Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017


H ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΕΛΤΙΑ ΠΑΡΟΧΉΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ(ΜΠΛΟΚΑΚΙΑ).

Τη διαδικασία με την οποία θα επιβληθεί από 1-1-2017 το  άγριο χαράτσι και στα δελτία  παροχής υπηρεσιών(μπλοκάκια) περιγράφει εγκύκλιος του υπουργείου Εργασίας η οποία εκδόθηκε   με σημαντική καθυστέρηση.

Πρόκειται για το γνωστό χαράτσι(26,95% για σύνταξη και υγεία) που ορίζει ο νόμος Κατρούγκαλου  για εκατοντάδες χιλιάδες μισθωτούς, αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες με «μπλοκάκι» που απογειώνει τις ασφαλιστικές εισφορές από 1/1/2017 πάνω και από το 50%.

Όπως προκύπτει από την  εγκύκλιο και τις  σχετικές  διευκρινήσεις
όσοι εργαζόμενοι είναι στην παράλληλη απασχόληση -είναι δηλαδή μισθωτοί, αλλά κόβουν ταυτόχρονα αποδείξεις παροχής υπηρεσιών- θα πληρώνουν για το «μπλοκάκι» το σύνολο της εισφοράς του 26,95% (σύνταξη και υγεία) ως ελεύθεροι επαγγελματίες ανεξάρτητα από πόσους εργοδότες έχουν.Διευκρινιζεται ότι αν κάποιος είναι μισθωτός και διαθέτει και «μπλοκάκι», θα πληρώνει για το δελτίο παροχής υπηρεσιών το 26,95% (20% για σύνταξη και 6,95% για υγεία) του εισοδήματος που κόβει. Αν κόψει 100 ευρώ, θα πληρώσει 26,95 ευρώ. Αν κόψει 200 ευρώ, θα πληρώσει 53,9 ευρώ. Αν έχει μηδενικό εισόδημα από το «μπλοκάκι», δεν θα πληρώσει τίποτα. Τονίζεται ότι το πρώτο 6μηνο του 2017 οι μηνιαίες εισφορές για το μπλοκάκι θα υπολογιστούν με βάση το εκκαθαρισμένο εισόδημα του 2015 που είχε ο ασφαλισμένος από την παροχή υπηρεσιών.

Η εγκύκλιος ορίζει ρητά ότι εφόσον το εισόδημα προέρχεται από την άσκηση διαρκούς -και όχι ευκαιριακής- επαγγελματικής δραστηριότητας, και μόνο από την απασχόληση σε ένα ή και δύο πρόσωπα (φυσικά και νομικά), προκύπτει ουσιαστικά αποκλειστικότητα ως προς το/τα πρόσωπο/α που αποδέχεται/ονται τις σχετικές υπηρεσίες. Επομένως, επί του εισοδήματος αυτού υπολογίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές ύψους 20% για τον κλάδο κύριας σύνταξης, κατανεμημένο κατά 6,67% σε βάρος του ασφαλισμένου και κατά 13,33% σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου.

Η εγκύκλιος προβλέπει ότι ο ασφαλισμένος που απαιτεί την ένταξή του στο καθεστώς επιμερισμού των εισφορών με τον εργοδότη του θα πρέπει να το αναγράφει στο δελτίο του. Αντίστοιχα, ο εργοδότης θα πρέπει να υποβάλει Αναλυτική Περιοδική Δήλωση με την πλήρη καταγραφή των εισφορών που αντιστοιχούν σε αυτόν και τον εργαζόμενο. Αν δεν το κάνει, ο ασφαλισμένος θα πρέπει να υποβάλει υπεύθυνη δήλωση στον ΕΦΚΑ δηλώνοντας το ΑΦΜ του αφεντικού του και όποια άλλα στοιχεία αποδεικνύουν ότι θα έπρεπε να υπαχθεί στο συγκεκριμένο καθεστώς ασφάλισης. Στη συνέχεια ο εργοδότης αν εξακολουθήσει να αρνείται την υποβολή εισφορών θα πρέπει να υποβάλει ένσταση και τελικά ο ΕΦΚΑ θα κρίνει ώστε το τελικό ποσό της εισφοράς να αναζητείται ή να καταβάλλεται με την ετήσια εκκαθάριση στο τέλος κάθε χρόνου. Επί της ουσίας  το υπουργείο πετάει το μπαλάκι στους εργαζόμενους σε περίπτωση που ο εργοδότης αρνείται να καταβάλει το μερίδιο των δικών του εισφορών. Ο εργαζόμενος θα πρέπει να κάνει αίτηση στον ΕΦΚΑ και να δηλώνει ότι ο εργοδότης δεν πληρώνει, αλλά μέχρι τότε θα πληρώνει ο πρώτος το σύνολο των εισφορών. Δημιουργείται ουσιαστικά μια «βιομηχανία» αντιπαράθεσης εργαζόμενου και εργοδότη, ωστόσο, θεωρείται σίγουρο ότι υπό την απειλή της απόλυσης κανείς δεν θα συγκρούεται και τελικά ο εργαζόμενος θα πληρώνει το σύνολο των εισφορών.


Εξάλλου η εγκύκλιος ορίζει ανώτατο και κατώτατο ασφαλιστέο εισόδημα αυτό που ισχύει και για όλους τους υπόλοιπους ασφαλισμένους (5.860 ευρώ και 586 ευρώ μηνιαίως ή 70.320 και 7.032 ετησίως).Αν το ποσό του δελτίου είναι μικρότερο τα ποσά που αντιστοιχούν στην κατώτατη εισφορά αναζητούνται με την ετήσια εκκαθάριση. Αντίστοιχα αν στη μέση της χρονιάς ο εργαζόμενος βρει και άλλους εργοδότες ή χάσει αυτούς που είχε για το συγκεκριμένο διάστημα θα καταβάλει εισφορές ως ελεύθερος επαγγελματίας (δηλαδή με το εισόδημα του 2015) και η εκκαθάριση θα γίνει και πάλι στο τέλος της χρονιάς.

 Παραδείγματα:

 α. Μηχανικός παρέχει υπηρεσίες σε μία τεχνική εταιρία και σε μία τράπεζα για διάστημα 10 μηνών. Για αυτές τις δύο δραστηριότητες εκδίδει δελτίο παροχής υπηρεσιών, 20.000 ευρώ και 10.000 ευρώ αντιστοίχως. Από τη διάρκεια και τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών προκύπτει ότι αυτές δεν είναι ευκαιριακής μορφής, αλλά αντιθέτως απαιτούν διαρκή απασχόληση. Ως εκ τούτου, ο ως άνω ασφαλισμένος υπάγεται στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39. Συνεπώς, για κάθε μία από τις ως άνω δραστηριότητες υπολογίζονται εισφορές ως εξής: Για την πρώτη, το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής επιμερίζεται στους μήνες που διαρκεί η σύμβαση, επομένως σε κάθε μήνα αντιστοιχεί αμοιβή ύψους 2.000 ευρώ. Επ’ αυτής υπολογίζονται εισφορές ύψους 20% για τον κλάδο κύριας σύνταξης, κατανεμημένο κατά 6,67% σε βάρος του ασφαλισμένου και κατά 13,33% σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου (τεχνικής εταιρίας). Για τη δεύτερη, το αντίστοιχο ποσό της μηνιαίας αμοιβής ανέρχεται σε 1.000 ευρώ, στο οποίο και θα υπολογιστούν εισφορές κατά όμοιο τρόπο. Είναι ευνόητο ότι κατά τον ίδιο τρόπο επιμερίζονται οι εισφορές για τον κλάδο περίθαλψης, επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχής.

 β. Γιατρός παρέχει υπηρεσίες σε ιδιωτική κλινική, με σύμβαση ετήσιας διάρκειας, και αμοιβή ύψους 80.000 ευρώ, για την οποία εκδίδει τρία ΔΠΥ. Η εν λόγω κλινική αποτελεί τον μόνο αντισυμβαλλόμενο του συγκεκριμένου ασφαλισμένου-ιατρού, επομένως αυτός υπάγεται στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39. Ανεξαρτήτως του αριθμού των ΔΠΥ στις οποίες επιμερίζεται η συμφωνηθείσα αμοιβή, καταβάλλονται εισφορές με βάση το ανώτατο ετήσιο όριο των 70.320 ευρώ, με δεδομένο ότι η οικεία σύμβαση είναι ετήσιας διάρκειας. Αν η ως άνω σύμβαση ήταν διάρκειας 10 μηνών, τότε η συμφωνηθείσα αμοιβή θα αντιστοιχούσε σε 8.000 ευρώ/μήνα, συνεπώς οι εισφορές θα υπολογίζονται επί της ανώτατης μηνιαίας βάσης υπολογισμού των 5.860,8 ευρώ. Στην τελευταία περίπτωση, και με δεδομένο ότι δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις της παρ. 9 του άρθρου 39, ο εν λόγω ασφαλισμένος θα καταβάλει κανονικά εισφορές με βάση το άρθρο 39 (ως μη μισθωτός) για τους υπόλοιπους δύο μήνες του έτους.

 γ. Γιατρός παρέχει υπηρεσίες σε ιδιωτική κλινική, με σύμβαση διάρκειας 10 μηνών για την οποία εκδίδει ΔΠΥ αξίας 5.000 ευρώ. Με δεδομένο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παρ. 9 του άρθρου 39, το ποσό της συμφωνηθείσας αμοιβής επιμερίζεται στους μήνες που διαρκεί η σύμβαση, επομένως σε κάθε μήνα αντιστοιχεί αμοιβή ύψους 500 ευρώ. Επ’ αυτής υπολογίζονται εισφορές αντιστοίχως κατανεμημένες σε βάρος του ασφαλισμένου και σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου κατά τα ως άνω αναφερθέντα. Επιπροσθέτως, για το ποσό που υπολείπεται της ελάχιστης μηνιαίας βάσης υπολογισμού των αυτοαπασχολουμένων (586,08-500=86,08 ευρώ), ο ασφαλισμένος καταβάλλει εισφορές με βάση το άρθρο 39 (ως μη μισθωτός).


δ. Λογιστής εργάζεται ως μισθωτός σε εταιρία και παρέχει παράλληλα υπηρεσίες σε άλλη εταιρία με ΔΠΥ. Ο εν λόγω ασφαλισμένος δεν υπάγεται στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39, αλλά σε αυτή του άρθρου 36 περί πολλαπλής δραστηριότητας. Επομένως, για τις αποδοχές του από τη μισθωτή εργασία υπολογίζονται εισφορές με βάση το άρθρο 38, για το δε εισόδημά του από την ελεύθερη άσκηση επαγγέλματος (ΔΠΥ) καταβάλλει εισφορές με βάση το άρθρο 39 (ως μη μισθωτός). ε . Ο ίδιος ως άνω ασφαλισμένος που εργάζεται ως μισθωτός σε εταιρία, λαμβάνει και επιπλέον αποδοχές από την ίδια εταιρία με ΔΠΥ. Στην περίπτωση αυτή, ομοίως δεν υπάγεται στη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 39, αλλά για το σύνολο του εισοδήματος από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 38. Συνεπώς, επί του εισοδήματος αυτού υπολογίζονται εισφορές μισθωτού και, επομένως, η εταιρία καταβάλει τις εισφορές εργοδότη που αντιστοιχούν στο σύνολο του εισοδήματος (αποδοχές από μισθωτή εργασία και εισόδημα από ΔΠΥ).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις