Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

ΣΤΙΧΟΙ ΗΛΙΑ ΓΕΩΡΓΑΚΗ

ΜΑΡΙΑ

Μια θολή
Φωτογραφία
Βρήκα χτες
Απ΄’τα παλιά
Αγκαλιά με την
Μαρία
Γύρω στα
Δεκαεννιά,
Στο ένα χέρι
Το τσιγάρο
Άνδρας έγινα νωρίς
Πως περάσανε
Τα χρόνια
Σαν σταγόνες
Της βροχής.
Στης λεύκας
 τη σκιά
σε περιμένω
τ’ αρχικά
που γράψαμε
παιδιά
το σ΄αγαπώ
στο δένδρο χαραγμένο
τότε που μούδινες
όρκους και φιλιά.
Κι αν χάνονται
Τα χρόνια
Σαν τους κλέφτες
Εμείς πάντα θα μείνουμε
Παιδιά,
Ψέματα  μας λέμε
Οι καθρέφτες
Αυτό που μετράει
Είν’ η καρδιά.
-------------------


ΑΠΕΝΑΝΤΙ


Τόσα χρόνια με κοιτάζει

λές και θέλει να μου πεί

πως τα χρόνια είναι κύμα

που τελειώνουν στην ακτή.

Το κεφάλι της μου γνέθει

στη ζωή της λέει ναί

καλημέρες-καληνύχτες

που δεν είπαμε ποτέ.

Στο απέναντι μπαλκόνι

μια γριούλα με πληγώνει,

μιά καρδιά που είναι μόνη

στο απέναντι μπαλκόνι.

Με το χέρι της μου στέλνει

φιλικό χαιρετισμό

κι' αν καμιά φορά θα λείπει

νοιώθω πως ανησυχώ.

Δεν μιλήσαμε ποτέ μας

ούτε πρόκειται θαρρώ

μα τα λέμε στ΄ονειρά μας

κι ας υπάρχει το κενό.

Στο απέναντι μπαλκόνι

μια ελπίδα με ενώνει

μια γριούλα μένει μόνη

στο απέναντι μπαλκόνι.


-----------------------------------

ΜΙΑ ZΩΗ

Έψελνε ο μαϊστρος
στα μαλλιά της.
Κι εγώ τρελός
Στην αγκαλιά της
Ένας μικρός Θεός.
Νανούριζε
Τ’αστέρια της
Η νύχτα
Κι’ εσύ μην πείς
Την καληνύχτα
Άστην να την πεί
Ο ουρανός.
Κι΄αν δεν υπήρχες
Θα σ΄είχα πλάσει
Στα  ‘ονειρά μου
Κάποια βραδυά
Μια ζωή
Δεν θα μου φθάσει
Να σε γεμίζω με φιλιά
Μια ζωή
δεν θα μου φθάσει
να σε κρατάω αγκαλιά.



---------------------

ΝΑΥΑΓΟΣ
Η ζωή μου βάρος
ξεχασμένος φάρος
στον ωκεανό,
κύματα τα πάθη
μη μιλάς για λάθη
σ΄ενα ναυαγό.
Δήθεν και λαμόγια
πνίγομαι στα λόγια
χώρα στο βυθό,
ακούστε με φωνάζω
φακελάκι βάζω
πάλι στο γιατρό,
αχ πως να σωθώ.
Μοναξιάς μνημείο
χώρα πολυθρόνας
των τηλεκοντρόλ,
μια ζωή χειμώνας
ζούμε για το γκόλ.
Χώρα επαιτείας
τηλεαδικίας
πάθος κινητών,
χώρα των απόντων
ξένων συμφερόντων
των αλλοδαπών.
Ξένος στη δουλειά μου
χάπια τα όνειρα μου
μόνιμα απών
Χάθηκαν οι φίλοι
σώπασαν οι λίγοι
χώρα των λαθών.
Ακούστε με φωνάζω
φακελάκι βάζω
φθάνει δεν μπορώ
αχ πως να σωθώ.
------------------------
ΕΠΙΘΥΜΙΑ
Δεν θα σου τάξω
γη και ουρανό,
Ούτε χρυσάφια,
ήλιους και αστέρια.
Θέλω μονάχα
να σου πώ
για τα χαμένα
καλοκαίρια.
Τις νύχτες
που σε κέρναγα
αρμύρα
γυρμένοι
στ' αποκούμπι
του ονείρου,
της θάλασσας
ακούγοντας
τη λύρα
Ταμένοι
στην απόγνωση
τ΄ απείρου.
Θέλω στη σκέψη σου
να γίνω
τρεχαντήρι,
στης άνοιξης
τη νιότη
να χαθώ
Ξυπόλυτοι
στου πάθους
το λιοπύρι
να σκύψω
να σου πώ
τα σ΄αγαπώ.
Nα γίνω
κοκκαλάκι
στα μαλιά σου,
στα πόδια σου
διάφανο καλτσόν
λάφυρα
να πάρω
τα φιλιά σου
δραπέτες
στο νησί
των πειρατών.
Θέλω
για πάντα
στην ψυχή σου
να αράξω
να μείνεις
μια αθάνατη
κολώνια
στο μπράτσο
τη μορφή σου
να χαράξω,
αγάλματα
να μείνουνε
τα χρόνια.
Θέλω
να μείνω
έφηβος
αιώνια
σαν ένα
διαβολάκι
που τραβάει
τα
παντελόνια.
-------------------------------------

ΑΠΟΡΙΕΣ

Είμαι ένα θύμα
Δεν λαμβάνω σήμα
Από τους ανθρώπους
Κι απορώ,
Γύρω ξηρασία
Δήθεν και ανία
Χάθηκαν οι φίλοι
Κι απορώ.
Τέλειωσαν οι νύχτες
Σαν τις καληνύχτες
Που ζητώ,
Τώρα στα κανάλια
Των πολλών τα χάλια
Βλέπω τη ζωή μου
Κι απορώ.
Θέλω να  φωνάξω
Τωρα θα ξεσπάσω
Αλμα στο κενό
Μέσα  στα σεντόνια
Γέρικα καμιόνια
Χάθηκαν τα χρόνια
Σαν νερό.,
Εδωσα  τα πάντα
Ονειρα λεζάντα
Κι εμεινε μια λάμψη
Στο φακό,
Εδωσα  τα πάντα
 Μ’εαβαλαν στην πάντα,
Κι εχω τωρα φίλο
Ένα  κινητό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις