Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

ΧΩΡΙΣ ΑΥΛΑΙΑ

Φωτογραφία: ΧΩΡΙΣ ΑΥΛΑΙΑ
(TOY HΛΙΑ ΓΕΩΡΓΑΚΗ).
ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΛΕΥΚΑΔΙΤΗ ΗΘΟΠΟΙΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ ΝΟΝΟ
ΗΛΙΑ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

Aπ' την αλμύρα, γόνος του Πουλιού

με την καντάδα τμήμα του μυαλού,

τα δύσκολα τα χρόνια στην Ελλάδα

ανοίγει τα φτερά του απ΄τη Λευκάδα.

Φρούφαλος, Ελένης ον ο γιός

φωνή ταμπεραμέντο, όλο χάρη

στο 'Πανθεον΄θαμώνας τακτικός

με την κιθάρα στα καντούνια σιγοντάρει.

Γαλάζια των ματιών του η θωριά

Λευκάδας να θυμίζει ακρογιάλι,

μεγάλη η ζεστή του η καρδιά

ποθεί του Αη Γιαννιού το μαϊστράλι.

Φιλί που δεν ακούμπησε ποτέ

τα χείλη τα γλυκά που λαχταρούσε

τα κόκκινα χορεύουν στη ζωή

σκεφτόταν συνεχώς, για κείνη ζούσε.

Ο Φίλιππος -Πανάγος αρχηγός

στο πνεύμα και στη σκέψη ήταν πρώτος,

αστεία, συζητήσεις, τσακωμοί

ξενύχταγε μαζί τους κι΄ο Κορώτος.

Κουζουντελη ο δρόμος φωτεινός

απλώνονται παντού πυγολαμπίδες

οι μνήμες μας κρατάνε στη ζωή

όρθιες να στέκουν οι ελπίδες.

Ταλέντο που ζητούσε αφορμή

η φτώχεια ήταν δύσκολη κι΄η πείνα,

μα ξάφνου μια μέρα βροχερή

ξεκίνησε να πάει στην Αθήνα

Οι φίλοι τον παρότρυναν θερμά

φαινόταν στην αρχή σαν ένα αστείο,

φτωχός αλλά με πίστη στη καρδιά

τον έβαλαν στο πρώτο λεωφορείο.

Του πλήρωσαν τα ναύλα ομαδικώς

ανοίγει τα φτερά του προς το φώς

και νατος οντισιόν μπροστά στον Κουν

διαμάντι η φωνή του που ακούν,

Σε στίχους του Πανάγου οι εξετάσεις

πέρασε ευθύς χωρίς συστάσεις

είχε το ταλέντο και τη τύχη

κι΄ας σήκωσε ψηλά ξανα τον πήχυ.

Μεγάλος θεατρίνος θα γεννεί

ψυχή του στο σανίδι εναποθέτει,

στον άνθρωπο που γνώρισες μη πεις:

αυλαία στον Ηλία Λογοθέτη.
ΧΩΡΙΣ ΑΥΛΑΙΑ
(TOY HΛΙΑ ΓΕΩΡΓΑΚΗ).
ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΛΕΥΚΑΔΙΤΗ ΗΘΟΠΟΙΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ ΝΟΝΟ
ΗΛΙΑ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

Aπ' την αλμύρα, γόνος του Πουλιού

με την καντάδα τμήμα του μυαλού,

τα δύσκολα τα χρόνια στην Ελλάδα

ανοίγει τα φτερά του απ΄τη Λευκάδα.

Φρούφαλος, Ελένης ον ο γιός

φωνή ταμπεραμέντο, όλο χάρη

στο 'Πανθεον΄θαμώνας τακτικός

με την κιθάρα στα καντούνια σιγοντάρει.

Γαλάζια των ματιών του η θωριά

Λευκάδας να θυμίζει ακρογιάλι,

μεγάλη η ζεστή του η καρδιά

ποθεί του Αη Γιαννιού το μαϊστράλι.

Φιλί που δεν ακούμπησε ποτέ

τα χείλη τα γλυκά που λαχταρούσε

τα κόκκινα χορεύουν στη ζωή

σκεφτόταν συνεχώς, για κείνη ζούσε.

Ο Φίλιππος -Πανάγος αρχηγός

στο πνεύμα και στη σκέψη ήταν πρώτος,

αστεία, συζητήσεις, τσακωμοί

ξενύχταγε μαζί τους κι΄ο Κορώτος.

Κουζουντελη ο δρόμος φωτεινός

απλώνονται παντού πυγολαμπίδες

οι μνήμες μας κρατάνε στη ζωή

όρθιες να στέκουν οι ελπίδες.

Ταλέντο που ζητούσε αφορμή

η φτώχεια ήταν δύσκολη κι΄η πείνα,

μα ξάφνου μια μέρα βροχερή

ξεκίνησε να πάει στην Αθήνα

Οι φίλοι τον παρότρυναν θερμά

φαινόταν στην αρχή σαν ένα αστείο,

φτωχός αλλά με πίστη στη καρδιά

τον έβαλαν στο πρώτο λεωφορείο.

Του πλήρωσαν τα ναύλα ομαδικώς

ανοίγει τα φτερά του προς το φώς

και νατος οντισιόν μπροστά στον Κουν

διαμάντι η φωνή του που ακούν,

Σε στίχους του Πανάγου οι εξετάσεις

πέρασε ευθύς χωρίς συστάσεις

είχε το ταλέντο και τη τύχη

κι΄ας σήκωσε ψηλά ξανα τον πήχυ.

Μεγάλος θεατρίνος θα γεννεί

ψυχή του στο σανίδι εναποθέτει,

στον άνθρωπο που γνώρισες μη πεις:

αυλαία στον Ηλία Λογοθέτη.




ΥΓ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΑΥΤΟΥ:
Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1960,στην πόλη της Λευκάδας, με όλη την καταπληκτική παρέα των.. εντιμότατων μπρανέλλων στα ντουζένια τους. Το ΄Πανθεον'΄στις φλόγες με τα φαρομανητά και τα αμπωξίδια. Ατελείωτες οι ιστορίες, οι φάρσες και τα καλαμπούρια. Φοβεροί τύποι. Κι αυτή ήταν η ιδιαιτερότητα των μπρανέλων. Το χιούμορ, ο αυτοσαρκασμός, η διαφορετική προσέγγιση της ζωής, ο ιδιόρρυθμος τρόπος σκέψης. Παρά τη φτώχεια και τις κακουχίες. Αλήθεια και ποιος δεν θυμάται τον Ταγέα και τον Μπίρια. Ο Γεράσιμος καλόκαρδος και μεγάλη ψυχή - είχε ένα καροτσίνι τη Σούζη -και σύχναζε στου Μύτα Ο Σταύρος ο Ταγέας φώναζε 'Αβάρααα!΄'. Και ποιος δεν θυμάται τον Αντρέα τον Όπερα ή Ριγολέτο(που έσπρωχνε το καροτσίνι του σφυρίζοντας ριγολέτο) τον μπάρμπα Αντρέα με τα γλυκά του, τον Βαλαμόντε(Κοκονιώρο) με τις διαλέξεις, τον αξέχαστο Βούλη Βρεττό, τον Μπολσεβίκο, το Ζακχαίο, τον Σεραφείμ, το φοβερό Ζαχαρή με τις φάρσες του, το Γιάννη το Δεσύλα, τον Άγγελο τον παταλέα, τον Σπυραντώνη το Νιόνιο τον Πατσά. Ατέλειωτη η λiστα:: ο Σπύρος Φιλιππας- Πανάγος, ο Μαλιαρής, ο Τσίνας, ο Ερμoλαος Σκεπετάρης, ο Κονίας, ο Γιάννης Αθηνιωτης, ο Λίζας, ο Μπαμπάρος, ο Μούρτας,  ο Κορομλέος, ο Πάπιος( με το ιστορικό καφενείο στην Κουζουντελη), ο Πούλος, ο Μπολσεβίκος, ο Νιόνιος ο Σοροκρασής, ο Μπατίστας, ο Κλίνιας, o Κεφάλας, ο Καρύδης(΄΄ω δρόμο πατέρα΄΄), ο Λιώρης με την παράγκα του, ο Κοτσώλος, ο Αντωνης Κανιός, ο καθηγητής Μανούδης, ο Γούρμος, ο Γιάννης ο Σπρομήλιος,. ο Νικος ο Μανιώρος, ο Φωτάκιας, ο Χαμπέος, ο Καρκαλίτσος, ο Λέτσος, ο Τζεβελέκης, ο Κουφάκιας. Και τόσοι άλλοι. Ήταν η εποχή που έβγαιναν τα χάβαρα στο Κάστρο, οι αυγωμενοι παγούροι στο Ιβάρι, η ψιλή γαρίδα και οι καποσάντες, πριν τους εξαφανίσει η μόλυνση. Με το πέραμα της Βέρας, τις αλυκές και τα μονόξυλα. Ο ''Γλάρος''΄, η ΄'Λουτσίντα'', το ''Πάτραι'' και η ΄Πύλαρος'. Ο Κουτσινής, ο Μπελεμές, ο Μουτρούκαλης. Τα κουρεία με τα μαντολάτα και τα μονά -ζυγά, ο Κουφάκιας με τον περιφημο πατσά. Ηταν η η εποχή που το αμπαλί σημαδευε την ιδιαιτερότητα της Λευκάδας. Ο Γιάννης ο Κάλιας, ο Αλέκος Μπουρσινός, ο ανεπανάληπτος Σπύρος Ανυφαντής(Μπρούμης), ο Γαγάς, ο Τασος Βαγενάς, ο Χρηστος Τετράδης, ο Κώστας Ματαράγκας, ο Τασος Δρακόπουλος, ο Πάνος Καραβίας-Κοντοπίθιας, ο Φάνης Ανυφαντής(Μπρούμης), ο Νικος Σάντας, ο Νικος Κατωχιανός -Σφυρής, ο Μεμάς Τζεφρώνης-Αλογος, ο Βασίλης Κάλλιας, ο Φανούρης Μήτσουρας και τόσοι άλλοι. 

Λοιπον που λέτε, ο πατέρας μου ο αλησμόνητος Πάνος ο Λαμπούρης- ενας φτωχός ψαράς βιοπαλαιστής-και ο παπούς μου ο Νιόνιος ενας ταπεινός μεροκαματιάρης, συμφώνησαν το 1961 με τον Ηλία Λογοθέτη-Φρούφαλο (στα 23 του τοτε) να με βαφτίσουν. Προηγήθηκε απο τον ιδιο η κουμπαριά με τους γονείς μου. Στον Αγιο Νικόλαο, λοιπον, το μυστήριο, ολα τελειωμένα και ετοιμα. Το όνομα του μωρού-φυσικά Διονύσης-αγόρι και το πρωτο παιδί ο υπογράφων, μην τον βασκάνουμε. 

Αρχισε το μυστήριο. '' Και το όνομα αυτού'', ρωτάει ο παπάς: 

-''Ηλίας, Ηλίας!!! '' φωνάζει με σεντόρεια φωνή ο Φρούφαλος. Παγωμάρα και σιωπή μέσα στην εκκλησία. 

-΄΄Ηλιας'', λέει και ο παπάς και να η... κατάδυση στην κολυμπήθρα. 

Καταλαβαίνει κανείς τι 'εγινε μετά. Τα μουτσουφλίδια και τα βρισίδια που ακολούθησαν. Ο παπούς μου το 'ελαβε βαρέως''. 

''΄Δεν ξερω, Ηταν μια αύρα, κάποια μυστική φωνή με ώθησε και με παρέσυρε, ''απολογείται' σήμερα ο νονός μου. Ενας αγαπημένος, λατρεμένος, ανθρωπος και ηθοποιός. Και σπουδαίος Λευκαδολάτρης. Κατα λάθος, Ηλίας, λοιπόν. Αλλα ενα τόσο ομορφο λάθος! 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις