Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ


''... Μονόξυλο, με σάβανο πανί

την έκανες την κλίνη τη στερνή

να πάς εκεί π΄αρχίζει ο ουρανός.

Και δίχως χάρο διόλου να λογιάσεις

εμπόρεσες στ΄αλήθεια ζωντανός

τα σύνορα του κόσμου να περάσεις'''.

ΣΠΥΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΑΣ-ΠΑΝΑΓΟΣ

----------------------------------------------------------------------------------

Ενα ειναι το σίγουρο πατέρα. Οτι τώρα ψαρεύεις στις θάλασσες του ουρανού. Με
το καντήλι πυροφάνι και το φέρετρο μονόξυλο. Γι΄αυτο είμαι σίγουρος.
Σιγουρότατος. Σε φαντάζομαι ορθιο στον ''Αη Λιά'' το μικρό το πυροφάνι να
'οργώνεις'' τις θάλασσες. Γιατί η θάλασσα ήταν το καταφύγιο της ψυχής σου.

Πέρασαν κιολας 6 χρονια απο τη άδικη ''φυγή'' σου πατέρα. Όλα (ή σχεδόν
όλα) ειναι οπως τα άφησες. Η οικογένεια σου, τα εγγονάκια σου, η μικρή σου
βάρκα που σε περιμένει πεντάρφανη στο μώλο.

Όχι πατέρα οι άνθρωποι δεν άλλαξαν. Δυστυχώς παραμένουν οι ίδιοι. Με το
μίσος, τη μιζέρια, τις μικρότητες εξακολουθούν να ''βγάζουν ο ένας το μάτι
του άλλου''. Όχι πατέρα ούτε η κυβέρνηση δεν άλλαξε. Εξακολουθεί να
κατεδαφίζει δικαιώματα. Η ιδια απαράδεκτη εικόνα διάλυσης και στα
νοσοκομεία. Ούτε στη Λευκάδα έγινε κάτι το συνταρακτικό.

Λένε, πατέρα, όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος χάνεται και ένας ολόκληρος κόσμος.
Το ομολογώ οτι έχασα το γή κάτω απο τα πόδια μου. Ειναι αλήθεια οτι ποτέ δεν
θα μπορούσα να φανταστώ το ψυχικό βάρος που προκαλεί η απώλεια ενός δικού
σου ανθρώπου. Τεράστιο το κενό.

Ενα χρόνο μετά τη μεγάλη απώλεια του πατέρα μου προσπαθώ να ''μαζέψω'' τα
κομμάτια μου. Δύσκολο. Ακατόρθωτο. Ειναι τόσο μεγάλο το κενό της απουσίας
του που δεν μπορώ να το σηκωσω. Η παρουσία του
ειναι παντού. Στις καντάδες, στο λιμάνι, στα καντούνια. Παντού.

Τις προάλλες πήγα στη Λευκάδα. Πέρασα απο το νησάκι του Αη Νικόλα( που η
θάλασσα το ρημάζει )και το μυαλό μου γυρισε χρόνια πίσω. Όταν με έπαιρνε με
τη βαρκούλα του και με μαεστρία περνούσε τα Διαβασίδια. Και ψάρευε. Ηταν
μεγάλος ψαράς. Μαέστρος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στη θάλασσα. Ηταν το
πάθος του. Πήγα στη Λυγιά και είδα τα πυροφάνια. Και πάλι το μυαλό μου ήταν
σε αυτον. Καθησα στο μώλο και η μικρή του βαρκα, ο Αη Λιάς, έτοιμη για
ταξίδια αλλά χωρίς τον ψαρά της. Κάστρο, Γυρα, Αη Γιαννης, καρνάγιο, κανάλι.
Παντού η μορφή του. Στο παζάρι, στον Αη Μηνά, στην εκκλησία. Παντού ο
πατέρας. Ο πατέρας-ηρωας. Ενας ήρωας της ζωής που με όπλο την εντιμότητα και
το δυναμισμό του πάλεψε σε αντίξοες συνθήκες και κατέφερε να σπουδάσει δύο
παιδιά. 'Με ενα καμάκι σας μεγάλωσα απο τα βάθη της θάλασσας''ελεγε- πάντα
με περηφάνια- σε εμένα και την αδελφή μου, την Αναστασία(καθηγητρια
Πανεπιστήμιου Αθηνών). Ο πατέρας -καλλιτέχνης, ο αυθεντικός μπρανέλος, ο
κανταδόρος, ο καλαμπουρτζής με τη μεγάλη καρδιά. Με το μικρό σπιτάκι στην
''Ορφέως 2''. Έφυγε φτωχός αλλά περήφανος. Πλούσιος για την εντιμότητα και
το ηθος του. Για τις άξιες και τις αρετές που μας δίδαξε. Γι΄αυτο πατέρα δεν
θα σε ξεχάσουμε ποτέ. Αυτό ειναι σίγουρο. Σιγουρότατο.

--------------------------------------------------------------------------------

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ

Ο δρόμος.

Ο δρόμος προς το νεκροταφείο.

ο δρόμος πρός το πέλαγος.

Προς την αιωνιότητα.

Στη μοναξιά του απείρου.

Ο μεγάλος ευκάλυπτος

με τις μετάνοιες του

στο μνήμα.

Με τους σταυρούς ερωτηματικά

καρφωμένα στό χώμα.

Με τα κυπαρίσια

να σημαδεύουν

ουρανό.

Με τα καντήλια

να τρεμοσβύνουν

σαν αστέρια.

Ο μαίστρος

κλέφτης.

Ο χρόνος

ψεύτης.

Ο πατέρας ηρωας.

Ενας ανθρωπος

ενας κόσμος.

Η βιοπάλη,

η φτώχεια,

η περηφάνια,

οι μνήμες.

Ο μώλος.

Το ορφανό

μονόξυλο.

Η αγάπη.

Το λάθος

πάθος.

Ο θάνατος

αθάνατος.

Ο πατέρας.

ΗΛΙΑΣ ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ
---------------------------------------------------------------------------------------------------------
ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ

Αυτοί που φεύγουν

ζούνε μέσα από εμάς.

Μας μιλάνε

με το συλλαβιστό

θρόϊσμα

των ευκαλύπτων.

Με τους ήχους

της καμπάνας

τ’ Αη Νικόλα

και της καντάδας

στα καντούνια.

Μας γνέθουν

στα πυρωμένα

ηλιοβασιλέματα

στους Μύλους

στέλνοντας μελωδίες

με τον μαίστρο.

Αυτοι που φεύγουν

ζούνε μέσα απο εμάς.

Μας ακολουθούν

με τα γερασμένα μονόξυλα

στο μώλο.

Με τα κουρασμένα

κύματα

του Κάστρου.

Μας χαιρετάνε

με το αστραπόβροντο

τ΄Αη Γιαννιού

και με τον ήχο

της βροχής

στο τσίγκο.

Με το βρεγμένο χώμα

της Κουζούντελης

και το ”ω γλυκύ μου έαρ”

στην κατάνυξη του επιταφίου.

Με την οργισμένη μυρωδιά

του μάραθου

και τις μετάνοιες

στην Κυρα Φανερωμένη.

Αυτοι που φεύγουν ζούνε

μέσα απο εμάς.

Γιατί είμαστε εμείς….

ΗΛΙΑΣ Π.ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ

ΥΓ Στις 4-8-2008, σε ηλικία 75 ετών, έφυγε τοσο άδικα(από τροχαίο) για πάντα από κοντά μας, ο λατρεμένος μου πατέρας,Παναγιώτης Γεωργάκης (Λαμπούρης).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις