπολη Παιδευόμαστε,είναι στερεωμένη με συρματόσκοινο .Σιωπή Μονό το γέλιο της γερμανικής φρουράς ακούγεται Ένα ένα κόβουμε τα σύρματα με χέρια, με δόντια, με λύσσα! Η σημαία πέφτει...........

-------------------------------------------------------------------------------------

Οι αξίες και τα σύμβολα δεν ξεθωριάζουν. Και ο Λάκης Σάντας, αυτός ο σεμνός
Λευκαδίτης, που ελπίζει σε μια ιδανική, αταξική, ειρηνική κοινωνία για τα
νέα παιδιά, που ονειρεύεται την παγκόσμια ειρήνη, ειναι ένα σύμβολο, ένας
ήρωας. Ο Λακης Σάντας τη νύχτα της 30ης Μάιου 1941- μαζί με τον Μανώλη
Γλέζο -κατέβασαν τη σημαία των ναζί Κατακτητών απο τον Ιερό βράχο της
Ακρόπολης. Οι Λευκαδίτες τον τίμησαν και τον τιμούν. Ωστόσο για τη σημερινή
νεολαία ειναι άγνωστος. Και ειναι άγνωστος γιατί άλλαξαν τα πρότυπα μας.
Σήμερα η μισή Ελλάδα θέλει να παίξει στα τηλεπαιχνίδια και η άλλη μισή θέλει
να διοριστεί στο δημόσιο αφου φανατιστεί με τις ποδοσφαιρικές ομάδες.
Δυστυχως-και με σημαντική ευθυνη των ιδιων των γονιών- τα εθνικά μας πρότυπα
είναι πλέον η τηλεόραση και μια θέση στο Δημόσιο. Είναι δεδομένο. Με την
τσίμπλα στο μάτι θαυμάζουμε τα «πρωινάδικα» και μισοκοιμισμένοι
απολαμβάνουμε τα ξενυχτάδικα. Στο ενδιάμεσο διάστημα πίνουμε και δυο τρεις
φραπέδες, καπνίζουμε και δυο πακέτα τσιγάρα και ψάχνουμε μέσω των
προκηρύξεων του ΑΣΕΠ την «τρύπα» για το Δημόσιο, έχοντας κατά νου και το
«μέσον» στον βουλευτή. Και μεσα σε αυτο το σκηνικό λογικό ειναι να περάνει
απαρατήρητος ένας ήρωας.

Είμαι τυχερός που γνώρισα το Λάκη Σάντα ο οποίος ζει κοντά μου, στο Παλαιό
Φάληρο. Και είμαι τυχερός γιατί ο Λ. Σάντας ειναι ένας καταπληκτικός
άνθρωπος με μια σπάνια, σπανιότατη, σεμνότητα για την εποχή μας. Και συνάμα
ειναι ενας θερμός Λευκαδολάτρης.

Ο Λάκης (Απόστολος) Σάντας γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1922 στην Πάτρα,
όπου τότε υπηρετούσε ο πατέρας του ως δημόσιος υπάλληλος. Οι γονείς του ήταν
Λευκαδίτες. Λίγον καιρό μετά η οικογένεια Σάντα εγκαθίσταται στην Αθήνα.
Τελειώνει το γυμνάσιο το 1940 και αμέσως μετά εισάγεται στη Νομική Σχολή του
Πανεπιστημίου Αθηνών. Θα αποφοιτήσει μετά την απελευθέρωση.

Τη νύχτα της 30ής προς 31η Μαΐου 1941, θα κατεβάσει, μαζί με το φίλο του
Μανόλη Γλέζο τη χιτλερική σημαία από το βράχο της Ακρόπολης. Το 1942
εντάσσεται στο ΕΑΜ και λίγο αργότερα στην ΕΠΟΝ.

Το 1943 βγαίνει στο βουνό με τον ΕΛΑΣ. Πήρε μέρος σε αρκετές μάχες στην
Αιτωλοακαρνανία, τη Φθιώτιδα και την Αττικοβοιωτία και το 1944
τραυματίστηκε. Το 1946 εξορίζεται στην Ικαρία.

Το 1947 φυλακίζεται στην Ψυττάλεια απ' όπου το 1948 στέλνεται στην
Μακρόνησο. Θα διαφύγει στην Ιταλία και θα ζητήσει πολιτικό άσυλο στον
Καναδά, όπου θα ζήσει μέχρι το 1962. Το 1963 επιστρέφει στην Ελλάδα όπου
έκτοτε ζει μόνιμα.

Ο ίδιος εξιστόρησε το εγχείρημα υποστολής της σημαίας και ορισμένα
περιστατικά από τη δράση του στην Εθνική Αντίσταση, στον Ηλία Πετρόπουλο. Η
αφήγησή του:

Όταν το Μέτωπο της Μακεδονίας έσπασε και η Μπότα των Ναζί κατέβαινε και μας
πλάκωνε στο στήθος, η πρώτη μου σκέψη ήταν να φύγω με τα υποχωρούντα
στρατεύματα για την Αίγυπτο για να συνεχίσω εκεί τον πόλεμο. Λογάριασα,
όμως, χωρίς τα Στούκας, τα οποία δεν άφησαν ούτε καρυδότσουφλο στον Σαρωνικό
κόλπο. Κι έτσι, ανάμεσα στις φλόγες και στις βόμβες των Στούκας, είδα να
βυθίζονται οι ελπίδες μου για την Αίγυπτο, κι έμεινα. Μπήκαν στην Αθήνα μας
μια Κυριακή κι έστησαν αμέσως την πολεμική τους σημαία σ' έναν ψηλό κοντό,
πάνω στα αθάνατα μάρμαρα της Ακρόπολης. [[Κατηγορία:]]Άπειρα μάτια ελληνικά
εδάκρυσαν το πρωινό εκείνο, βλέποντας το σύμβο- λο των Ούννων να λερώνει το
μοναδικό μνημείο του πολιτισμού και της λευτεριάς, τον Παρθενώνα. Έτσι
εδάκρυσαν και τα δικά μου. Μα... ύστερα τα βλέφαρά μου σφίχτηκαν κι άστραψαν
από μια φλόγα που θα μπορούσε να λιώσει και ατσάλι ακόμη, κι ήταν αυτή, η
φλόγα της συγκρατημένης λύσσας εναντίον τους.

Ήταν η φλόγα που μου έλεγε ότι κάτι πρέπει να τους κάνω. Κάτι μεγάλο, κάτι
που να τους μαστιγώσει σε εκείνα τα αγέρωχα γουρουνίσια μούτρα τους, κάτι
προσβλητικό, κάτι που να τους κάνει να κατεβάσουν εκείνα τα κρύα γαλανά,
χωρίς οίκτο κτηνώδη μάτια τους. Κάτι συμβολικό που να τους χτυπήσει όλους
μαζί σαν χώρα, σαν λαό, και προ παντός, σαν στρατό.

Την ίδια φλόγα είδα τότε στα μάτια πολλών φίλων μου, αλλά προ παντός τη
διέκρινα και την γνώρισα στα μάτια του Μανώλη του Γλέζου, του συμμαθητή μου.
Κυτταχτήκαμε στα μάτια και χωρίς κουβέντες συνεννοηθήκαμε. Αρχίσαμε να
σκεφτόμαστε τι θα κάνομε. Εν τω μεταξύ, οι Ναζίδες είχαν αρχίσει
επιχειρήσεις εναντίον της Κρήτης. Πηγαίναμε στο Φάληρο μόνοι μας και μπρος
στα αφρισμένα κύματα σκεφτόμαστε τι να τους κάνομε ακούγοντας από πάνω μας
τη Λουφτβάφε να μεταφέρει αλεξιπτωτιστές για την Κρήτη. Οι μέρες
περνούσαν... Είχε περάσει ένας μήνας που κατέλαβαν την Αθήνα και η Κρήτη
είχε λυγίσει. Πολεμούσαν ακόμη τα παλικάρια μας μαζί με τους Εγγλέζους σε
μερικά σημεία.

Κι έξαφνα ένα δειλινό που ήμαστε στο Ζάππειο και ο ήλιος έγερνε λούζοντας
τον ορίζοντα με εκείνα τα χρώματα που μόνο ο αττικός ουρανός έχει, τα μάτια
μας γύρισαν στον βράχο της Ακροπόλεως. Μέσα στο υπέροχο φόντο της δύσης
σταθήκαμε και κυττούσαμε. Και τότε... το βλέμμα μας έπεσε πάνω στη σημαία
τους που υπερήφανα κυμάτιζε ψηλά-ψηλά και η βαριά σκιά της πλάκωνε
καταθλιπτικά όλη την Αθήνα, όλη την αττική γη. Να τι πρέπει να τους κάνομε!
Ήρθε η σκέψη σαν σπίθα. Να τους την πάρομε. Να την γκρεμίσομε και να την
ξεσχίσομε και να πλύνομε έτσι τη βρωμιά από τον Ιερό Βράχο. Την είχαν στήσει
αυτήν την ίδια την πολεμική τους σημαία οι Ναζί θριαμβευτικά ως τότε στη
Βαρσοβία, στη Βιέννη, στην Αμβέρσα, στη Νορβηγία, στο Παρίσι και στο
Βελιγράδι και απειλούσαν να τη στήσουν σε όλο τον κόσμο τότε. Μα εδώ είναι
Ελλάδα. Είναι η μικρή χώρα που απ' αυτή ξεπετάχτηκε η φλόγα του Πολιτισμού.
Είναι η χώρα που δίνει το παράδειγμα πάντα στις κρίσιμες στιγμές της
Ιστορίας. Ήταν πολύ απλό μα και πολύ Μεγάλο. Μια σημαία σήκωσε στις 25
Μαρτίου 1821 ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, μια σημαία θα κατεβάζαμε και μεις
στις 31 Μαϊου 1941. Συμβολικό το πρώτο, συμβολικό και το δεύτερο. Μια φούχτα
άνθρωποι τότε απειλούσαν την Πανίσχυρη Τουρκική Αυτοκρατορία. Δυο παιδιά
εμείς, θα προσβάλλαμε το φοβερό τότε Γ΄ Ράιχ. Και βάλαμε σ' ενέργεια αμέσως
το σχέδιο. Πήραμε απ' την Εθνική Βιβλιοθήκη τη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια και
διαβάσαμε στη λέξη Ακρόπολις. Εκεί είδαμε όλες τις σπηλιές ή τρύπες που έχει
ο βράχος της Ακροπόλεως από την εποχή εκείνη και καταλάβαμε ότι μόνον από
ένα σπήλαιο -που είναι στο εσωτερικό του βράχου της Ακροπόλεως και λέγεται
Πανδρόσειον άντρον" και στο οποίο κατά τη Μυθολογία εκατοικούσε ο ιερός όφις
της θεάς Αθηνάς και του πήγαιναν οι ιέρειες του ναού του Παρθενώνα και
έτρωγε μηλόπιττες στις εορτές των Παναθηναίων- ότι μόνον απ' αυτήν την
τρύπα, που έβγαινε σε ένα βάθρο δίπλα στο Ερεχθείο, θα μπορούσαμε να
ανεβούμε στην Ακρόπολη χωρίς να μας δουν οι Γερμανοί φρουροί. Την άλλη μέρα
κιόλας πήγαμε και ανεβήκαμε σαν επισκέπτες στην Ακρόπολη και είδαμε πού
ακριβώς είναι αυτή η σπηλιά από την οποία θα ανεβαίναμε την νύκτα. Πέρασε κι
αυτή η ημέρα και ήλθε η επομένη, η 30ή Μαϊου 1941. Είχαμε ακούσει το βράδυ
από το ραδιόφωνο το Λονδίνο που μας είπε ότι η Κρήτη εγκατελείφθη πια. Πρωί
πρωί οι Ούννοι με τις εφημερίδες τους και με προκηρύξεις μας ανήγγειλαν
γεμάτοι κομπασμό και υπερηφάνεια ότι κατέλαβαν και την τελευταία γωνιά της
Ελλάδας, την ηρωική Κρήτη.

Δεν ξέρω τι ήταν εκείνο που ένιωθα, μα μου φαίνεται πως ήταν ένα παράπονο
μαζί με δυνατό πυρετό. Περίμενα μ' αγωνία να βραδιάσει.

Επιτέλους βράδιασε. Συναντηθήκαμε με τον Μανώλη και ξεκινήσαμε. Όπλα δεν
είχαμε τότε. Είχα πάρει μαζί μου μόνον ένα φαναράκι ηλεκτρικό κι ένα
μαχαιράκι. Φτάσαμε. Κάναμε μια βόλτα στα Προπύλαια μέχρι να φτάσει η ώρα 9:
30 μ.μ. Τότε είδαμε τους Γερμαναράδες να είναι μαζεμένοι μέσα στο δωμάτιο
της εισόδου και να πίνουν κρασί και μπίρες, έχοντας και μερικές κακές
Ελληνίδες, απ' αυτές που πουλάν τον έρωτά τους στα Προπύλαια που είχαν το
Φρουραρχείο. Ακούγαμε απόμακριά τα κτηνώδη χάχανά τους και τα τραγούδια τους
και σφίγγαμε ακόμη περισσότερο τα δόντια μας. Όταν έφτασε η ώρα,
κυτταχθήκαμε. Ίσως να μην ξαναβλέπαμε τον ήλιο ν' ανατέλλει. Είναι αλήθεια
ότι νιώθαμε ένα δυνατό χτυποκάρδι μα αυτό δεν ακουγόταν παραέξω. Τα στήθη
μας τα ελληνικά το πνίγανε. Είναι γλυκός ο θάνατος όταν πεθαίνεις για τα
ιδανικά σου.

Σ' αυτές τις στιγμές δεν έχεις παρά να θυμηθείς την Ιστορία. Να θυμηθείς τον
Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, να θυμηθείς τον Αθανάσιο Διάκο ή το Μεσολόγγι ή τον
πόλεμο της Αλβανίας κι είσαι εντάξει. Σφίξαμε τα χέρια, πηδήξαμε τα σύρματα,
μπήκαμε ανάμεσα στα δέντρα. Συρθήκαμε με την κοιλιά και φτάσαμε στη σπηλιά.
Μπήκαμε μέσα ψηλαφητά κρατώντας και την αναπνοή μας ακόμη. Αρχίσαμε να
σκαρφαλώνομε ως τα μαδέρια της σκαλωσιάς που είχαν φτιάξει οι αρχαιολόγοι
για ανασκαφές. Κάτω μας το βάραθρο άνοιγε το μαύρο του στόμα να μας καταπιεί
στο πρώτο ξεγλίστρημα. 40 μέτρα κάτω κατέβαινε η σπηλιά και κατόπιν
ανοιγότανε το χείλος ενός ξεροπήγαδου, άλλα καμιά δεκαριά μέτρα. Σιγά-σιγά
σκαρφαλώσαμε και κάνοντας μια τελευταία έλξη βγήκαμε στο επάνω βάθρο.
Ανεβήκαμε μερικά μαρμάρινα σκαλιά και σηκώσαμε τα κεφάλια μας να δούμε. Ήταν
ένα τέταρτο το φεγγάρι. Και καθώς το ασημένιο του φως έλουζε τα ιερά εκείνα
μνημεία του άπαντου της Τέχνης και της Ομορφιάς, νιώσαμε μέσα μας ν'
ατσαλώνομε. Είδαμε με τα μάτια της ψυχής μας τους αθάνατους προγόνους μας να
στέκονται σιωπηλοί και μεγαλοπρεπείς μες στις χλαμύδες τους τριγύρω μας και
να μας κυττάνε ερωτηματικά αν θα κάνομε το καθήκον μας ή όχι. Αν και δεν
πολυπιστεύω στο μοιραίο, εν τούτοις εκείνες τις στιγμές νομίζω ότι το
μοιραίο της φυλής μας έριξε τον κλήρο σε μας... Προχωρήσαμε συρτά με την
κοιλιά. Μας χώριζαν περίπου 50-60 μέτρα απ' τον κοντό που είχαν τη σημαία
τους. Χωριστήκαμε και πηγαίναμε ανάμεσα στα μάρμαρα, πετώντας κάθε τόσο
πέτρες μήπως ήταν κανένας Γερμανός σκοπός κρυμμένος. Όταν φτάσαμε κοντά στον
κοντό είδαμε την ξύλινη σκοπιά τους.

Πετάξαμε πάλι κάνα-δυο πέτρες κι όταν είδαμε ότι ήταν ησυχία σηκωθήκαμε
όρθιοι και προχωρήσαμε θαρρετά. Φτάσαμε στον κοντό. Ψηλά κυμάτιζε η σημαία
τους. Λύσαμε το συρματόσχοινο και τραβήξαμε για να την κατεβάσομε. Μα την
είχαν μπλέξει στην κάτω άκρη της με τα τρία συρματόσχοινα που στήριζαν τον
κοντό. Κρεμόμαστε κι οι δυο για να την κατεβάσομε μα δεν κατέβαινε. Αρχίσαμε
τότε με τη σειρά να σκαρφα- λώνομε στον σιδερένιο κοντό για να την φτάσομε
και να την κόψομε. Μα ήταν 20 μέτρα ο κοντός και λείος κι ήταν αδύνατο να
την φτάσομε. Κουρασμένοι σταθήκαμε για λίγο κι απογοητευτήκαμε, σκεφτόμαστε
τι να κάνομε.

Να φύγομε χωρίς την σημαία τους λάφυρο, δεν το σκεφτήκαμε ούτε μια στιγμή.
Και μέσα στην ένταση της σκέψης μας, σκεφτήκαμε ότι πρέπει να σπάσομε τα
τρία συρματόσχοινα για να μπορέσομε να την κατεβάσομε.

Αρχίσαμε τότε με τα χέρια μας, με τα δόντια μας, με ό,τι μπορούσαμε να
προσπαθούμε να ξεκολλήσομε τα συρματόσχοινα απ' τους σκουρασμένους χαλκάδες
με τους οποίους κρατιότανε στα γύρω μάρμαρα. Κραυγή ενθουσιασμού μου ξέφυγε
όταν έσπασε το πρώτο. Κατόπιν έσπασε και το δεύτερο και μετά το τρίτο.
Αμέσως ξεμπλέξαμε τα συρματόσχοινα και τότε το μισητό σύμβολο του φασισμού
κατέβηκε. Ήταν μια τεράστια σημαία 4 μ. μήκος και 2 μ. πλάτος. Στη μέση είχε
τον αγκυλωτό σταυρό και στην απάνω άκρη τον γοτθικό πολεμικό σταυρό του
Κάιζερ.

Με λύσσα την κόψαμε απ' το συρματόσχοινο και την μαζέψαμε. Σχίσαμε από ένα
κομμάτι απ' τον αγκυλωτό σταυρό. Την υπόλοιπη την κάναμε ρολό και την
πήραμε. Είχαν περάσει τρεις ώρες περίπου απ' την ώρα που είχαμε ξεκινήσει.
Το φεγγάρι είχε χαθεί και μαζί μ' αυτό και οι οπτασίες των προγόνων μας
ευχαριστημένες. Ο αέρας μας δρόσιζε τα φλογισμένα πρόσωπά μας και μας έφερνε
από μακριά τα χάχανα των Γερμαναράδων.

"Α! τώρα γελάστε και τραγουδείστε όσο θέλετε, αύριο το πρωί θα τα πούμε",
σκέφτηκα.

Κατεβήκαμε απ' το ίδιο μέρος. Για να την πάρομε μαζί μας ήταν αδύνατο γιατί
η ώρα της κυκλοφορίας είχε περάσει. Τότε αποφασίσαμε να την κρύψομε μέσα
στην ίδια τη σπηλιά, κάτω στο ξεροπήγαδο. Κατεβήκαμε σιγά σιγά μέχρι κάτω,
φτάσαμε στο χείλος του ξεροπήγαδου και την πετάξαμε όπως ήταν, τυλιγμένη σε
μπόγο, μέσα. Ακούσαμε τον γδούπο της και ησυχάσαμε.

Ανεβήκαμε πάλι και φύγαμε σιγά σιγά, πηγαίνοντας σύρριζα στον τοίχο και
προσέχοντας μην συναντήσομε καμιά γερμανική περίπολο. Όταν βρισκόμαστε στη
μέση του δρόμου περίπου για το σπίτι μας, μας σταμάτησε ξαφνικά με το
πιστόλι στο χέρι ένας Έλληνας αστυνομικός που φύλαγε σκοπός σ' ένα δημόσιο
ταμείο.

Στην αρχή σκέφτηκα να του επιτεθώ με το μαχαίρι. Αλλά κατόπιν του μιλήσαμε
ευγενικά και θαρρετά και του δώσαμε να καταλάβει ότι πρέπει να μας αφήσει να
πάμε στα σπίτια μας χωρίς βέβαια να του πούμε τίποτε για το ζήτημα της
σημαίας. Μας άφησε και φύγαμε. Φτάσαμε στα σπίτια μας, καθησυχάσαμε τους
δικούς μας που μας περίμεναν γεμάτοι αγωνία μη ξέροντας πού είμαστε. Όλη τη
νύχτα δεν κοιμήθηκα. Και το πρωί ήρθε ο Μανώλης και ανεβήκαμε στην ταράτσα
του σπιτιού μου και κυττούσαμε την Ακρόπολη. Μέχρι τις 11 π.μ. της 31ης δεν
υπήρχε σημαία στην Ακρόπολη, όπως έλεγαν τώρα τελευταία μετά την
απελευθέρωση οι Έλληνες φύλακες της Ακροπόλεως. Η γερμανική φρουρά, η οποία
απετελείτο από 20 περίπου άνδρες τα είχε χάσει. Πανικός στο γερμανικό
στρατηγείο. Οι κούρσες πήγαιναν κι έρχονταν. Τι έγινε η πολεμική τους
σημαία; Ποιος τόλμησε να την πειράξει; Κατά τις 11 η ώρα πήγαν και βάλαν
μιαν άλλη στη θέση της πιο μικρή. Με τις απογευματινές εφημερίδες
βροντοφωνήσανε οι Γερμανοί τις κυρώσεις τους. Επήραν τα δακτυλικά μας
αποτυπώματα απ' το σιδερένιο κοντό και μας κατεδίκασαν ερήμην σε θάνατο
(γιατί δεν μας ήξεραν). Επίσης όλους τους τυχόν σ υνενόχους μας. Μας
επικήρυξαν και με χρηματικό ποσόν. Περιόρισαν τις ώρες κυκλοφορίας των
πολιτών και απέλυσαν τον αρχηγό της Αστυνομίας και τους διοικητές των
αστυνομικών τμημάτων της περιφερείας της Ακροπόλεως.

Επίσης, συνέλαβαν όλους τους Έλληνες φύλακες της Ακροπόλεως, τους οποίους
όμως άφησαν ελευθέρους, αφού εξήτασαν τα αποτυπώματά τους και τους
ανέκριναν, τη δε φρουρά τους την κατεδίκασαν εις θάνατον και την εξετέλεσαν.
Μου φαίνεται πως βγήκαν λίγο ξινά τα γλέντια των Γερμαναράδων για τον
θρίαμβο της Κρήτης... Αμέσως το νέο διαδόθηκε σαν αστραπή στην Αθήνα και
στον Πειραιά και στα περίχωρα και κατόπιν σ' ολόκληρη την Ελλάδα. Το Λονδίνο
και το Κάιρο την άλλη νύχτα έπλεξαν εγκώμια γι' αυτό. Θα νιώσω άραγε άλλη
φορά τα συναισθήματα που ένιωθα εκείνες τις ημέρες όταν άκουγα γύρω μου
παντού τους Έλληνες με υπερηφάνεια και ειρωνεία για τους Γερμανούς να μιλούν
για το γεγονός αυτό και να το χαρακτηρίζουν παίρνοντας κουράγιο για την αρχή
του καινούργιου πολέμου της Αντίστασης. Έβλεπες παντού τον κόσμο να έχει
αναθαρρήσει, να περπατάει με ψηλά το κεφάλι, ξέροντας καλά ότι το καζάνι
άρχισε να βράζει πάλι...

Κι έτσι αρχίσαμε... Έπειτα από 8 μήνες επεχείρησα να φύγω για την Αίγυπτο
για να πάω στο στρατό να πολεμήσω πιο ενεργά μαζί με τον Μανώλη κι έναν άλλο
φίλο μου. Μα, ύστερα από προδοσία, μας έπιασαν οι Γερμανοί. Μας κλείσανε
στις φυλακές. Τότε σκέφτηκα ότι αν είχαν την εξυπνάδα να παραβάλουν τα
δακτυλικά μας αποτυπώματα, όλα θα τελείωναν. Αλλά δεν την είχαν, ευτυχώς.

Καθίσαμε λίγο καιρό στις φυλακές, όπου περάσαμε του κόσμου τα μαρτύρια (ξύλο
ανηλεές, σχεδόν καθημερινό ντους με κρύο νερό έξω στο κρύο κ.λπ.) αποτέλεσμα
των οποίων ήταν, όταν βγήκαμε, τον Απρίλιο του 1942, ύστερα από μια αμνηστία
που μας συμπεριέλαβε, να κάνει ο Μανώλης αιμοπτύσεις.

Μόλις βγήκα απ' τη φυλακή, οργανώθηκα για καλά (είχε φουντώσει εν τω μεταξύ
το κίνημα της Αντίστασης) κι άρχισα να κάνω χίλιες δουλειές, από κόλλημα
προκηρύξεων και γράψιμο στον τοίχο μέχρι μεταφορά όπλων και κρύψιμο, κ.λπ.

Το καλοκαίρι του 1943 ένας χαφιές των SS με γνώρισε και κουβάλησε αρκετούς
από δαύτους να με πιάσουν. Τους ξέφυγα, πηδώντας από παράθυρο σε παράθυρο κι
από ταράτσα σε ταράτσα και βγήκα στο Αντάρτικο. Κατατάχθηκα στον ΕΛΑΣ και
τοποθετήθηκα στην περιοχή Στερεάς Ελλάδας.

Έλαβα μέρος σε αρκετές μάχες παρατάξεως με τους Ναζίδες και σε πολλές
επικίνδυνες αποστολές και κανόνισα αρκετούς Γερμαναράδες, τραυματίσθηκα δε
στο στήθος (αριστερό ημιθωράκιο) πάνω απ' την καρδιά από τυφλό τραύμα
βλήματος. Αυτή είναι η ιστορία της συμβολής μου στην Αντίσταση του λαού μας,
εν ολίγοις. Αλλά τι είναι αυτά μπροστά στις υπέροχες σελίδες που έχει γράψει
ο ελληνικός λαός στα τέσσερα αυτά χρόνια της πιο σκληρής και ανελέητης
σκλαβιάς που είδαμε ποτέ στην ιστορία μας; Κάθε πέτρα και κάθε αγκωνάρι,
κάθε δρόμος και κάθε πεζοδρόμιο έχει γραμμένη απάνω μιαν ολόκληρη ιστορία
ηρωισμού και θυσίας για τη λευτεριά, από γνωστούς και άγνωστους μάρτυρες,
ήρωες, ατσάλινες ψυχές που ξεψυχάγανε προφέροντας το όνομα της Ελλάδας μας
και φωνάζοντας "Θάνατος στο φασισμό!!!". Οι βουνοκορφές πάλι κι οι ράχες
αχολογούν ακόμα απ' τις κλαγγές των όπλων κι απ' τα κλέφτικα τραγούδια των
λεβεντόκορμων ανταρτών και κάθε στενό και κάθε ρέμα μυρίζει μπαρούτι ακόμη,
απ' αυτό που έπεφτε καυτό απάνω στις γερμανικές φάλαγγες κάθε λεπτό και τους
έκανε, αλαφιασμένοι να μην ξέρουν από πού να φυλαχτούν, νομίζοντας ότι κάθε
πεύκο και κάθε έλατο ζωντανεύει κι είναι αντάρτης, εκδικητής!!! Θα μπορούσα
να λέω ολόκληρα μερόνυχτα, είναι τόσα πολλά.



ΣΗΜ: Με τίτλο ''Δεν νιώθω ήρωας, έκανα το καθήκον μου ''στις 29 Μα'ίου 2000
ο Λάκης Σάντας σε συνέντευξη που εδωσε στον υπογράφοντα(επίσης Λευκαδίτη)
και δημοσιευθηκε στα 'ΝΕΑ'(στήλη 30 ερωτήσεις) ειπε:

ΚΑΤΑΓΕΤΑΙ: Από τη Λευκάδα

ΑΓΑΠΑΕΙ: Την τάξη και την αποτελεσματικότητα

ΔΙΑΒΑΖΕΙ: Πολλή ιστορία

ΕΛΠΙΖΕΙ: Σε μια ιδανική, αταξική, ειρηνική κοινωνία για τα νέα παιδιά

ΑΚΟΥΕΙ: Μόνο τη συνείδησή του

ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ: Την παγκόσμια ειρήνη

Τη νύχτα της 30ής Μαΐου 1941 ο Απόστολος (Λάκης) Σάντας μαζί με τον Μανώλη
Γλέζο κατέβασαν τη σημαία των ναζί κατακτητών από τον Ιερό Βράχο της
Ακρόπολης. Χθες οι Λευκαδίτες της Αθήνας τίμησαν τον 78χρονο συμπατριώτη
τους σε μια όμορφη εκδήλωση στην Αθήνα όπου οι μνήμες ζωντάνεψαν.

ΕΡ.: Ήρωας:

ΑΠ.: Δεν νιώθω ήρωας, έκανα το καθήκον μου.

ΕΡ.: Σήμερα θα το ξανακάνατε;

ΑΠ.: Με μεγαλύτερο πάθος.

ΕΡ.: Μια εντυπωσιακή πράξη αναγνώρισης του αγώνα σας.

ΑΠ.: Το δάφνινο στεφάνι που μου έβαλε η γειτονιά μου, το 1945, όταν γύρισα
από το αντάρτικο.

ΕΡ.: Θέλετε να ξεχάσετε:

ΑΠ.: Τις αδικίες που έγιναν εις βάρος μου.

ΕΡ.: Μανώλης Γλέζος:

ΑΠ.: Φίλος και σύντροφος.

ΕΡ.: Εθνική Αντίσταση:

ΑΠ.: Τιμή σε αυτούς που έπεσαν στους αγώνες για την ελευθερία.

ΕΡ.: Αν η ζωή σας γινόταν ταινία, τι τίτλο θα της δίνατε;

ΑΠ.: «Αγώνες για ιδανικά».

ΕΡ.: Η καλύτερη στιγμή στη ζωή σας;

ΑΠ.: Οι ηρωικές στιγμές στη διάρκεια του αγώνα.

ΕΡ.: Και η χειρότερη;

ΑΠ.: Ο θάνατος της Κλεοπάτρας, της γυναίκας μου.

ΕΡ.: Μακρόνησος, Ψυτάλλεια, Ικαρία ­ φυλακίσεις, εξορίες:

ΑΠ.: Πικρές μνήμες.

ΕΡ.: Ετοιμάζετε βιβλίο;

ΑΠ.: Ναι, με όλες τις αναμνήσεις μου.

ΕΡ.: Προσπαθείτε:

ΑΠ.: Να συμβάλω για έναν κόσμο καλύτερο.

ΕΡ.: Θυμώνετε:

ΑΠ.: Με την ανευθυνότητα.

ΕΡ.: Θα θέλατε να ζήσετε:

ΑΠ.: Στην όμορφη Λευκάδα, το νησί των ποιητών.

ΕΡ.: Αγαπημένος φίλος:

ΑΠ.: Γιάννης Ορφανός. Μου λείπει.

ΕΡ.: Συγκινείσθε:

ΑΠ.: Με τις αναμνήσεις μου.

ΕΡ.: Η νεολαία σήμερα:

ΑΠ.: Αν χρειαστεί θα είναι αντάξια των προγόνων της.

ΕΡ.: Μια συμβουλή στα εγγόνια σας:

ΑΠ.: Να γίνουν καλύτερα από εμένα.

ΕΡ.: Αγαπημένος ηθοποιός;

ΑΠ.: Δημήτρης Χορν.

ΕΡ.: Και τραγουδιστής;

ΑΠ.: Μαρία Φαραντούρη.

ΕΡ.: Πολιτικό που θαυμάζετε:

ΑΠ.: Τον Τρικούπη.

ΕΡ.: Το μεγαλύτερο πρόβλημα της κοινωνίας μας:

ΑΠ.: Η ανεργία και η εξάπλωση των ναρκωτικών.

ΕΡ.: Μια σκηνή στον δρόμο που σας εντυπωσίασε;

ΑΠ.: Η εκδήλωση σεβασμού ενός παιδιού σε ηλικιωμένο.

ΕΡ.: Ελλάδα:

ΑΠ.: «... Νιώθω για σε πατρίδα μου στα σπλάχνα χαλασμό...».

ΕΡ.: Αγαπημένο βιβλίο:

ΑΠ: «Πόλεμος και Ειρήνη».

ΕΡ.: Και τραγούδι:

ΑΠ.: «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού».

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

ΒΟΥΛΗΣ ΒΡΕΤΤΟΣ-Ο ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ











Σήμερα θα σταθώ στη μνήμη ενός σημαντικού Λευκαδίτη, του Βούλη Βρεττού που
έφυγε για πάντα στις 24/10/2001. Η Λευκάδα τον αποχαιρέτησε με βροχή, με τον
τυπικό χειμωνιάτικο μελαγχολικό καιρό της. Οι φίλοι του επαιξαν-οπως ο ίδιος
είχε ζητήσει-πάνω απο την τελευταία του κατοικία το '΄βαλς του
αποχαιρετισμού'' που τόσο του άρεσε.

Ήταν σημαιοφόρος της παλιάς Λευκάδας. Με τεράστια προσφορά. Ο Βούλης
πλημμύριζε από από κέφι. Από ζωή. Και ήταν αναμφίβολα ένα μεγάλο ταλέντο
σατυρικού συγγραφέα. Αξεπέραστος στις εμφανίσεις του (αλλά και στον
οργάνωση) στο φεστιβάλ και στις παρλάτες του τις απόκριες. Για μένα που τον
έζησα (αν και μικρότερος) ήταν ενα μυθικό πρόσωπο πόυ σημάδεψε την εποχή των
παιδικών μου χρόνων. Με τις μεταμφιέσεις του, τις παρλάτες του, τα
δημοσιογραφικά του κείμενα αλλά και την μοναδική προσφορά του στα τοπικά
σωματεία.

Συγκινητικό ειναι το σημείωμα της εκλεκτής Λευκαδίτισσας( και φίλης του),
της κας Χαρά Παπαδάτου -Γιαννοπούλου (αρχιτέκτων που ζει και εργάζεται στην
Πάτρα) για τη ΄''φυγή''' του Βούλη. Το παραθέτω αυτούσιο:

'' Κατ' αρχάς θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον κ. Ηλία Γεωργάκη για την
πρόθεση του να τιμήσει την μνήμη του Βούλη αλλά και την ευγενική του πρόταση
να συμμετάσχω στο μικρό αυτό αφιέρωμα για αυτόν. Για μένα ο Βούλης ζει
πάντα. Είναι εδώ με την πληθωρική του παρουσία με το αστεί-ρευτο χιούμορ του
με την εκπληκτική του ικανότητα να διεισδύει στην ανθρώπινη προσωπικότητα
και να τονίζει τα εσώτερά της, να διεισδύει στις καταστάσεις και να τούς
δίνει το δικό του χρώμα και όλα αυτά να τα διηγείται με τον δικό του
μοναδικό τρόπο. Η ανάμνησή του συνδυάζεται με ψυχική ευφορία. Πώς να τον
ξεχάσουμε. Στιγμές αξέχαστες. Να διηγείται με οίστρο απίθανες λεπτομέρειες
για πρόσωπα και καταστάσεις, οι ακροατές να γελάνε ασταμάτητα και ο Τάκης ο
Προδρομίτης να τον κοιτάζει με δυσπιστία και να του λέει να μην βάζει τόσο
αλάτι και πιπέρι και ο Βούλης να θυμώνει με τις ιερόσυλες παρατηρήσεις του
Τάκη.

Αυτό όμως που θα ήθελα κυρίως να αναφέρω είναι ότι ο Βούλης δεν ήτανε απλώς
ένας σατυρικός ποιητής. Ένας από τούς τελευταίους ίσως στον επτανησιακό
χώρο. Μια μοναδική προσωπικότητα. Δεν ήταν μόνο ένας άνθρωπος που προσέφερε
τα μέγιστα στα πολιτιστικά πράγματα της Λευκάδας. Ήταν και κάτι άλλο.

Για τα ποιήματα που αναφερόταν στα κοινά πρέπει να πούμε ότι:

1. Έκανε μέσα από την σατυρά του μια καταλυτική κοινωνική κριτική. Με σθένος
και θάρρος. 2. Ήτανε ένα άνθρωπος που κατέγραψε με μεγάλη επιτυχία την
petite histoire της Λευκάδας. Τα κείμενά του τα οποία δημοσιευθήκανε στο
περιοδικό Ζήνων 1977, στο αφιέρωμα στην Λευκάδα είναι κείμενα με άριστη
ιστορική τεκμηρίωση και με μεγάλη ικανότητα συγκροτήσεως της ύλης.

3. Είναι ο αυθεντικότερος παρουσιαστής μέσα από τα ποιήματά του της ιστορίας
των Γιορτών Λόγου και Τέχνης. Είναι ο μόνος που διέσωσε το άρωμα της εποχής
εκείνης, τα πρόσωπα, τα προβλήματα, τις καταστάσεις μέσα από τη καταλυτική
σατυρική του πένα. Ιδιαίτερα το «Πανόραμα Φεστιβάλ» με την προσθήκη που
έκανε πολλά χρόνια αργότερα για να διασώσει όπως έλεγε αυτούς που
αγωνίσθηκαν, βλέποντας ότι πολλά αλλάζουν και οι νεώτεροι πολλά ξεχνούν.
Θεωρώ ότι το ποίημα αυτό θα έπρεπε να συνοδεύει όλα τα προγράμματα του
Φεστιβάλ κάθε χρόνο. Για να μην ξεχνάμε και για να συνει-δητοποιούμε πόσοι
και πόσα πολλά προσέφεραν. Τέλος μέσα από τις διηγήσεις τους για τα έθιμα
της Λευκάδας στο τοπικό ραδιόφωνο έκανε μια εκπληκτικής ιστορικής σημασίας
λαογραφική καταγραφή των εθίμων με ζωντάνια και αμεσότητα. Η παρουσίαση δε,
της κάθε γειτονιάς μέσα από τα ονόματα των γυναικών που πήγαιναν π.χ. στον
Επιτάφιο κ.λ.π. είναι κάτι μοναδικό, είναι σαν να κάνει, εκτός των ονομάτων
που διασώζει, και μια τοπογραφική αποτύπωση της χώρας. Ένα πολύβουο μωσαϊκό
που παίρνει σάρκα και οστά μέσα από την διήγησή του και μας κάνει να
ξαναζούμε καιρούς αλλοτινούς. Ας είναι ελαφρύ το χώμα της λευκαδίας γης που
τον σκεπάζει. '' (Χαρά Παπαδάτου -Γιαννοπούλου -Πάτρα).

Βιογραφικο: Ο αξέχαστος Βουλης Βρεττός γεννήθηκε στην πόλη της Λευκάδας -
συνοικία Αγίας Παρασκευής, στις 7 Απριλίου 1931. Πρωτότοκος γιος του Οδυσσέα
Νικ. Βρεττού, από τα πέντε εν ζωή τέκνα του και της Κωνσταντίνας, το γένος
Χρίστου Τσακάλη, από την Πάλαιρο της Αιτωλοακαρνανίας. Τελείωσε το Δημοτικό
και Οκτατάξιο Μικτό Γυμνάσιο Λευκάδας το έτος 1949.

Αποφοίτησε από την Υγειονομική Σχολή Αθηνών, ως Επόπτης Δημόσιας Υγείας.
Υπηρέτησε στην Υγειονομική Υπηρεσία Λευκάδας επί τριακονταπενταετίαν και
διετέλεσεν ως Διευθυντής αυτής επί 11ετίαν. Συνταξιοδοτήθηκε το 1990 και με
υπουργική απόφαση δημοσιευθείσα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως διατηρησε τον
τίτλο του επίτιμου Διευθυντού ισοβίως του Υπουργείου Υγείας. Ασχολήθηκε με
τη σάτυρα από μικρός μαθητής και χαρακτηρίζεται για το πηγαίο χιούμορ του
παντού και πάντα και στις πλέον δραματικές στιγμές.

Ασχολήθηκε από πολύ μικρός με τα κοινά της Λευκάδας. Ιδρυτής και Δ.
Σύμβουλος του Εθνικού τότε Ωδείου Λευκάδος, που έμεινε στην ιστορία της
Νήσου πλέον. Αντιπρόεδρος και Δ.Σ. στο Σωματείο Ν. Τηλυκράτης. Μέλος του
Δ.Σ. και Πρόεδρος της Νέας Χορωδίας Λευκάδας επί 9 έτη.

Αντιπρόεδρος και μέλος του Δ.Σ. επί 18 συναπτά έτη στην Ιστορική Φιλαρμονική
Λευκάδας. Μέλος της θεατρικής ομάδας Λευκάδας και μέλος ομοίας του «Ορφέα»,
μέλος της Εξ. Επιτροπής του «Ορφέα» στην επιτροπή του Φεστιβάλ και συνέχεια
μέλος του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Λευκάδας από την ίδρυσή του μέχρι
και σήμερα. Πρόσκοπος από το 1946 και έφτασε στο βαθμό του Περιφερειακού
Εφόρου. Συνεργάτης της εφημερίδας «Λευκάς», «Ηχώ της Λευκάδος», «Ηχώ
Λευκάδας», «Πρωινά - Νέα» Ιωαννίνων, Έρευνα Λευκάδας και συνέβαλεν ως
γνωστόν στην έκδοση του Καλλιτεχνικού Αφιερώματος «Τιμές στη Λευκάδα», του
Φυσιολατρικού Ομίλου Πειραιά «ΖΗΝΩΝ» το 1979. Στο περιοδικό αυτό έγραψε για
πολλά Λευκαδίτικα θέματα και συγκέντρωσε την ύλη στη Λευκάδα για το
περιοδικό και την όλη εκδήλωση. Δημοσίευσε πολλά σατυρικά στις εφημερίδες
«ΛΕΥΚΑΣ» - Πρωινά Νέα Ιωαννίνων, στην ποιητική συλλογή Γιάννη Βουκελάτου -
Λάκη Μαμαλούκα, στην εφημερίδα «Έρευνα», «Άποψη» Κ. Μαμαλούκα, κ.λπ.
Συμμετείχε σε όλες τις καλλιτεχνικές - πνευματικές - κοσμικές κ.λπ.
εκδηλώσεις. «Έγραψε» τα Δώρα της Πρωτοχρονιάς για πολλά χρόνια, τα «Εξ
Αμάξης» σε κάθε καρναβάλι, κ.λπ.

Τιμήθηκε:

-Από την Υπηρεσία.

- Εύφημο μνεία του Υπουργού Υγείας.

-Τέσσερις εύφημες μνείες Νομαρχών και Δημάρχων. Έλαβε το μετάλλιο εξαιρέτων
πράξεων από τον τότε Βασιλέα Παύλο το 1949 για τις υπηρεσίες του στους
σεισμούς του 1948 και σχετικές διακρίσεις από το Σώμα Ελλήνων Προσκόπων.

-Τιμητική πλακέτα από τη Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδος - σε ειδική τελετή το
1998 για την 18άχρονη προσφορά του.

-Τελος το 1998 του απενεμηθηκε το Χρυσούν Μετάλλιον της πόλεως Λευκάδος από
το πρωην Δήμαρχο κ. Κώστα Σταματέλο και με ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ. του
Πνευματικού Κέντρου.

Εις μνήμην του αντιγράφω χαρακτηριστικα απόσπασματα από την σατυρική του
ποίηση:

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΜOΥ

(απόσπασμα):

Ειμ΄ ο Θρασύβουλος Βρεττός

Μπούλ-Μπρέτ κοινώς ή Βούλης

μίμος φαρσέρ, σατυρικός

κομψός, γυναικοτσούλης

φυσιολάτρης, χορευτής,

θεατρίνος, ποκαδόρος

π' ολόκληρος ο βίος μου

υπήρξεν ένας ντόρος.

Απ' τ' Οδυσσέα του σοφού

βγαλμένος το κεφάλι

και της Κωστάντως την κοιλιά

το γένος των Τσακάλη.

Γεννήθηκα Απρίλιον

έτους τριάντα ενα,

και παρ' ολίγο να χαθώ

απάνω εις την γέννα.

Βαφτίστηκα αυτοστιγμή

από το Σταματέλο

και το σχολάρχη Αντζουλή

σε τσίγκινο μαστέλο

και αντί να βγώ τηλέμαχος

- Ομήρου επιθυμία -

φωνάχτηκα Θρασύβουλος

για την κληρονομία.

Έτσι υπέστην ο Οδυσσεύς

την τρομερή θυσία.

- να σχίσει την Οδύσσεια

για την περιουσία! -

Απο πατέρα εγγονός

του Νίκου Καραστάθη

εν Βαυκερής, π' ως τα στερνά

Βενζελικός εστάθη

και Κατερίνας Ζώγκαινας

με την πλατιά φουστάνα

εκ Μανασού και Νικολής,

πούχε γεννούσα μάνα

κι έβγαλε τσούπρες δεκατρείς,

έκανε κανανάρη

ο δε πατήρ τις πρόβαλλε

στο νυφικό παζάρι

κι όταν κλαρίνο έπαιζε

σε γάμους, σε γιορτάδες,

στήναν κι οι δεκατρείς χορό

που κράταγε βδομάδες!

ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΑ ΣΑΤΥΡΙΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

(Βούλης Βρεττός).

Τι τουαλέτες, τι μπιζού,

τι φλέρτ και υποκλίσεις,

αβρά χειροφιλήματα

ονείρου εμφανίσεις

Μεσ΄του Κομπίτση, Μπελεμέ

Ντόβα και ΚΤΕΛ ακόμα,

Λευκάδα και περίχωρα

γλέντι ως τ΄αλλο γιόμα....

Στα κέντρα αυτα, κι αλλα πολλά

και 'Πάνθεον' κεντρομάνα,

εχαν' η μανα το παιδί

και το παιδί τη μάνα!

Ορχήστρες, τραγουδίστριες,

τύποι εντός τής πίστας

κι ο 'Γούρμος' κι ο Μουτρούκαλης',

λησταί επί της λίστας!

Κι όλα τα σωματεία μας

θα του χρωστάνε χάρη

μ΄ακομα μεγαλύτερη

στου 'Πάνθεον' το... Χάρη

Των σωματείων τσακωμοί

ποιο θα πρωτοτυπήσει

ποιου μαιτρ η χειρ, καλλίτερο

διάκοσμο θα ποιήσει!...

Ορχήστρα που ξεσήκωνε

ως και τους πεθαμένους

και μεσ΄στην πίστα έφερνε

τους σκνίπα μεθυσμένους!

Βάρα τη τρόμπα σου γλυκά

σολίστα Καμινάρη

ελευθέρα, μη ντρέπεσαι

κι ας είσαι στο πατάρι!

Χτύπά τα, Λίζα, χτύπα τα

τα κλαμπατσίμπανά σου

κι όλα τα εξαρτήματα

πούχεις αυτού μπροστά σου!

Μπαμπάρο, όλα λάλατα

τενόρο και ατίρο

τέντωνε τη φυσούνα σου

ολη, Κονία Σπύρο....

Εμπρός μαέστρο, φύσατο

δωστου να καταλάβει

σε λίγο πιά δεν θα μπορείς

επίκειται η... βλάβη!

Αλλαλαγμός, ξεφάντωμα,

διαρκής πανζουρλισμός

σωστός ανεμοστρόβιλος

καρναβαλιού σεισμός!

Κι ο Ζαχαρής μέγας φαρσέρ

πατούσε και βροντούσε

και πάντοτε τη 'ρεζεντά''

στα κέντρα τραγουδούσε!

Βερδίκης ο αμίμητος

άσσος στις παντομίμες

ως ταυρομάχος έμεινε

σε ολονων τις μνήμες.

Ο γραφικός Ζακχαίος μας

σε ντέφι, καστανιέτες

πρώτος στ΄ανατολίτικα

σπανιόλικα, κλακέτες.

Όμοιος με 'φόξ' χόρευε φόξ

κι όλοι κάναν στην πάντα

-Ο Ντίνος ο Τζετζέκος γάρ-

με παρτενέρ, το.. Σάντα.

Και ο Ηλίας Φρούφαλος

-η πιό κεφάτη νότα-

άρπαζε το μικρόφωνο

και τ΄αλλαζε τα... φώτα!

Κέφι πολύ σκορπάγανε

κι οι τύποι 'εκτός σάλας'

και πρώτος σόλο δεσποινίς

-Ο Σπύρος ο Κεφάλας!

------------------------------------------------

(Για τον Κωστα Ντε Βαλαμόντε)

''Ζηλευω το ταλέντο σου

των στίχων σου το βάθος

κι ιατροφιλοσοφικής

το τρομερό σου πάθος.

Ζηλεύω τις φτερούγες σου,

τη φήμη σου, τη δόξα

κι οι σαμποτέρ ας διαλαλούν

πως έχεις τρέλα, λόξα!''

(Βούλης Βρεττός)

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2009

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΛΑΜΟΝΤΕ: Ο ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ




ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΛΑΜΟΝΤΕ: Ο ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

''Ζηλευω το ταλέντο σου

των στίχων σου το βάθος

της ιατροφιλοσοφικής

το τρομερό σου πάθος.

Ζηλεύω τις φτερούγες σου,

τη φήμη σου, τη δόξα

κι οι σαμποτέρ ας διαλαλούν

πως έχεις τρέλα, λόξα!''

(Βούλης Βρεττός)

-----------------------------------------

O γνωστός καθηγητής μας

του νησιού ο ποιητής μας,

σε αδειές και σε πλατείες

λέει νέες θεωρίες,

μοναχός του τριγυρίζει

το μυαλό του ακονίζει,

στου Πουλιού και στον Λευκάτα

ψάχνει της Σαπφούς τα νειάτα.

Του φιλόσοφου η μοίρα

βγήκε βόλτα εις τη Γύρα

Ψάχνει για φιλοσοφίες

κι έχει όλο ανησυχίες.

Στο μεγάλο Βαλαμόντε

στήστε άγαλμα στον Πόντε,

στήστε άγαλμα στον Πόντε

στον μεγάλο Βαλαμόντε.

(Ηλίας Π. Γεωργάκης)



Ο Κώστας ντε Βαλαμόντε ή Κοκονιώρος ήταν μια ανεπανάληπτη φυσιογνωμία για τη
Λευκάδα. Ταλέντο στη μουσική, μεγάλος μίμος, έπαιζε κορνέτα με τη μύτη,
ζωγράφιζε, έκανε μορφασμούς και έβγαζε λαρυγγισμούς. Τραγουδούσε σε πολλές
γλώσσες χωρίς να τις γνωρίζει. Ήταν πάντα καλοντυμένος και γλεντζές.
Υπερήφανος και ακατάδεχτος. Και υπεράνω χρημάτων. Σύχναζε στην παραδοσιακή
ταβέρνα του 'Ρεγάντου'. Εκει έκανε αναλύσεις στις νέες ιατροφιλοσοφικες
θεωρίες του όπως για παράδειγμα '΄περι της θεραπείας σιωπής, αναπνοής και
ακροαστικών της σπονδυλικής στήλης''. Παράλληλα ζωγράφιζε με μαρκαδόρους και
σχέδια αρχιτεκτονικής. Στις αρχές του 1970 παρουσίασε στον ίδιο χώρο- για
πρώτη φορά- και ο νέος καλλιτέχνης και αντίζηλος του Κώστα, ο
λαναροβιομήχανος Σεραφείμ(τον θυμάμαι να γυρίζει ατημέλητος με ενα ποδήλατο και
ένα σκυλί). Ο Σεραφείμ ονομάστηκε ζωγράφος της πετσέτας αφού ειχαν βρει...
τον μπελά τους οι χαρτοπετσέτες του ''Ρεγάντου''. Εκει μια βράδια έγινε....
δημοπρασία έργων ζωγραφικής. Ο πρόεδρος της επιτροπής Γιώργος Σταύρος
υποστήριξε και τους δυο. Ωστόσο τη λαχειοφόρο την έβγαλε ο Κώστας Βαλαμόντες
άλλα συνέπεσε ο ίδιος αριθμός του λαχνού που κέρδισε να βρεθεί-ως συνήθως-
σε 15 χέρια. Έτσι διαμελίστηκε το έργο, λιώσανε και οι μαρκαδόροι απο τον
ιδρώτα και απο τα χυμένα κρασιά και ο Κώστας πετάχτηκε μπουρλοτάδος απ΄την
πόρτα και χάθηκε στην καταρρακτώδη βροχή της νύχτας. 'Ο Λευκαδίτης Πικασό.
/ενεμφανίσθη πάλι /και ατού Ρεγάντου σκάρωσε, /πινακοκαρναβάλι...' (Βούλης
Βρεττός). O ιδιος, ο Bουλης Βρεττός είχε γράψει για τον Κώστα ντε Βαλαμόντε
οτι τον γνώρισε το 1950 που επέστρεψε στη Λευκάδα γεμάτος απο τις
σουρεαλιστικές του ιδέες. Γιατί είχε φύγει προ του πολέμου και κανείς δεν
ξέρει που πέρασε την κατοχή και όλα τα δύσκολα χρόνια. Μόλις ήρθε στη
Λευκάδα αρχισε τις διαλέξεις. Στην αγορά έβγαζε ταμπλό με τα έγγραφα της
αναγνώρισης του. Οι διαλέξεις δινόταν στον θρυλικό ΄'Πανθεον'. Η τιμή του
εισιτηρίου ήταν 20 δρχ, υψηλή τιμή για να μην μπαίνουν νεαροί και κάνουν
φασαρία. Τις διαλέξεις προλόγιζαν συνήθως ο Βουλης Βρεττος και ο Νιονιος ο
Πατσάς. Πολλες φορές έφευγε απο την πίσω πόρτα και άφηνε τη διάλεξη στη
μέση. Μετά απο κάθε διάλεξη έφευγε αμέσως για την Αθήνα. Εκεί έπαιζε στο
Χαλάνδρι σε ταβέρνες αλλά μόλις έβλεπε Λευκαδίτη εξαφανιζόταν.

-Μια φορά σε μια διάλεξη του Βαλαμόντε στο 'Πάνθεον' οι επίσημοι στην πρώτη
γραμμή κάτι ψιθυρίσανε μεταξύ τους. Ο Βαλαμόντε σταμάτησε την ομιλία, πήγε
στα παρασκήνια, έφερε μια τρόμπα με φλίτ, κατέβηκε στην πλατεία και αρχισε
να τους ψεκάζει. Στη δε απορία τους απάντησε οτι άκουσε κουνούπια και έντομα
και ψεκάζει για να τα διώξει.

--Πολλες φορές στις διαλέξεις σταμάταγε, έκλεινε τα μάτια, έστρεφε το κεφάλι
προς τον ουρανό, ένωνε τα χέρια στο στήθος και έλεγε: 'Τώρα κάνω θεραπεία
σιωπής. Μη χειροκροτείτε'.

---Μια άλλη φορά παρουσίασε ένα έργο θεατρικό που εγραψε ο ίδιος. Το έργο
προέβλεπε να εμφανιστεί στην σκηνή μέσα απο το πατάρι. Αρχισε να βγαίνει
φωνάζοντας: 'Γίνεται σεισμός, σεισμός'. Τότε έγινε σεισμός στ΄αλήθεια και
ακολουθησε χαμός. Πέσανε οι κουρτίνες σκεπάσανε το ν Κώστα και ματαιώθηκαν
τα πάντα.

---Μια φορά τον πίεζε ο Γιώργος ο Σταυρος να του τραγουδήσει την 'Ξανθιά
Βαρώνη', το αγαπημένο του τραγούδι. Ο Βαλαμοντε έκανε το δύσκολο. Τελικά του
είπε: 'Θα τραγουδήσω αλλά θα 'πέσεις'. Εντάξει λέει ο κυρ Γιώργης. Βγάζει
ένα χαρτονόμισμα που το νόμισε για πενηντάρι και το ρίχνει μέσα στην κιθάρα.
Ο Βαλαμόντε τραγούδησε αλλά τον πείραζε κιόλας.

-Στο τέλος θα σου πώ τι επαθες απόψε.

-Τι επαθα, τι επαθα εγώ δεν παθαίνω τίποτα.

Στο τέλος, λοιπόν, ο Κώστας βγάζει ένα πεντακοσαρικο απο την κιθάρα-μεγάλο
ποσό για την εποχή-και ειδε και ο κυρ Γιώργης τι έπαθε. Ο Βαλαμοντε κέρασε
όλο το μαγαζί καφάσια μπύρες με το πεντακοσάρικο γιατί περιφρονούσε το χρήμα
και δεν το υπολόγιζε καθόλου. Όταν έβγαζε πίνακα στη λοταρία πέταγε τα
λεφτά, έφευγε, ξαναγύριζε κέρναγε το μαγαζί ολόκληρο.

Να σημειωσω οτι το βιβλιο της Παρασκευής Κοψιδά- Βρεττου ''Λαικός
Σουρεαλισμος-Κωστα Ντε Βαλαμόντε-Ο αντιήρωας μιας παρα-λογικής αφήγησης''
κυκλοφορησε απο τις εκδόσεις ''FAGOTTO''(www. fagottobooks.gr). Προλογίζουν
ο Νάνος Βαλαωριτης και ο ομ. καθηγητής Λαογραφιας Μ.Γ. Μερακλής.

'' Moναδικος οσο και μοναχικός'' γράφει ο Σπύρος Θάνος για τον Βαλαμόντε.
Για να επισημάνει, στο σχετικό του, σημείωμα: 'Πολλές φορές προσπαθούσα να
καταλάβω τι μυστικά, τι φόβους, τι ανεκπλήρωτες επιθυμίες, τι χαμένα όνειρα
είχε μέσα του απο χρόνια αυτός ο περίεργος άνθρωπος. Αλλά ματαίως. Πάντα
εκεί που νόμιζες οτι τον είχες στο χέρι, ξέφευγε. Έτσι οπως οι οπτασίες,
φευγαλέα και ανάλαφρα. Στο τέλος βολεύτηκα με την ιδέα οτι ο Κώστας ειναι
μια τραγική προσωπικότητα. Οπως στο βάθος είμαστε όλοι. Γιατί ο Βαλαμοντες
ήταν το άλλο εγώ όλων....''. Η ένθερμη Λευκαδολάτρισσα και φίλη Άννα
Νικοδήμου(με το ξενοδοχείο 'Νηρικος') αφου αναφέρεται με γλαφυρό τρόπο σε
διάφορες ιστοριες με τον Βαλαμόντε καταλήγει: ''Η περίπτωση του Κωστα
Βαλαμόντε ειχε τη μοναδικοτητα της. Πολλοι τον καταταξανε σαν μια περιπτωση
διαταραγμένης προσωπικότητας. Για μένα ηταν ενας μεγάλος θεατρίνος, που
σκηνοθέτησε μια φαρσοκωμωδία που τελειωσε με τον θάνατο του'''. Ο ζωγράφος
Γιάννης Κακλαμάνης δινει με τη σειρά του τη δικη του εξήγηση για τον
Βαλαμόντε: ''Ηταν χαρούμενος και ζωντανός ανθρωπος. Δεν ειχε φοβίες μέσα
του. Δεν ειχε εξάρτηση απο τίποτε. Η σχέση του με το χρήμα ηταν μηδενική.
Του δινεις χρήματα και την αλλη στιγμή τα σκορπούσε. Μου ελεγε: 'Εχει
λογαριασμο στην τράπεζα ο σπουργίτης; Αυτο που με κρατά στη ζωη αυτο θα με
φροντίσει. Διαφορετικά θα με ψοφίσει την αλλη ωρα'...''

Ο Κωστας πέθανε στις 28 Ιανουαρίου 1998 σε ηλικία 87 ετών. Εντυπωσιακή ήταν
η παρουσία των Λευκαδιων στην κηδεία του. Τον αποχαιρέτησαν με ένα
παρατεταμένο χειροκρότημα. Και δικαιολογημένα γιατί ο Κώστας ήταν το σήμα
κατατεθέν της παλιάς Λευκάδας, με τους ωραίους, ευχάριστους τύπους, με τις
φάρσες, τα φαρομανητά, την αληθινή διασκέδαση. Της παλιάς Λευκάδας με τα
μεγάλα αναστήματα που θα μεινει χαραγμένη στη μνήμη όσων την έζησαν. Ο ιδιος
εγραψε και ειπε:

---Η ορθογραφία είναι καρκίνος.

---Η αφαίρεσης του ρήματος θεραπεύει τον καρκίνο.

---Η γυμναστική καταστρέφει τον οργανισμό.

---Η αχαριστία είναι ραδιενέργεια.

---Το μίσος εμποδίζει την κυκλοφορία του αίματος.

---Αποτοξίνωση είναι η θεια πνοή της υγείας.

---Οι μικρότητες αφαιρούν την ισχυρότητα του πνεύματος.

---Οι κουρελούδες των σπιτιών μειώνουν την ψυχή και το πνεύμα των κατοίκων.

---Ο χαιρετισμός είναι μια απόγνωση στην ηρεμία μας.

Εγραψε ομως ο Κωστας(και) ενα συγκλονιστικο ποίημα για τη Λευκάδα:

Ω, Σύ παραπόδας Ενετού ανόγραμμα της Σικελίας Μέτωπο

Λευκάδα κλαδωτή από πολυελαίους φωτοσκιάσεων.

Σου έφερα τον ωκεανογράφο του ορίζοντα

να αστραπογράψει μυριόηχος ο Νομοπλάστης.

Να η όαση του κάμπου Σου στη δίψα της ερήμου.

Να οι προτομές που χειροτόνησαν οι ίσκιοι Σου.

Εσύ Βυζαντίου ανάγνωσμα, ορθοπτέρυγου Φανερωμένης.

Το κάποτε της ζωής μου το ζωηφόρο σώσμα.

Πόσων γενιών πατήματα εφώλιασαν στις σκέπες Σου.

Ζευγολάτης εφύτευσε αντρότητες στις πόρτες Σου Νησί,

γιατί του αγαπώ μαζί γεννήθηκαν οι χρόνοι απ' το δρόμο Σου

ηρωθεόρατος Οδυσσεολόγος είσαι γενέτειρα μου.

Απαλός αγέρας Ιόνιος στο κάθισμα της μάνας

πριν γεννηθεί το σήμερα εβύζαξε ο κόρφος Σου

να σκάψει τη λιθιά γονατισμένη στο ντύσιμο του Φάρου

Μέσα στα πλοία του αντίλαλου πολύχρωμες σημαίες.

Βωμός απ' το Λευκάτα η στεριά νίβει τα μνημεία,

Ο θρόνος της Σαπφούς στην άβυσσο του γαλάζιου.

Η γέννα σου το Κάστρο και η μήτρα σου τα ύψη.

Η σταυρωμένη πέτρα του αετού πίνακας του νου μου.

Δημοφιλείς αναρτήσεις