Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018




Ο ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΣ ΛΕΥΚΑΔΙΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΥΔΗΣ
To πρόσωπο αυτού του μεγάλου Λευκαδίτη ποιητή σε παραπέμπει στην καλωσύνη, τη σεμνότητα αλλα και στην ευαισθησία.Θεωρείς ότι είναι ενας δικός σου ανθρωπος, χωρίς κάν να τον έχεις γνωρίσει.Ηρεμος, νηφάλιος, σεμνός, καρτερικός.
Ο Νίκος Καρύδης(1941-2004) με το ρωμαλέο στίχο του συγκαταλέγεται στο πάνθεον των ποιητών της Λευκάδας που ξεχωρίζουν από τη δύναμη ψυχής που αναβλύζει ο στίχος τους.Είχα , χρόνια πρίν, τη μέγαλη τύχη να τον ΄΄συναντήσω’’ από το μυθικό του ποίημα ‘Κυρά Φανερωμένη μου’.Και να τον θαυμάσω.
Τώρα που οι μαθητές του, κυκλοφόρησαν το βιβλίο του ‘Απασα η γραφή μου’(εκδόσεις 'Αίτιον")δίνεται η ευκαιρία στο ευρύ κοινό να τον ανακαλύψει .
Ο Νίκος Π. Καρύδης γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1941. Σπούδασε στην Αθήνα στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το Νοέμβριο του 1965 διορίζεται ως καθηγητής σε Γυμνάσιο της Καστοριάς και στη συνέχεια τον Αύγουστο του 1971, τοποθετείται οργανικά στο Λύκειο Αρρένων Αγίων Αναργύρων.Το 1990 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Λυκείου και το 1992, πριν από τη συνταξιοδότησή του, διορίζεται Διευθυντής του 2ου Ενιαίου Λυκείου Αγίων Αναργύρων.Έφυγε από τη ζωή το καλοκαίρι του 2004, δύο χρόνια μετά την πρόωρη συνταξιοδότησή του.Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε τοπικές εφημερίδες της Καστοριάς και της Λευκάδας.Το 2012 η Μίνα Παπανικολάου εξέδωσε την ποιητική συλλογή « Εσπερινή Συνάντηση», στην οποία συνομιλεί με αποσπάσματα από τα ποιήματά του.Το 2015 η συνάδελφός του, φιλόλογος και συγγραφέας Σοφία Ν. Μπαρδάνη-Σημαντήρη, τον συμπεριλαμβάνει στο βιβλίο της «Συν-ομιλίες» ανάμεσα σε άλλους καταξιωμένους Έλληνες ποιητές και πεζογράφους.
ΥΓ Η παρουσίαση του βιβλίου στη Λευκάδα θα γίνει στις 3 Αυγούστου 2018 στην αιθουσα του Πνευματικού Κέντρου Λευκάδας.
ΜΑΝΑ ΛΕΥΚΑΔΑ
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Μια νύχτα μάγια ολόγιομη έγειρα στ’ ακροβράχι
Άκρα του πέλαου η σιωπή κι αντίκρυ μου η ράχη
του βράχου του θεοσκότεινου.Το πνεύμα μου ομορφάδα
το μάγεψε και φτέρωσε για σε, Μάνα Λευκάδα.
Κι από του κάστρου τις κορφές ως πέρα στο Λευκάτα
με στυλωμένη την ψυχή, τα σωθικά χορτάτα
σαν τον αητό τον πετραητό που χόρτασε κι εστάθη
τα μυστικά του πέλαου ν’ αδράξει και να μάθει
όμοια η ψυχή μου φτέρωσε και μου ‘δειχνε σημάδι
της γής, της πρώτης μου της γής ολόφωτο στο βράδυ
εκεί ν’ αράξω το σκαρί και τα πανιά να σκίσω
το χώμα σου τρισάγια γή να πέσω να φιλήσω.
Κι ως ο αητός, ο πετραητός που βούτηξε και εστάθη
τα μυστικά του σύμπαντου ν’ ακούσει και να μάθει
τράνεψα και γιγάντωσα κι άγνωρο άκουα μύθο
μ’αυτιά, με μάτια και με νού που βύζαιναν στο βύθο.
των λογισμών που μ’έφεραν την άγια κείνη ώρα
του Όμηρου η θύμηση και του Δυσσέα η μπόρα
της μοίρας της βαρύγνωμης. Κι ως να’μουν γώ Δυσσέας
που είδε καπνό απ’το τζάκι του, στον τόπο της ωραίας,
της ποθητής πατρίδας του, ν’αράξει δέκα χρόνια
παλεύοντας με τα στοιχειά τ’αρχέγονα κι αιώνια,
ρούφαγα αχόρταγα στη γή τη λεβεντογεννήτρα
την πελαγίσσια την οσμή, των θυμαριών τη φύτρα.
Κι ως ο αητός, ο πετραητός που εχόρτασε κυνήγι
και νύσταξε κι απόκαμε και στέκονταν πριν φύγει
αμφίγνωμος, στην πέτρα του να γείρει και να μείνει
ή στ’ αψηλό λημέρι του να βρει ταίρι και κλίνη
όμοια και ‘γώ, ως βύζαινα και ρούφαγα την γή μου
ένοιωθα μέγα λήθαργο να σβήνει το κορμί μου
και φώναξα: “Bόηθα με γή!’’ Και κείνη με κρατούσε
και μ’ έσφιγγε στον κόρφο της και μου κρυφομηνούσε.
Έτσι όπως κείτομουν βουβός κι απάνωθέ μου ωραίο
και δυνατό κι ανίκητο έβλεπα τον Ανταίο
τη γή ν’ αγγίζει και ξανά στο πάλεμα να μπαίνει,
ρίζωσα κι έγινα δεντρί γή μου αγαπημένη,
μια νύχτα μάγια ολόγιομη. Γερμένος στ’ ακροβράχι
-Άκρα του πέλαου η σιωπή κι αντίκρυ μου η ράχη
του βράχου του θεοσκότεινου-το πνεύμα μου ομορφάδα
το μάγεψε και φτέρωσα για σε, Μάνα Λευκάδα.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΥΔΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις