Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΤΙΚΑ

------------------------------------------------------------------------------------------------------
Να με θυμόσαστε / Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα/ χωρίς ψωμί, χωρίς νερό,

πάνω σε πέτρες κι αγκάθια, / για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα.

Την ομορφιά/ ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βίος μου το μοίρασα δίκαια. /

Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ' ένα κρινάκι του αγρού/ τις πιο άγριες

νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε». (Γ. ΡΙΤΣΟΣ)

--------------------------------------------------------------------------------------------

Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό, αυτές οι πέτρες δε

βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα, αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο

στον ήλιο, αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο. (Γ. Ρίτσος).

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες

Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Άλλες ερμηνείες: Νανά Μούσχουρη

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες

μέρα Μαγιού σε χάνω

άνοιξη γιε που αγάπαγες

κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες

και δίχως να χορταίνεις

άρμεγες με τα μάτια σου

το φως της οικουμένης

Και μου ιστορούσες με φωνή

γλυκιά ζεστή κι αντρίκεια

τόσα όσα μήτε του γιαλού

δεν φτάνουν τα χαλίκια

Και μου 'λεγες πως όλ' αυτά

τα ωραία θα ν' δικά μας

και τώρα εσβήστης κι έσβησε

το φέγγος κι η φωτιά μας.

 -------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Η ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ:

Το 1886, η εργατική τάξη στις ΗΠΑ έδωσε μια από τις πιο σκληρές μάχες για την καθιέρωση του 8ωρου. Η μεγάλη απεργία των εργατών του Σικάγου την Πρωτομαγιά του 1886 είχε τραγική κατάληξη με θύματα και τιμωρία των υποκινητών της εξέγερσης. Σε ανάμνηση αυτής της εξέγερσης, καθιερώθηκε η Πρωτομαγιά σαν παγκόσμια μέρα της εργατικής τάξης, ύστερα από απόφαση που πήρε η ιδρυτική συνέλευση της Δεύτερης Διεθνούς στο Παρίσι (που πραγματοποιήθηκε στις 14/7/1889 και στην οποία μετείχαν 391 αντιπρόσωποι συνδικάτων από 20 χώρες). Από τη στιγμή που η Πρωτομαγιά καθιερώθηκε σα μέρα διεθνούς διαμαρτυρίας της εργατικής τάξης, συνδέθηκε με τους εργατικούς αγώνες και επιβλήθηκε - μέσα από νίκες και ήττες - σαν εκδήλωση της αλληλεγγύης και της ενότητας του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Η Εργατική Πρωτομαγιά γιορτάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1893 (την Κυριακή 2 Μαίου 1893) στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Διοργανωτής της ήταν ο Σταύρος Καλλέργης. Τα αιτήματα της συγκέντρωσης, που διατυπώθηκαν στο ψήφισμα, ήταν τα εξής: Την Κυριακήν καθ΄όλην την ημέραν να κλείουν τα καταστήματα. Να περιορισθή η εργασία των εργατών εις οκτώ ώρας από δώδεκα και πλέον που εργάζονται. Οι εν ενεργεία παθόντες εργάται να συντρέχωνται υπο του κράτους και των συναδέλφων των. Ύστερα από την επιτυχία της πρώτης εργατικής πρωτομαγιάς του 1893 και τον ενθουσιασμό που δημιούρ γησε πάρθηκε απόφαση να γιορτασθεί η εργατική Πρωτομαγιά του 1894 ενωτικά από όλες τις προοδευτικές δυνάμεις της εποχής. Ομιλητές της εκδήλωσης ήταν οι Πλ.. Δρακούλης, Στ. Καλλέργης, Ευαγ. Μαρκαντωνάτος και Δ. Γραμματικός. Τα αιτήματα της συγκέντρωσης, που διατυπώθηκαν στο ψήφισμα, ήταν τα εξής: «Την Κυριακήν να κλείωνται τα καταστήματα καθ' όλην την ημέραν και οι εργάται ν΄αναπαύωνται. Οι εργάται να εργάζωνται επί 8 ώρας την ημέραν και ν΄ απαγορευθή η εργασία εις τους ανηλίκους. Να απονέμεται σύνταξις εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανικάνους προς συντήρησιν εαυτών και της οικογενείας των. Χρειάστηκε να περάσουν 17 ολόκληρα χρόνια, ως το 1911 που γιορτάστηκε και πάλι η εργατική Πρωτομαγιά. Σ΄ όλο αυτό το διάστημα ξέσπασαν μεγάλες απεργίες σε όλες σχεδόν τις πόλεις της χώρας και πολλούς κλάδους. Στο διάστημα αυτό ξέσπασαν μεγάλες απεργίες σε όλες σχεδόν τις πόλεις της Ελλάδας και σε πολλούς κλάδους. Πολλά επίσης Σωματεία και δευτεροβάθμιες οργανώσεις δημιουργήθηκαν, όπως το Ε.Κ. Βόλου το 1908, η Φεντερασιόν το 1909 και το Ε.Κ. Αθήνας το 1910. Στα 1911 η Φεντερασιόν Θεσσαλονίκης αναλαμβάνει τη διοργάνωση της εργατικής Πρωτομαγιάς στη Θεσσαλονίκη. Οι αστυνομικές δυνάμεις επεμβαίνουν και συλλαμβάνουν τους πρωτεργάτες, ανάμεσα σ΄αυτούς τον Μπεναρόγια, που εξορίζεται στη Σερβία. Το 1911 αποφασίστηκε να ξαναγιορτασθεί η Πρωτομαγιά με πρωτοβουλία του Ν. Γιαννιού στο Μέτς, με κεντρικό σύνθημα «8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ανάπαυση και 8 ώρες ύπνο". Την επόμενη χρονιά (1912) γιορτάστηκε και πάλι στο Μετς, η Αστυνομία οδήγησε τους Γιαννιό, Αποστολίδη και Παπαγιάννη στα γραφεια της γιατί «δεν είχαν άδειαν», όπου τελικά αφέθησαν ελεύθεροι. Από το 1912 έχουμε και πάλι μακρόχρονη διακοπή του εορτασμού της Πρωτομαγιάς που θα ξαναγίνει το 1919. Στο μεσοδιάστημα αυτό, ψηφίστηκε ο Ν. 281/1914 «περί Σωματείων» με τον οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και τα σωματεία αρχίζουν να αποκτούν καθαρά εργατικό χαρακτήρα. Εχει επίσης ιδρυθεί η ΓΣΕΕ (1918) καθώς και αρκετά Εργατικά Κέντρα. Ο εορτασμός του 1919 απετέλεσε και την αφορμή για μια κρίση στη ΓΣΕΕ που οδήγησε σε διάσπαση. Τελικά γιορτάστηκε σε 12 πόλεις πανελλαδικά

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

ΟΡΦΕΩΣ 2



Ορφέως 2,
Ζωή θηρίο
Κι εμεις οι δύο
Μια αγκαλιά,
Ληγμένα όχι
Σε μια απόχη,
Τρέχουν οι πόθοι
Στο πουθενά.
Ορφέως 2,
Ζωή σχολείο,
Άδειο θρανίο
Τα γηρατειά,
Σε περιμένω
Ξέρεις που
Μένω,
Κουπί χαμένο
Στ΄ανοιχτά.
Ορφέως 2,
Ζωή αστείο
Που δεν γελώ,
Βάρκα μονάχη,
Ψυχής μου
Πάθη,
Χωρίς πανιά.
Ορφέως 2,
Χωρίς λαχείο,
Μέσα στο κρύο
Με μπετονιά,
Τις μνήμες σέρνω
Χαρές σού παίρνω,
Για συντροφιά.
Ορφέως 2,
Ζωή μνημείο
Κι εμεις οι δύο
Μια αγκαλιά.

Απο την ποιητική συλλογή του ΗΛΙΑ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗ με τίτλο ‘ΟΡΦΕΩΣ 2’’(εκδόσεις ‘ΑΓΚΥΡΑ’’)


ΣΗΜ:Το ΟΡΦΕΩΣ 2 ειναι η διεύθυνση απο το πατρικό μου σπίτι, στην πόλη της Λευκάδας(Πουλιού).Εκεί γεννήθηκα , μεγάλωσα και εχω τις καλύτερες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας.Ακουσα τη βροχή πάνω στον τσίγκο και τους βοριάδες να ‘γλεντάνε’ τα παραθυρόφυλλα.Με ενα πατέρα βιοπαλαιστή ψαρά και μια μάνα ηρωιδα.

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΛΕΥΚΑΔΑ ΑΞΙΖΟΥΜΕ???



Αυτή την Λευκάδα αξίζουμε?Λιγο πριν τις εκλογές  ακούμε όλες αυτές τις μεγαλόστομες εξαγγελίες που δεν γίνονται ποτέ πραγματικότητα και στη συνέχεια το νησί βαθιά ‘’πληγωμένο’’, από τα προβλήματα του, ταξιδεύει στη μοναξιά του πελάγους.Στο ιδιο εργο θεατές.
.Ολα δείχνουν ότι η μιζέρια,η  αδιαφορία και η δημοσιουπάλληλική νοοτροπία είναι βαθιά ριζωμένα στη Λευκάδα με τις μοναδικές φυσικές ομορφιές.
Κατ΄αρχας, η είσοδος του νησιού στη γεφυρα, δίνει την πρώτη ‘γεύση’ για το τι θα ακολουθήσει.Μια παράγκα, δυο κανόνια, σχισμένα πανό και αφίσες για πανηγύρια και δυο ερειπωμένα κτίρια(ΤΑΟΛ και τουριστικό περίπτερο).Πιστεύω ότι αποτελεί μνημείο ανικανότητας η χρόνια εγκατάλειψη τόσο του οινοποιείου του ΤΑΟΛ όσο και του τουριστικού περιπτέρου.
Στη συνέχεια η είσοδος στην πόλη με την έλλειψη πινακίδων προορισμών και χώρων παρκινκ συνοδεύουν τον επισκέπτη στην περιπέτεια που θα τον ακολουθήσει στην ενδοχώρα.Ο σκουπιδότοπος, η μεγάλη ντροπή για την πόλη, εξακολουθεί να ‘φωνάζει’ ότι αυτό τον τόπο τον διοικούν άνθρωποι χωρίς ικανότητες.Ολο το ιστορικό κέντρο έχει μετατραπεί σε ένα απέναντο πάρκινκ.Κι αυτό είναι μια  απόδειξη ότι οι αρμόδιοι(?) δεν έχουν ταξιδέψει στον εξωτερικό ή και σε άλλες πόλεις της Ελλάδος για να διαπιστώσουν πως αναδεικνύουν τα ιστορικά τους κέντρα.
Φυσικά δεν γίνεται λόγος για την παρουσία ποδηλατοδρομίων ή δρόμων περιπάτου.Εχουμε την μοναδική σε φυσική ομορφιά περιοχή της Γύρας-Αη Γιάννη και παραμένει αναξιοποίητη.Και όχι μόνο.Η διάβρωση του δρόμου στον Αη Γιάννη δίνει την ‘’χαριστική βολή ‘’στην εικόνα εγκατάλειψης.
Αλλά και  τα άλλα τουριστικά μέρη όπως είναι το Πόρτο Κατσίκι,οι Εκρεμνοί και το Κάθισμα τους θερινούς μήνες μετατρέπονται σε εφιάλτη για  τους τουρίστες αφού χρειάζεσαι τη βοήθεια του…Θεού για να παρκάρεις.
Όσον αφορά τον πολιτισμό εδώ στα αλήθεια είναι να απορείς με τέτοια κατάντια.Σε εγκατάλειψη το θέατρο που έχει μετατραπεί σε σκουπιδότοπο.Κλειστο το κηποθέατρο Αγ.Σικελιανός.Στα αζήτητα   οι εργασίες αναπαλαίωσης στο σπίτι όπου γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια ο Άγγελος Σικελιανός, στη Λευκάδα. Το σπίτι είχε ανακοινωθεί  ,ότι θα μετατραπεί -με χορηγία της ‘Εθνικής’ τράπεζας -σε μουσείο και θα έιχαν τη δυνατότητα έλληνες και ξένοι τουρίστες να το επισκέπτονται και να μαθαίνουν περισσότερα για τη ζωή του μεγάλου ποιητή.
Κανεις δεν ασχολείται.Κανεις  δεν ενδιαφέρεται.
Η Λευκάδα, ένα τουριστικο νησί, δεν εχει τις απαραίτητες υποδομες.Και δυστυχως(περαν των ελαχίστων εξαιρέσεων) δεν ειχε -μεχρι τωρα- και τους σωστους ανθρωπους που θα αγωνιστουν- πέρα από προσωπικά και κομματικά συμφέροντα -για να σηκώσουν ψηλά το νησί.Χάθηκαν τετραετίες με την διαχειριση των προβλημάτων και όχι την αντιμετωπιση τους.Χαθηκαν τετραετιες με αρμοδιους χωρις τολμη και φαντασία.Ας ελπίσουμε ότι στις επικειμενες εκλογές θα αναδειχτουν Λευκαδίτες που θα σηκώσουν το βαρυ φορτίο που τους περιμένει.Ας ελπίσουμε.

Γιατι, σιγουρα, δεν αξιζουμε αυτή την Λευκάδα….

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

ARENARIA LEUCADIA



‘’Το ARENARIA LEUCADIA είναι ένα όμορφο, παραλιακό, φυτό που πρόσφατα περιγράφηκε και φύεται μόνο στο βόρειο μέρος του νησιού της Λευκάδας, στην άμμο. Έχει μια παράξενη απόχρωση του πράσινου, με άσπρα, μικρά άνθη. Μοιάζει με ένα αστεροειδή που ξεχάστηκε στην παραλία. Δίπλα στα βότσαλα, στα φύκια, στην απεραντοσύνη του πελάγους. 
Είναι εντυπωσιακό αλλά και παράξενο: ένα φυτό να γεννιέται στην άμμο της θάλασσας.. Να έχει χορηγό την αρμύρα. Tο άφιλο. Να γεύεται το μίσος των κυμάτων. Να αντέχει τη μανία των ανέμων. Ένα φυτό να σμιλεύει την άμμο, την πέτρα, τη ζωή. Το ARENARIA LEUCADIA μου θυμίζει το όνειρο. Το όνειρο που έχουμε όλοι. Όσο άπιαστο, όσο περίπλοκο κι΄αν φαίνεται έχει τον τρόπο να επιβιώνει, να ξεπροβάλει, να είναι πάντοτε παρόν. Το όνειρο που μας κρατάει ζωντανούς. Το όνειρο μιας καλύτερης, μιας ανθρώπινης ζωής. Γιατί ας μην έχουμε αυταπάτες οτι μας έμεινε και τίποτε άλλο. Μόνο το όνειρο. Το Όνειρο που δεν θα μας προδώσει ποτέ. Στην εποχή του μίσους, της υπερβολής, του δήθεν, του εγώ, της ισοπέδωσης.. Γύρω μας που η μοναξιά σηκώνει κεφάλι, οι φίλοι μας χάθηκαν και η αβεβαιότητα λέει καλημέρα. Όλοι ζούμε με ένα Όνειρο. Που έχει ταυτότητα και πατάει γερά στα πόδια του. Κι΄ας επιμένουν κάποιοι οτι το όνειρο δεν πρόκειται να γίνει ποτέ πραγματικότητα γιατί αρχίζει από 0 και τελειώνει σε 0, δηλαδή σε μηδέν. Αφήστε τους να λένε. Το ARENARIA LEUCADIA αντιστέκεται. Και θα συνεχίζει να φύεται στην άμμο, βόρεια, της Λευκάδας. Γιατί είναι όνειρο...’’ 
 Aπό το βιβλίο του Ηλια Π. Γεωργάκη ‘ΟΡΦΕΩΣ 2’(εκδόσεις ‘ΑΓΚΥΡΑ’). 

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Η ΜΑΝΑ Η ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΣΣΑ



Η μάνα η Λευκαδίτισσα. Τη βλέπω στις αλυκές να σηκώνει ξυπόλυτη, σε μια ποδολόγα, αλάτι στο κεφάλι της. Κόντρα στη φτώχεια. Με αντίσταση στην απόγνωση. Πικραμένη από τη μοίρα. Αλλά με δύναμη. Με υπομονή. Με πλοηγό την αμόλυντη ψυχή της. Τη βλέπω στην Καρυά, νύφη στο χωριάτικο γάμο με αυτή την αρχοντική λευκαδίτικη φορεσιά, τη μεγαλοπρεπή. Να κεντάει με καρτερικότητα και φαντασία. Με παραδειγματική απλότητα. Να κουβαλάει το νερό με τον τέντζερη στο κεφάλι με δεξιοτεχνία. Με θάρρος. 

Τη βλέπω στα αμπέλια να σκάβει με αντρίκεια δύναμη, στα χωράφια, στα αλώνια, στον αργαλειό. Στους Σφακιώτες, στα Χορτάτα, στον Αη-Πέτρο, στην Εξάνθεια. Τη βλέπω στους βόλτους στην Εγκλουβή, στα μελίσσια στο Αθάνι, στις ψαρόβαρκες στα Σύβοτα, στη Λυγιά. Τη βλέπω παντού. Να ανάβει με ευλάβεια, με φροντίδα το καντήλι στο εικονοστάσι. Η αρχόντισσα της παράδοσης. Με τα περίσσια αποθέματα ψυχής για να προκόψουν τα παιδιά της, τα βλαστάρια της. Η μάνα η Λευκαδίτισσα. Τη βλέπω στη Χώρα να αναστενάζει πίσω από τα παραθυρόφυλλα, να κλαίει μαζί με τη βροχή πάνω στον τσίγκο. Ν' ασβεστώνει το καντούνι του Πουλιού, στην Αγία Παρασκευή, στην Αγία Κάρα, στον πίσω Μόλο. Να περιμένει με καρτερικότητα τον ψαρά, τον άντρα της, μέχρι τα χαράματα. Να ρίχνει μεγαλοβδομαδιάτικα το "κομμάτι". Και με το κουράγιο συνοδοιπόρο να παίρνει το δρόμο για τον ελαιώνα, στην Απόλπαινα για να αναρωτηθεί γιατί τόσοι σταυροί νέων ανθρώπων καρφωμένοι στο χώμα. Τη βλέπω στο Σπαρτοχώρι να αγναντεύει αναστενάζοντας τη θάλασσα, περιμένοντας τον γιο της, τον άντρα της από τα καράβια. Κι ένα δάκρυ να κυλάει στο αυλακωμένο της πρόσωπο. Το χαρακωμένο από τις πίκρες. Και με τα ροζιασμένα χέρια της να σκουπίζει τα δάκρυα. Η μάνα, η Λευκαδίτισσα. Τη βλέπω να σταυροκοπιέται στην Κυρά-Φανερωμένη. Να ανάβει το κεράκι δίπλα στα πολυκαιρισμένα τάματα που έμειναν για να θυμίζουν πως η ψυχή, το κουράγιο, η δύναμη είναι συνυφασμένες με τη μάνα. Τη μάνα με το πονεμένο βλέμμα στον ουρανό. Το βλέμμα της απόγνωσης. Το πανωτόκι στην πίκρα. Η μάνα, η Λευκαδίτισσα. Η μάνα μας!!

(απο το βιβλίο του ΗΛΙΑ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗ ΄Χορεύουν τα κόκκινα'(εκδόσεις 'ΑΓΚΥΡΑ'). 

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

''ΤΟ ΑΛΩΝΙ'':ΜΙΑ ΓΕΥΣΤΙΚΗ ΕΚΠΛΗΞΗ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΛΕΥΚΑΔΑ


Πήγαμε στο ‘ΑΛΩΝΙ’ στα όμορφα Χορτάτα Λευκάδας, τις ημέρες του Πάσχα ,μαζί με τον γνωστό σεφ Τάσο Κόλλια(με την γνωστή ψαροταβέρνα στην Αθήνα).Και μείναμε κατενθουσιασμένοι.Εγω προσωπικά ένοιωσα υπερήφανος που η Λευκάδα διαθέτει τέτοια ταβέρνα που αποτελεί  διαφήμιση για το νησί.Ο δε Τάσος Κολλιας έδωσε στο τέλος συγχαρητήρια στον χαμογελαστό Θόδωρο Βουκελάτο- ένα νέο παιδί με μεράκι- που έχει το μαγαζί. Ζήσαμε ένα εξαιρετικό γευστικό ταξίδι.
Κατ’αρχας είναι το όμορφο περιβάλλον του χωριού που είναι χτισμένο σε υψόμετρο 600 μέτρων.Επειτα η ταβέρνα είναι εντυπωσιακή  με όμορφο ντεκόρ η οποία προσφέρεται και για τους θερινούς μήνες αφού έχει ένα μεγάλο μπαλκόνι με θέα. Και το σημαντικότερο:οι τιμές της είναι λογικές και το σέρβις του είναι  αψογο.Και με χαμόγελο.
Όλα τα πιάτα που παραγγείλαμε ήταν  φρέσκομαγειρεμένα . Ένα πάντρεμα μοντέρνας δημιουργικής κουζίνας και τεχνογνωσίας με την Ελληνική παραδοσιακή κουζίνα που πραγματικά θα ζήλευαν αρκετά μεγάλα μαγαζιά. Η κουζίνα του συνδυάζει παραδοσιακά ντόπια υλικά με τεχνικές και υλικά υψηλής γαστρονομίας, διατηρώντας έντονο μεσογειακό προσανατολισμό. Tο ‘’Αλώνι ‘’σας προσφέρει δημιουργικά πιάτα της μεσογειακής κουζίνας. Η επιτυχία της βασίζεται τόσο στη χρήση αγνών παραδοσιακών προϊόντων δικής  τους  παράγωγης, όσο και στο ταλέντο του σεφ Θεόδωρου(ΤΕΟ) Βουκελάτου και την καθιστούν μια από της καλύτερες ταβέρνες της Λευκάδας. Επιμένοντας με επιμέλεια στην αγνότητα και φρεσκάδα των αγαθών, προάγουν την καθημερινή απόλαυση των γευμάτων σε μικρά πολιτιστικά συμβάντα. Τα περισσότερα προϊόντα είναι παραγωγής τους. Κόκορας αλανιάρης με χοντρό μακαρόνι ,αρνάκι και κατσικάκι στη σούβλα, παραδοσιακές χειροποίητες πίτες και φυσικά μεζέδες όπως κοκορέτσι, φρυγαδέλι άλλα και άλλα παραδοσιακά εδέσματα όπως τηγανιά, μανιτάρια αλώνι,  ρεβίθια φούρνου, φακές Εγκλουβης και φρέσκια παραδοσιακή τυρόπιτα .Και όχι μόνο.  σουτζουκάκια, σουφρίτο (μοσχάρι) , κοτόπουλο μπύρας και πολλά άλλα σπιτικά φαγητά.Θα γευτείτε λαχανικά από τον κήπο τους, θα απολαύσετε φέτα και λάδι δικής τους παρασκευής και θα δροσιστείτε με κρασί γνήσιο λευκαδίτικο από τον αμπελώνα τους. Στο ‘’Αλώνι’’ θα συνειδητοποιήσετε ότι η αξία της πρώτης ύλης αποκτά άλλη βαρύτητα καθώς με πολύ αγάπη και μεράκι φροντίζουν να παρασκευάζουν και να επιλέγουν το καλύτερο για εσάς. Αξίζει να αναφέρουμε ότι το "Αλώνι" βρίσκεται στην 4η θέση στην λίστα των εστιατορίων του Tripadvisor  έχοντας πολλά θετικά σχόλια επισκεπτών ελλήνων αλλά και ξένων οι οποίοι απόλαυσαν εκεί ξεχωριστές γεύσεις και όμορφες στιγμές.

Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα: www.t-aloni.gr

Τηλ. Επικοινωνίας:26450-33240.

Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

AΠΕΝΑΝΤΙ


ΣΤΗ ΒΕΡΑ ΓΙΑ ΤΑ ΑΤΕΛΕΙΩΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ
ΠΟΥ ΜΑΣ  ΧΑΡΙΣΕ
Xόρευε η βροχή πάνω στα τζάμια
σύννεφα σκεπάσανε τη Λάμια,
βαρύ αστραποβρόντι απ΄τη Γύρα
ξεθύμανε στους Μύλους η αλμύρα. Τρεμόσβυνε στο Κάστρο το φανάρι
ανέβηκε ο 'Ορφέας' στο πατάρι,
διάλεξη σκαρώνει ο Κοκονιώρος
σαρώνει τα αυλάκια ο Μανιώρος.
Πάμε απέναντι ρε Βέρα
για να βρούμε τα παιδιά
η ζωή ειναι μια σφαίρα
ποτέ πίσω δεν γυρνά.
Πάμε με το πυροφάνι
το καμάκι, τη συρτή
μακροβούτια στο μουράγιο
και στου 'Πάπιου' δηλωτή.
Κι απόψε στον παράδεισο του 'Μύτα'
έρωτες και πάθη όλα πίτα,
χέρια που απλώνονται θα ψάξω
με φίλους στου 'Μουτρούκαλη' θ΄αράξω.
'Απόλλωνας' και 'Πάνθεον' στη σκέψη
όνειρα θα βλέπω ως να φέξει
κερί που άναψα και μένει
βιτρό στο ιερό Φανερωμένη.
Πάμε απέναντι ρε Βέρα
για να βρούμε τα παλιά
να γλεντήσουμε τη μέρα
Πόντε, μόλο, Αη Μηνά,
να καλέσουμε τη μνήμη
στον Ανθώνα να μας βρεί
στην σκιά των ευκαλύπτων
με το πρώτο μας φιλί.
Στρώματα θα κάνουμε τα φύκια
Κάστρο, αμμόγλωσα και ρείκια
φεγγάρι προβολέας θα μας βλέπει
κανείς δεν θα μαντέψει αυτό το στέκι.
Έρχεται ο πατέρας με τη βάρκα
νύχτα στο παζάρι για την τσάρκα,
βλέμματα σε στύση ειναι μόνο
τη νιότη μου στα χέρια θα πληγώνω.
Πάμε απέναντι ρε Βέρα
να τα ζήσουμε ξανά,
να σηκώσουμε παντιέρα
στου πελάγους τα βαθιά
εποχή πού εχει φύγει
να καλέσουμε κρυφά
και να κάψουμε τα λάθη
στ΄Αη Γιάννη τη φωτιά.
Γελασα στου Βούλη την παρλάτα
δώσε μας κυρ Σπύρο μαντολάτα,
πίσω απ' την μπάντα και στη 'Διάνα'
κλέφτες κι' αστυνόμοι στην αλάνα.
Φέρε γλυκά αχ μπάρμπα Αντρέα
έγιναν οι γευσεις σου σημαία,
γλέντια, καρναβάλια και ρεσάλτο
με γλυκιές καντάδες στον 'Ρεγάντο'.
Πάμε απέναντι ρε Βέρα
να γελάσουμε ξανά
στου Πουλιού την καλημέρα
στ΄Αη Γιαννιού τα δειλινά,
με τους ήλιους να μας παίρνουν
οπως φεύγουνε μαζί
και μετά όλοι να πούμε
εδώ είναι η ζωή.

ΗΛΙΑΣ ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

ΤΟ ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΟ ΠΑΣΧΑ


”Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γιαλίζει στα μαλλιά του… Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο: Αύριο, αύριο, αύριο, το Πάσχα του Θεού!” (ΟΔ. ΕΛΥΤΗΣ). 

Πάσχα. Πάσχα στη Λευκάδα. Μοσχοβολιές στον αέρα. Μάραθος, μυρτιές, αγράμπελες, κρίνοι, παπαρούνες. Ξωκλήσια, αγριολούλουδα. Η μυρωδιά του κεριού καθώς λιώνει στην πασχαλινή λαμπάδα. Η ανθισμένη φύση. Τα χελιδόνια. Ο έρωτας. Τα κόκκινα αυγά. Οι ασβεστωμένες αυλές. Ο οβελίας. Οι χαρμόσυνες καμπάνες. Πάσχα στη Λευκάδα. Στην Κυρα Φανερωμένη, στους Αγίους Αναργύρους, στην Παναγία των Ξένων. Οι φίλοι, οι παλιοί συμμαθητές. Βόλτα στο Κάστρο και στη Γύρα. Αγνάντεμα στον Αη Γιάννη. Περισυλλογή στο ηλιοβασίλεμα. Δραπέτευση στα καταπράσινα περιβόλια. Στουςλουλουδιασμένους αγρούς. Το φωτισμένο χαμόγελο της Μυρτώς. Η χαρά του Παναγιώτη. Το “κομμάτι”. Ο κατανυκτικός Επιτάφιος. Η χορωδία του Άγιου Νικολάου. Με την απουσία του πατέρα, απο τη χορωδία, μαχαίρι στην καρδιά. Η παράδοση. Οι προσδοκίες. Τα όνειρα. Οι ελπίδες.
Πάντως θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στα Πασχαλινά Λευκαδίτικα έθιμα: Το Μεγάλο Σάββατο, νωρίς, το πρωί, οι γυναίκες βγαίνουν στο παράθυρο και «ρίχνουν το κομμάτι» στο δρόμο. Πετούν δηλαδή ένα πήλινο αγγείο, πιάτο, λαγήνι, μπότη και στην ανάγκη ένα κεραμίδι ή κάτι γυάλινο – γενικά ένα εύθραυστο δοχείο που γίνεται κομμάτια. Τα συντρίμμια του σκεύους δεν κάνει να τα μαζέψουν την ίδια μέρα. Το κομμάτι -λέει η παράδοση- το ρίχνουν για να σπάσει η θλίψη, η ησυχία και το πένθος της Μεγάλης Εβδομάδας. Ύστερα, με το χτύπημα της καμπάνας, βγαίνει η Φιλαρμονική στουςκεντρικούς δρόμους της πόλης και παίζει εμβατήρια. Ο ναός του Αη-Μηνά στην πόλη της Λευκάδας. Στην περιοχή είχαν παλιότερα τα εργαστήρια τους οι "χάβροι", οι σιδηρουργοί. Την Μεγάλη Παρασκευή στην πολη -τα παλιά χρόνια- λειτουργούσαν όλες σχεδόν οι εκκλησίες της πόλης και έβγαιναν περισσότεροι επιτάφιοι. Κάποτε οι επιτάφιοι έβγαιναν τα ξημερώματα του Μεγ. Σαββάτου. Αργότερα, γινόταν «συνάντηση επιταφίων» στην Πλατεία. Όταν περνούσαν οι επιτάφιοι απ’ την Πλατεία, οι φιλοπαίγμονες «Μπρανέλοι» αφορμή ήθελαν για ν’ αρχίσουν τα πειράγματα προς τις άλλες ενορίες. Μόλις έφτανε ο κάθε επιτάφιος στην πλατεία, ακούγονταν τα παρακάτω επιφωνήματα: Για τον επιτάφιο του Αγίου Μηνά: Τσαφ – τσουφ (επειδή στην περιοχή είχαν τα εργαστήρια τους οι «χάβροι», οι σιδηρουργοί). Για του Αγ. Γεωργίου και του Αγ. Δημητρίου (από τα «Ψαρέικα», με τους πολλούς ενορίτες, ψαράδες): Γαρίδα – γαρίδα! Για την ενορία των ναυτικών, τον Άγ. Χαράλαμπο: Όρτσα – Μπόντζα ή Αμόλα σκότα! Για της Αγ. Παρασκευής, με τις φιλόκαλλες ενορίτισσες: Οι φκιασιδούδες έρχονται! Για την ενορία της «μεγαλοοικογένειας» Τσαρλαμπά κ.ά., τον Άγ. Σπυρίδωνα: Τα ψηλά καπέλα! Και για τη Βαγγελίστρα: Ωχ! Βαγγελίστρα μου. Κι επειδή ξεχάσαμε τις παραδόσεις και τα παλιά μπρανελίστικα, αναδημοσιεύω ”Το κομμάτι’ του αείμνηστου Παναγιώτη Τ. Ματαφιά (Νότη Μπρανέλου), απο το βιβλίο του με τίτλο ”Απ’ τον Αη-Μηνά ίσαμε τον Πόντε, Αθήνα 1992”:
- Δε μ’ λες, μωρ’ θειά (μώρα μου κιόλας) μη (μ)πάει κι έπεσε το κομμάτι, και δε (ν)το πήρα χαμπέρι;.
- Όχι, μαρή θυατέρα, είναι μπονόρα ακόμα, στο (ν)ύπνο σου δα το ειδες;
- Δε (γκ)ξέρω. Εδεκεί π’ σάρωνα, μου κάστ’κε ότ’ άκ’σα τη μουζ’κή.
- Όχι, μαρή κουρεμαδιά, είναι μπονόρα σου λέου. Ύστερα απ’ τσ’ εννιά η ώρα να (ν)το λογαριάζ’ς. Δε μ’ λες τώρα, για να πούμε και τίποτσ’ άλλο, έβαψες πολλά αυγά μαρή;
- Ένα (γ)κόρακα, χριστιανή μου. Δε (γ)ξέρω τι τον ηύρε το (γ)καλοφούρτουνο το ν’κοκύρ’ μου, να (ν)τονε χαρώ, και μου κουβάλ’σε δέκα ντουζίνες, η τζόγια μου, «λες και θα μας κομ-παρίρ’νε οι Αγγλογάλλ’». Κάμε κόντο. Μήτε στα «δώδεκα βαγγέλια» δεν άδειασα να πάου η καψερή, ο Θέος να με σ’χωρέσει.
- Μπα, μαρή κοπέλα μ’. Δε μ’ λες κάνε, τ’ αρνί σας το σφάξατε;
- Μπαααα, θειά μ’. Καρτερώ το μπαρμπα-Χρήστο το Μένιο. Η αφεντιά του μας το σφάζ’ ούλες τσι χρονιές. Είναι φίλος, βλέπ’ς, με το ν’κοκύρ’ μου. Του δίνει και τη (μ)προβιά κάθε χρόνο!
- Εγώ, καψόπαιδο, εφώναξα εχτές το μπάρμπ’ Αργύρ’ και ξεντριγάρ’σα.
- Ναι, είδα τσου «σταυρούς στη (μ)πόρτα» σας. Και του χρόνου να ‘στενε καλά. Δε μ’ λες, αλήθεια, θεια, η αφεντιά σου θα (γ)ξέρ’ς. Τι πράμα είν’ αλήθεια αυτό το κομμάτι; Άκου, να γυρίζ’, λέει, κάθε Μεγασάββα η μουζ’κή στα σοκκάκια και να βαρεί τ’ «διάνα» κι οι ν’κοκυράδες, απ’ όπ’ βρεθούνε, να τσακίζ’νε στσου δρόμ’ς ότ’ παλιαγγειό τσου βρίσκεται. Μπορείς να μ’ πεις η αφεντιά σου, τι σένια είναι, η αφεντιά τσου;
- Εθίματα, μαρή θυατέρα. Παλιά εθίματα των γιορτώνε. Τι θέλ’ς να ‘ναι; Έτσ’ τα ‘βραμε απ’ τσου παλιότερους, έτσ’ τα βαστάμε και στσι μέρες μας. «Μικρή Ανάσταση» μου την είπε, νια μέρα π’ τονε ρώτησα κι εγώ, ο σιορ Πίπ’ς, ο νόντσολος τ’ Άη-Μηνά. Αλλά τώρα, στο (γ)καιρό μας, δεν τα πιεντάνε και πολύ – πολύ. Παλιότερα, καψόπαιδο, ο κοσμάκ’ς τα στ’μάρ’ζε πλειότερο απ’ τσου τωρινούς και μάλ’στα μου πολύ τα χαιρόντανε. Θ’μάμαι νια βολά, σα σήμερα, όπως κατέβαινε η μουζ’κή στο παζάρ’ απ’ τα Χάβρ’κα για τη (μ)πιάτσα, εδεκεί στο σοκκάκι του Μαρκά, πετιέται απ’ το τσαγκάρ’κό του ο Γιώργ’ς ο Κράλ’ς, Θεός σχωρέστονε κι απ’θώνει καταμεσίς του δρόμ’ ένανε θεόρατο μπότη, από κειούς εκεί με τ’ν αλ’φή απόξ’, ξέρ’ς μαρή, π’ βάν’νε το λάδ’, μ’ ένα φ’τίλ’ απάν’ στη μσ’ούδα του, αναμμένο. Οραντίς και το βλέπ’νε οι μουζ’κάντ’δες, σκιαχτήκανε και το βάν’νε στα κοσάκια. Σκορπίσανε και μήτε δ’νήθηκε να (ν)τσου σ΄μασ’ άλλο ο μακαρίτ’ς ο μπάρμπα Νιόνιος ο Τσ’ρώτος, π’ τσόκανε το «δάσκαλο».
- Έτσ’ λ’πόν!. Και δε μ’ λες αλήθεια, θεια. Όλο τι πράντσα λογαριάζεις να ‘τ’μάσεις;
- Τι πράντσα, μαρή κοπέλα μ’, σα (γ)και δε (ν)τα ξέρ’ς, ρωτάς. Απόψε το πατσαλίκι αυγοκομμένο, όπως το καλεί η βραδιά. Αύριο τσότσο κρέας με μανέστρα και τ’ν άλλ’ τ’ αρνί ψ’μένο. Αυτά. Τα ξέρ’ς. Δε (ν)τα ξέρ’ς τώρα;.
- Θα (ν)το ψήσ’τε στο σουβλί;
- Ναίσκε, μαρή. Όξ’ στ’ν αδειά, αντάμα με το (γ)κ’νιάδο μου και το λαλά μου. Κάθε χρόνο έτσ’ κάν’με, από έσπαλε. Θέλ’νε, βλέπ’ς, άμα το σ’κών’νε, να ρίχν’νε και τσι κουμπουριές τσου, για το καλό τα’ χρόνου. Το δ’κό σας θα (ν)το βάλ’τε στο φούρνο, ε; Είδα το δ’κόνε σου, τ’ απολιώρα, πόφερν’ αποκλάδια.
- Τι να κάμ’με, θειά μου; Είμαστε βλέπ’ς κι οι δύο κονκασάδοι.
- Και για Ανάσταση, πού λέτε να πάτε;
- Εδεδώ στ’ (μ)πιάτσα, λέμε να βγούμε, στον Αη-Σπ’ρίδωνα για πιο σιμά. Ας πάου τώρα ν’ αποσώσω κάτ’ δ’λειές που τ’ς έχω στ’ μέση, μη (μ)πάει κι έρτ’ ο μπάρμπα Χρήστος για το καλότ’χο τ’ αρνί. – Τότενες, γεια σ’ μαρή θυατέρα μου και καλή σας Ανάσταση.
- Αμήν, θεια μου, παρομοίως, με τ’ φαμελιά σου.
---------------------------
ΣΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ
(ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ)
«Στ' Οσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Επιτάφιο να στολίσουν, κι' όσες,
μοιρολογήτρες, ως με του Μεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πώς, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Αδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι' ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι' ο επιτάφιος θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Ανάστασης το θάμα,
και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια,
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!
Αλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Αγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι' απ' τ' Αγιο Βήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ως με την ξώπορτα, όλοι κι' όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα «Χριστός Ανέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!"
Και να, ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Βαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο - και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κυττάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κυττάζαν
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
μα ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!
Και τότε, - μάρτυράς μου νάναι ο στίχος,
ο απλός κι' ο αληθινός ετούτος στίχος, -
απ' το στασίδι πούμουνα στημένος
ξαντίκρυσα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
(έτσι όπως τόειδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι' αληθινός ετούτος στίχος),
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Μάτια μου, Βαγγέλη!».
-------------------------------------------------------------------------
ΕΥΧΟΜΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΕ ΥΓΕΙΑ-ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ -
H AΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΟΥ ΧΑΜΗΛ ΜΠΑΤΑΡ



Η φράση " ΧΑΜΗΛ ΜΠΑΤΑΡ" που βρήκε ξαφνικά στην οθόνη του κινητού του τον προβληματισε. Δεν ήθελε όμως να μας δείξει οτι δεν ήξερε τι να κάνει ενώ ντρέπονταν και να μας ρωτήσει. Ωσπου μετά απο κάποιες μέρες, οπου η φράση αυτή του έγινε εφιάλτης και έβγαινε συνέχεια στο κινητό του, αναγκάστηκε να μου ζητήσει, ντροπαλά, βοήθεια:.
--Ρε φίλε τι ειναι αυτό που βγαίνει στο κινητό μου;. Ποιός ειναι αυτός ο Χαμήλ Μπατάρ;. Εγω δεν έχω σχέση με Άραβες...
Γέλασα. Γέλασε κι΄αυτός.. Του εξήγησα οτι σημαίνει ¨ Χαμηλή Μπαταρία" και οτι έπρεπε να φροντίζει κάθε μέρα. Να την φορτίζει.
Ο κυρ Χρήστος 75 ετών, συνταξιούχος της χωροφυλακής, δεν έχει καμία επαφή με την εισβολή της νέας τεχνολογίας. Του χάρισαν ένα καρτοκινητο και απο τότε.... άλλαξε η ζωή του. Αγχωνεται το πρωί για να διαπιστώσει αν ειναι εντάξει, το ξεχνάει και δεν ξέρει που το έχει βάλει, δεν ξέρει πόσες μοναδες ομιλίας απομένουν, δεν ξέρει να παίρνει τηλέφωνο, δεν ακούει καλά όταν του τηλεφωνούν.
Ο κυρ Χρηστος μπορεί να ζει δίπλα μας, να κινείται στην πολυκατοικία μας, να ειναι ένας συγγενής μας.
Ένας απο τους ανθρώπους που βασανίζεται απο τη νέα τεχνολογία, που υποφέρει αλλά αναγκάζεται να συμφιλιωθεί. Οπως κάνουν χιλιάδες άλλοι συμπολίτες μας προκειμένου να επιβιώσουν, να συνεχίσουν τη δουλειά τους στα νέα δεδομένα. Πολλοι χρησιμοποιούν τον ηλεκτρονικό υπολογιστή απο αναγκη. Και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να συνηθίσουν με αυτή την ιδέα. Μεσα τους αγανακτούν αλλά το ανέχονται. Γιατι έτσι πρέπει.
Το περιστατικό με τον Χαμήλ Μπατάρ ειναι αληθινο. Οπως αληθινό ειναι το παπάκι που ζωγράφισε(και μάλιστα με τέσσερα πόδια) ένας γνωστός όταν του είπα να γράψει την ηλεκτρονική μου διευθυνση. Πολλές ειναι οι καθημερινές ιστορίες ηλεκτρονικής τρέλας. Ιστορίες που δείχνουν οτι έχουμε υποταχθεί στην τεχνολογική επανάσταση σε βάρος των συναισθημάτων, της ανθρώπινης προσέγγισης. Τα χρόνια πολλά, πλέον, τα λέμε με το κινητό και τα σ ΄αγαπώ με e-mail. Δικαιολογημένα λοιπόν ο κυρ Χρηστος να μην ξεχάσει ποτέ τον Χαμήλ Μπατάρ και την παρέα του...
(απο το βιβλίο του Ηλία Γεωργάκη: `ΟΡΦΕΩΣ 2-εκδόσεις Άγκυρα΄).

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

ΠΑΛΙΑ ΛΕΥΚΑΔΑ




Παλιά Λευκάδα
σε θυμάμαι
απόψε πάμε
όλοι μαζί,
με τις κιθάρες
γλυκιά καντάδα,
με σοροκάδα
ως το πρωί.
Παλιά Λευκάδα
πέντε καμάρες
πίκρες, λαχτάρες
σκληρή ζωή,
σεισμός και ντόρος
κάρα και μώλος
κάθε στιγμή
μια Κυριακή.
Παλιά Λευκάδα
με τον ανθώνα
πάμε αγώνα
με Τηλυκράτη,
πόσο μου λείπει
ο Ζαχαρής,
Ζακχαίου ντέφι,
γέλιο και φάρσες,
Ανδρέα πάστες
έλα να δεις.
Παλιά Λευκάδα
σε θυμάμαι,
στο “Γλάρο” νάμαι
στην κουπαστή,
στον Αη Γιάννη
κλείνει η νύχτα,
μικρή φρεγάδα
με φεγγαράδα
στη Μαδουρή.
Παλιά Λευκάδα
στους Μύλους
δίχτυα,
με τα ξενύχτια
στο Κάστρο
μπάνιο,
ξεχνούσες πόνο
μνήμες πληρώνω,
μποσκέτο, “Φοινικας”
“Αμερικάνο”.
Παλιά Λευκάδα
στον άμμο μπάλα
μαζί στου Πάλα
στ' αμπαλί,
μούτελη, τσίγκος
στίχοι και χρώμα
χωρίς χειμώνα
στη ψυχή.
Παλιά Λευκάδα
βόλτα στο Πόντε
του Βαλαμόντε
με τις διαλέξεις,
ο Βούλης πρώτος
χορός, παρλάτα
και μασκαράτα
χωρίς να φέξεις.
Παλιά Λευκάδα
τρελών μπρανέλων
ήχοι αγγέλων
στην Κυρα,
μονά ζυγά
τα μαντολάτα,
η Διάνα βγήκε
ο χρόνος μπήκε
δώσε παράτα.
Παλιά Λευκάδα
ω δρόμο πατέρα
αχνίζει η μέρα
μες στο πριάρι,
λούφες, μπουργέτο
λάθη, μποσκέτο,
με Μαλακάση
Αθηνιώτη
Ντελημαρη.
Παλιά Λευκάδα
γιατρέ Γρηγόρη
στο ξεροβόρι
είσαι πυξίδα,
μέσα στην πίκρα
δώσε κουράγιο
τάμα στον Άγιο
για μια ελπίδα.
Παλιά Λευκάδα
'Πάνθεον 'τρέλας,
πέραμα Βέρας,
στο κανάλι
με τη συρτή,
πρέφα στον “Πάπιο”
στη Γύρα δύση
γλυκό μεθύσι
με βαρτζαμί.
Παλιά Λευκάδα
Φρούφαλος, κλάμα
πάθη, ντουγάνα
στις αλυκές
πικρό ψωμί
κρασί στου “Μύτα”
στου Μπελεμέ
στου Κουτσινή.
Παλιά Λευκάδα
μνήμες αράδα
με μια λαμπάδα
Φανερωμένη,
παλιά Λευκάδα
ψυχής λιακάδα,
καλπάζον όνειρο
όσο κι αν φεύγεις
σε περιμένει.
 ΗΛΙΑΣ Π.ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ
(απο την ποιητική συλλογή
ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ
-εκδόσεις 'Αγκυρα').

Δημοφιλείς αναρτήσεις