Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Το Λευκαδίτικο γλωσσικό ιδίωμα


Το Λευκαδίτικο γλωσσικό ιδίωμα

Εντάξ’ ψ’χούλα μ’ και καλ’νύχτα σ’ τώρα και νά ‘μαστε, καλά να ματάρτομε σ’ τ΄χάρ΄τς, τς κυρά Φανερωμέν΄ς μας“.

Tο γλωσσικό ιδίωμα της Λευκάδας διαφέρει σε πολλά απο το γλωσσικό ιδίωμα των άλλων νησιών του Ιονίου, έχει βορειοελλαδίτικο φωνηεντισμό και είναι απόρροια του εύθυμου χαρακτήρα των Λευκαδιτών τόσο στην πόλη όσο και στα χωριά. Ακόμη και σήμερα στη Λευκάδα χρησιμοποιούν ιδιωματικές λέξεις και τις προφέρουν με το γνώριμο αργόσυρτο και αλέγρο ύφος, με σήμα κατατεθέν τη συγκοπή συμφώνων.
Ας δούμε ομως ορισμένες χαρακτηριστικές λέξεις από το Λευκαδίτικο γλωσσικό ιδίωμα:
Αβανιά = βλάβη, συκοφαντία
Αβάντα = βοήθεια, στήριγμα
Αβαντσάρω = έχω να λάβω από κάποιον, μου χρωστάνε
Αβαράρω = απωθώ το πλεούμενο
Αβάρετος = ακούραστος
Αβαρία = ζημιά
Αβασκαίνω = ματιάζω
Αβασκαντήρα = μικρό χρωματιστό κοχύλι αποτρεπτικό του ματιάσματος
Αβγατίζω = αυξάνω
Αβγοκόβω = ρίχνω στη σούπα ή άλλο φαγητό μείγμα αυγού ή λεμονιού
Αβέρτο = ελεύθερο, ανοιχτό
Βαβά = γιαγιά
Βαγένι = βαρέλι κρασιού
Βαζούρα = λιποθυμία
Βαΐζω = λυγίζω, γέρνω
Βαντάκα = στίβα ρούχων
Βαντιέρα = δίσκος σπιτικός για σερβίρισμα αλλά και για άλλες χρήσεις
Βαρυγομάω = αγανακτώ, δυσφορώ
Βελέντζα = μάλλινο κλινοσκέπασμα
Βεντερούγα = κύρτωμα της σπονδυλικής στήλης
Βεράγκι = σπίτι ανοιχτό και αφύλαχτο
Βολά = φορά
Βολεί = χωράει, επιτρέπεται
Βουρλίζω = αγανακτώ κάποιον
Γαδίνι = σουπιέρα
Γαλουρίζω = χαριεντίζομαι με βρέφος
Γάνα = μουντζούρα
Γαρδέλι = καρδερίνα
Γαρμπής = νοτιοδυτικός άνεμος
Γατσούλι = γατάκι
Γεννητσούρια = γέννηση
Γεροκομάω = περιποιούμαι κάποιον στα γεράματά του
Γήπατα = ψυχικό θάρρος
Γίκος = σύλοχο χοντρόρουχων διπλωμένα με τάξη πάνω σε κασέλλα
Γιόμα = μεσημέρι
Γκαστρολογιέμαι = νομίζω ότι είμαι έγκυος
Γκέστα = καμώματα, νάζια
Γνούφα = ημέρα ομιχλώδης και υγρή
Γούπατο = περιοχή που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από τις γειτονικές
Γουρλώνω = ανοίγω πολύ τα μάτια, πνίγω
Γουρμάζω = ωριμάζω
Γραίος = βορειοανατολικός άνεμος
Γρίντζολα = εκνευρισμός
Γρουμπανάω = δίνω αλλεπάλληλες γροθιές σε κάποιον
Γυρολόγος = πραματευτής
Δαύτος = αυτός
Δειλινάω = τρώω ελαφρά
Δελόγκου = αμέσως
Δέμπλα = σκοινί τεντωμένο για το άπλωμα των ρούχων
Δετόρος = γιατρός
Διακονεύω = ζητιανεύω
Διάφορο = κέρδος, αμοιβή
Δικάει = φτάνει, αρκεί
Δόλι = δόλωμα στο ψάρεμα
Δραγάτα = παρατηρητήριο του δραγάτη
Δρολάπι = βροχή με δυνατούς ανέμους
Έγκαψη = επιθυμία, πόθος
Εκειός = εκείνος
Έμπος = καταρρακτώδης βροχή
Έντεσα = πιάστηκα από κάπου
Έντογια = νάτο
Έντωσα = ανακουφίστηκα
Εξπήριος = έξυπνος
Ζαβά = στραβά
Ζάβγια = μικρή πόρπη
Ζαγάρι = κυνηγόσκυλο ή τιποτένιος άνθρωπος
Ζαμπαρούχι = ακατάσχετο συνάχι
Ζεματάω = καίω
Ζεύκι = φαγοπότι, καλοπέραση
Ζέχνω = είμαι βρώμικος
Ζορκόκωλος = πολύ φτωχός
Ζόρκος = γυμνός
Ζούδιο = άσχημος
Ζουρλοκαμπιέρης = επιπόλαιος, τρελός
Ζωχαδιάζω = νευριάζω
Θάμαρη = τρόμος, απόγνωση
Θέρμη = πυρετός
Θλυκώνω = σκεπάζω
Θιαμαίνομαι = παραξενεύομαι
Καδένα = αλυσίδα
Κανδέλλα = ξύλινο δοκάρι
Κάζο = περιπέτεια, λοιδωρία
Κάκοψος = όσπρια που δεν βράζουν καλά
Κακαρώνω = πεθαίνω
Καμπιόνι = πονηρός, ιδιόρρυθμος άνθρωπος
Καναλίζω = ξεπλένω τα ρούχα
Καντάρω = τραγουδάω με ομάδα κανταδόρων
Καντούνι = στενό σοκάκι
Καρακαϊδόνης = άσχημος
Καρανιάζω = διψάω υπερβολικά
Καρδαμώνω = δυναμώνω
Λάβα = υπερβολική ζέστη
Λαγιάζω = ησυχάζω
Λακίζω = φεύγω τρέχοντας
Λαλάς = αδελφός
Λάμια = γυναίκα κακούργα και άσχημη
Λαμπαδιάζω = καίγομαι
Λαμπαρδίκα = φωτιά με πολλές και ψιλές γλώσσες
Λαρώνω = ησυχάζω
Λαχομανάω = αναπνέω δύσκολα
Λεβάντες = ανατολικός άνεμος
Λυγδιάζω = είμαι λερωμένος
Λέτσος = ατημέλητος
Λεγάτο = προίκα που δίνεται εγγράφως
Λίβας = θερμός άνεμος
Λίλης = χαζός
Λιρόνι = αλητόπαιδο
Λουφάζω = μένω ακίνητος και σιωπηλός π.χ. από φόβο
Μαγαρίζω = λερώνω με ακαθαρσίες ένα τόπο
Μαέρικο = μαγειρείο
Μακιάζω = λερώνω
Μαλαγάνας = κόλακας
Μαλάτσα = ζέστη με πολλή υγρασία
Μανέστρα = σούπα
Μανίκα = μανίκι
Μαντανία = μάλλινο κρεβατοσκέπασμα
Μαργιόλος = κατεργάρης
Μαρκάς = αγορά
Μαρτούριο = μαρτύριο
Μαστέλος = κάδος που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για το πλύσιμο των ρούχων
Μεσάλι = τραπεζομάντηλο
Μεσοφούντι = μεσοτοιχία
Μολογάω = ομολογώ
Μονάτος = ολόιδιος
Μόστρα = βιτρίνα
Μότσα = υγρασία
Μουντζοφλίδι = χαστούκι
Μουσκλώνω = δυσαρεστούμαι
Μουσούδα = πρόσωπο
Μούτελη = λάσπη
Μπάκακας = βάτραχος
Μπαλαχάρτα = δημόσιο έγγραφο
Μπαμπαλίζω = φλυαρώ
Μπαμπαξά = φωνή, λέξη
Μπαρούφα = σφάλμα
Μπασά = είσοδος
Μπακατέλα = τιποτένιο πράγμα
Μπλαθρώνω = λερώνω
Μποκές = ανθοδέσμη
Μπόκολα = σκουλαρίκι
Μπονώρα = νωρίς
Μπουρανέλλος = κάτοικος της πόλης της Λευκάδας
Μπρατσολέτο = βραχιόλι
Μώλος = προκυμαία
Νείρομαι = επιθυμώ, ονειρεύομαι
Νεροτρουλίδα = πολυλογάς
Νετάρω = τελειώνω
Νιόκος = ζυμαρικό, κριθαράκι
Νιόφωτο = νιόπαντρο ζευγάρι
Νιτερέσο = συμφέρον, ενδιαφέρον, κέρδος
Νογάω = καταλαβαίνω
Νόνα = γιαγιά
Νότια = υγρασία
Ντάλια = καταμεσήμερο
Ντερλικώνω = τρώω υπερβολικά
Ντόζω = ανακουφίζομαι
Ντόρκος = ο χωρίς επίβλεψη και περιορισμούς νέος
Ντούκια = ασθενής
Ντρίτα = ευθεία, με ειλικρίνεια
Ξαγκλίζω = ξεμπερδεύω π.χ. μαλλιά
Ξαμώνω = σπρώχνω, δείχνω επιθετικές διαθέσεις
Ξανακυλάω = υποτροπιάζω
Ξαστοχάω = λησμονώ
Ξαχουρδάω = γλιστράω
Ξεδιαλεούρια = απομεινάρια
Ξεζορκιάζω = απογυμνώνω
Ξεματόχου = επίτηδες
Ξεντρεγάρω = τελειώνω κάποια δουλειά
Ξεσυνέρια = παρεξήγηση
Ξετιμώνω = κουτσομπολεύω
Ξομπλιάστρα = κεντήστρα
Ξωθιό μου = μακριά από εμένα
Ολάκαιρος = ολόιδιος
Όρσε = να, πάρε
Όρτη = ορθή όψη υφάσματος
Παγκάρι = εκκλησιαστικό έπιπλο στο οποίο στέκονται οι επίτροποι
Παδέλα = μαγειρικό σκεύος
Παιδοκομάω = ανατρέφω παιδιά
Παλαμίζω = ορκίζομαι ακουμπώντας το Ευαγγέλιο
Παντυχαίνω = περιμένω, ελπίζω
Παπαλιά = χαστούκι
Παπόρι = καράβι
Παραζούζουλο = αποκρουστικός στην όψη άνθρωπος
Παρανομιά = παρανομία
Παρόλα = κουβέντα
Πάστρα = καθαριότητα
Ραπόρτο = αναφορά
Ρεβαρδάρω = διστάζω
Ρεγάλο = δώρο
Ρείπιος = ερειπωμένος
Ρεκάζω = φωνάζω δυνατά από πόνο ή φόβο
Ρεκούμπερο = απαραίτητο οικιακό σκεύος
Ρεμπελιό = αδιαφορία
Ρεμπεύομαι = επιθυμώ
Ρεντίκολο = γελοίος
Ρίνα = ψιλοβρόχι
Ρόβολο = κατήφορος
Ροδάνι = πολυλογία
Σάγιασμα = στρωσίδι
Σαλαγισμένος = αναστατωμένος
Σαλταπίγκος = το παιδί που πηδάει, σαλτάει
Σαραντάκαπνος = αστραπιαία εξαφανισμένος
Σατράκαλο = παραμορφωμένος
Σάψαλο = γερασμένος άνθρωπος
Σγουμπιάζω = καμπουριάζω
Σελιάρο = χαστούκι
Σεστάρω = τακτοποιώ
Σίσκλο = δοχείο άντλησης νερού από τα πηγάδια
Σκάνιο = πείσμα
Σκροβοντάω = χτυπώ με μανία κάτω κάποιον ή κάτι
Σόμπολο = μικρή πέτρα
Σορταγιά = τάξη
Σουσούμια = χαρακτηριστικά
Σύξυλος = αποσβολωμένος
Τάλε κουάλε = ίδια και απαράλλαχτα
Ταχειά = του χρόνου
Τελεύω = βασανίζω
Τζογολί = χαρτοπαίγνιο
Τράω = βλέπω, κοιτάζω
Τρουλίδα = φλύαρος άνθρωπος
Τσαρκνιά = πολύτεκνη οικογένεια
Τσάτσα = αδελφή
Τσατσάρα = χτένα
Τσέκια σου = μπράβο
Τσερνιάζω = μουδιάζω
Τσέτσελε πέτσελε = ασήμαντα πράγματα
Τσίμπιος = ανόητος
Τσινάω = δυσαρεστούμαι
Τσουράπο = ζωηρή, ελεύθερη κοπέλα
Φαμφαρόνος = πολυλογάς
Φαρομανάω = εκδηλώνομαι ζωηρά με γέλια και χειρονομίες
Φάττο = γεγονός
Φελάω = χρησιμεύω
Φινίρω = τελειώνω
Φιόρο = λουλούδι
Φιρί φιρί = επίτηδες, σκόπιμα
Φόρα βία = ατομικά έξοδα
Φόσσα = τρύπα
Φκαρίδα = κατσαρίδα
Φούσκος = χαστούκι
Φρεζές = χωρίστρα στα μαλλιά
Φωτερό = φανάρι
Χαλέπεδο = ερειπωμένο κτίσμα
Χαλές = τιποτένιος
Χαλεύω = ζητάω
Χαμπέρι = είδηση
Χαρδαλούπας = λαίμαργος, πολυλογάς
Χαρ’ νεμ’ το = επιφώνημα χαράς, αγάπης
Χασκουμπρίζω = χαριεντίζομαι
Χαψά = μπουκιά
Χλιός = χλιαρός
Χολάτο = τρυφερό βλαστάρι
Ψαχουλεύω = ψάχνω
Ψίχα = το εσωτερικό του ψωμιού ή του αμυγδάλου
Ψόφος = τσουχτερό κρύο
Ψυχοπιάνομαι = δυναμώνω
Ψυχοπονιέμαι = ευσπλαχνίζομαι, λυπάμαι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις