Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

130 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΑΡ.ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ

130 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΑΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ (1824 - 1879 ).

Αλήθεια πόσοι μα πόσοι σπουδαίοι άνθρωποι μας κάνουν να νοιώθουμε περήφανοι που είμαστε Λευκαδίτες; Δεν εχει τέλος ο κατάλογος. Βαλαωρίτης, Σικελιανός, Ζαμπεληδες, Σβορωνος, Π. Κοντομίχης Π. Ροντογιάννης, Α. Μπάλτσα,Ηλ. Λογοθέτης, Λάκης Σάντας, Τζαβαλάς Καρούσος, Γεράσιμος Γρηγόρης, Ξενοφ. Γρηγόρης, Θεόδωρος Στάμος, Λευκάδιος Χέρν, Κατηφόρης, Τζεβελέκης, Χαραμόγλης,Απ. Κακλαμάνης, Ηλίας Βεργίνης, Δήμος Μαλακάσης, Νικος Θάνος-Μορίνας, οικογενεια Μαμαλούκα, Βουλης Βρεττος, Γιαν.Αθηνιώτης,Σπ. Φιλιππας-Πανάγος και τόσοι αλλοι. Ας μην ξεχνάμε οτι η μικρή Λευκάδα απέδειξε στη δύσκολη δεκαετία του 1950, μέσα στις στάχτες του εμφυλίου, οτι
η δύναμη της ψυχής και προπαντός η συλλογικότητα μπορούν να κάνουν θαύματα. Αλλα και κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει την πρωτοπορία της Λευκάδας όχι μόνο στις γιορτές -Λογου και Τέχνης (όπου βρήκαν στη συνέχεια πολλούς μιμητές) αλλά και στην ίδρυση και λειτουργία καλλιτεχνικών και αθλητικών συλλόγων καθώς και άλλων συλλογικών δραστηριοτήτων. Να τονίσουμε ότι το 1850 ιδρύθηκε η "Φιλαρμονική", το 1875 η Λευκάδα είχε ένα από τα 16 σε όλη την Ελλάδα θέατρα, το 1937 ιδρύεται ο πρωτοπόρος "Ορφέας" και το 1927 ο "Τηλυκράτης".
Και σήμερα παρά τη γενική κρίση αξιών και ιδεών, παρά την πνευματικοπολιτιστική ξηρασία η Λευκάδα (ο μικρότερος νομός της χώρας) "προσφέρει" 110 εν ζωή καθηγητές Πανεπιστημίων σε όλο το κόσμο, 67 επαγγελματίες δημοσιογράφους, εκατοντάδες επιστήμονες, λογοτέχνες και καλλιτέχνες, την περίφημη Αγνή Μπάλτσα, τον διακεκριμένο ηθοποιό Ηλία Λογοθέτη, τον ηρωα Λάκη Σάντα, τον προεδρο του ΔΣΑ(Δικηγορικος Συλλογος
Αθηνων) Δημήτρη Παξινό και πολλούς αλλους. Εκει ομως που πρεπει να σταθούμε ειναι ο μεγάλος βάρδος, ο εθνικος ποιητής, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης με αφορμή τα 130 χρόνια απο το θάνατό του που συμπληρωνονται εφέτος-2009.

Έχει γράψει ο Κωστής Παλαμάς για το Βαλαωρίτη: "Στο Βαλαωρίτη όλα ζωντανεύουν με ζωήν ανθρώπινη, από τα πουλιά και τα λουλούδια, ίσα με τα σπαθιά και τα βόλια. Παρμένος από το δημοτικό τραγούδι, ένας ανθρωπομορφισμός την εμψυχώνει την ποίηση τούτη. Μα το πολύ και το κύριο που τη χαρακτηρίζει θα έπρεπε ακριβέστερα να σημειωθεί. Οι εκφραστικές πηγές των ποιητών: η καρδιά· καίεται και ζεσταίνει· η σκέψη· εκθέτει και συνθέτει· η φαντασία· βλέπει και πλάθει· το μέτρο ρυθμίζει και ιδανικεύει. Ο ποιητής ζωγραφίζει· ο ποιητής ρητορεύει· Γλώσσα και ύφος, υδρίες και κύπελλα που μας κουβαλούν και μας τα προσφέρουν από τις διάφορες αυτές πηγές τα ποιητικά νάματα. Αλλά συχνά τα λαγήνια τούτα και τα ποτήρια καταντά να έχουν ομορφιά
και να παίρνουν γοητεία δική τους, ανεξάρτητ' από την ουσία που τα γιομίζει· γίνονται κι αυτά πηγές. Το πιο πολύ και το κύριο που καταντά να χαρακτηρίζει το στίχο του Βαλαωρίτη, σα να είναι, ξέχωρα, η λέξη που ξεχύνεται και πλημμυρίζει και σέρνει ονόματα κάθε είδους, κύρια, επίθετα, προσηγορικά, ουσιαστικά, συχνά πυκνά συνώνυμα, ονόματα τόπων πραγμάτων, υποκειμένων, αρμάτων, κατορθωμάτων." (Πηγή: Α. Βαλαωρίτη Άπαντα, Γ. Μέρμηγκας, Ιστορικές Εκδόσεις Λογοτεχνίας).

- Η προς την πατρίδα αγάπη μου.

Δεν είναι διαβατάρικο πουλί που για μια μέρα

σχίζει τα νέφη και περνά γοργό σαν τον αγέρα,

ούτε κισσός π' αναίσθητος την πέτρα περιπλέκει,

ούτ' αστραπή που σβήνεται χωρίς αστροπελέκι·

δεν είναι νεκροθάλασσα, βοή χωρίς σεισμό·

νιώθω για σε, πατρίδα μου, στα σπλάχνα χαλασμό.

-Η Αγράμπελη

Λέγ' η αγράμπελη μυριανθισμένη,

στον άγριο πλάτανο που τη θωρεί

και με τον ίσκιο του συχνοδιαβαίνει

πάντοτ' επάνω της, βράδυ κι αυγή:

" - Δένδρο περήφανο, μέσ' τον αγέρα

τα φύλλα, οι κλώνοι σου θρασομανούν'

βρίσκεις στενόχωρη τώρα τη σφαίρα;

Τ' άστρα τά σύγνεφα δε σε χωρούν;

" Τρέχει στη ρίζα σου νεράκι κρύο

βυζαίνεις άκοπα την καταχνιά,

κι εμένα ζήλεψες συ το θηρίο,

γιατί μ' επότιζε λίγη δροσιά;

" Τι θέλεις πλάτανε, τι μου γυρεύεις;

Διώξε τον ίσκιο σου κι είμαι μικρή.

Τ' άνθη μου επάγωσαν, μήν τα παιδεύεις,

άσ' τον τον ήλιο μου να τα χαρεί..."

" - Ξανθή μου αγράμπελη, τι με φοβάσαι;

Θέλεις να σέρνεσαι πάντα ορφανή,

μονάχη σου έρημη τη νύχτα νάσαι,

νάχεις κρεβάτι σου λιθάρια, γη;

" Τ' άνθη ζευγάρωσε με την ανδρειά μου,

γένου βασίλισσα κι εγώ θρονί,

στηλώσου επάνω μου..., στην αγκαλιά μου

κάθε άλλο λούλουδο θα σε φθονεί..."

Την εξεγέλασε τ' άγριο πλατάνι,

την επερίπλεξε μέσ' τα κλαριά....

Τι κρίμα, πώδωκες, ξανθό βοτάνι,

για λίγο ψήλωμα την παρθενιά!

Φτωχή κι ανύπανδρη στην ερημιά σου

μούτανε τ' άνθη σου κρυφή χαρά'

Τώρα θ' αρπάζουνε τη μυρωδιά σου

τα νέφη κι ο άνεμος πούσαι κυρά.

-------------------------------------------

Η Ξανθούλα

"Μ΄αρέσ΄η θάλασσα, γιατί μου μοιάζει,

μ΄αρέσει, σ΄άκουσα να λες κρυφά,

πότε αγριεύεται, βόγγει, στενάζει,

και πότε ολόχαρη παίζει γελά.

Δεν είν΄ολόξανθη σαν τα μαλλιά μου;

Δεν είν΄ο κόρφος μου σαν τον αφρό;

Μέσα στα μάτια μου τα γαλανά μου

δεν έχω κύματα, τάφο, ουρανό;

Μ΄αρέσ΄η θάλασσα, γιατί μου μοιάζει,

κι ας έχη μέσα της κόσμο θεριά...

Μη στην καρδούλα μου μη δε φωλιάζει

αγάπη αχόρταγη, σκληρή φωτιά;"

Κ΄εγώ εχαιρόμουνα που χολιασμένη

φαρμάκι μώσταζες μες στην ψυχή,

τη ζήλεια σου έβλεπα ξαγριωμένη,

στα χείλη σου έβραζε κάθε πνοή.

Τότ΄εκρεμάστηκα στην τραχηλιά σου

τη φλόγα σώσβυσα με δυό φιλιά,

την όψι εβύθισα μες στα μαλλιά σου,

στον κόρφο σου έστησα κρυφή φωλιά.

"Κύμα μου ανήμερο, ψυχή μου, φθάνει.

Μη μ΄αγριεύεσαι, πλάγιασ΄εδώ...

Θάμαι για σένανε γλυκό λιμάνι...

Τι αξίζει η θάλασσα χωρίς γιαλό;

-----------------------------------------------------

ΑΠΑΝΘΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ

--. «Μέριασε βράχε να διαβώ» το κύμ' ανδρειωμένο

λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο. «Ο βράχος και το κύμα»

-. Εγέρασα, μωρές παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτηςτον ύπνο δεν εχόρτασα, και
τώρ' αποσταμένος

θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστρέφεψ' η καρδιά μου. Βρύση το αίμα το 'χυσα,
σταλαματιά δε μένει.

[...]Έφαγ' η φλόγα τ' άρματα, οι χρόνοι την ανδρειά μου. Ήρθε κι εμένα η ώρα
μου. Παιδιά μου, μη με κλάψτε. Τ' ανδρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη
νιότη. ( Ο Δήμος και το καρυοφύλλι του). - Ό,τι ο Έρως έχει δέσει, ποίος
τολμά ποτέ να λύσει; «Ο κλέφτης»,

-. Σβησμένο φως στον Άδη μου σ' επήρα λυχνοστάτη. «Ο τυφλός Χορμοβίτης»

― Πάρ' ένα σβόλο, Μήτρο, και διώξ' εκείνα τα σκυλιά που μου χαλούν το φύτρο.
(Φωτεινός).

Δημοφιλείς αναρτήσεις