Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΦΕΥΓΩ



Toν μαίστρο

θα προστάξω

το Μαγιάπριλο

θαρθώ,

τη ψυχή μου

να πετάξω,

στην Ελάτη

αετό.

Να ζητήσω

στο μελτέμι

να με φέρει

στο Νυδρί,

να πετάξω

σαν το γλάρο

Μεγανήσι,

Μαδουρή.

Να λυγίσω

σαν το πεύκο

σαν αλήτισσα ιτιά,

στού Πουλιού

το τριανέμι

να κοιτάξω

τη Κυρα.

Οσο κι΄αν φεύγω

σε ζητώ

στο Ιβάρι

δειλινό

ενα βότσαλο

στο Πόρο

στη ζωή μου

είσαι δώρο,

πλατάνι

στη Καρυα,

πηγάδι

στο Φρυά.

Οσο κι αν φεύγω

είμαι εδώ,

ένας γλάρος

στο Βλυχό,

στους Σκάρους

κυπαρίσσι,

στον Κάβαλο

μελίσσι,

κρινάκι στην ακτή

μια στροφή

στην Εγκλουβή,

ένας φάρος

στο Λευκάτα

προσευχή

στα Λαζαράτα,

μια αυλή

στο Σπαρτοχωρι,

' μυγδαλιά

στο Σπανοχωρι,

ενα δίχτυ

στη ντουγάνα

καλοκαίρι

στη Νικιάνα.

Λευκάδα μάνα

του πόθου σήμα.

πευκοβελόνα

στη Νηρά.

Λευκάδα μάνα

παραμάνα

στο πανωφόρι

τη χειμωνιά.

Λευκάδα κόρη

γλάρος

στην πλώρη,

στο ξεροβόρι

μια αγκαλιά

Λευκάδα πόνος

γυρίζω μόνος

με μιά κιθάρα

στην αμμουδιά.


ΗΛΙΑΣ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΛΕΥΚΑΔΑ



Λένε πως θα σε μαγέψει


την καρδιά σου θα την κλέψει

δεν μπορείς ν΄αντισταθείς

έλα και μην καρτερείς.

Της βαρκούλας το πανί

θα μας πάει Μαδουρή,

φεγγαράδα στο Βλυχό

πάμε Κάλαμο, Καστό.

Στο Νυδρί και στα Χορτάτα

βαρτζαμί στα Λαζαράτα

Πόρος, Σύβρος Βουρνικά

Κάθισμα για μιά βουτιά.

*Τα τοπία στη Λευκάδα

δεν υπάρχουν στην Ελλάδα

Της Λευκάδας τα τοπία

του Θεού η ευλογία.

Τ΄Αη Γιαννιού τα δειλινά

δεν θα βρίσκεις πουθενά

η Κυρά Φανερωμένη
στην καρδιά σου ριζωμένη.

Στα πλατάνια της Καρυάς

και στα βράχια της Νηράς

βόλτα στη Βασιλική

Μεγανήσι, Εγκλουβή.


Θα σε πιάσει απ΄το χέρι

μεθυσμένο καλοκαίρι
θα σου δείξει μυστικά

φρέσκο ψάρι στη Λυγιά.

*Της Λευκάδας τα τοπία

ειναι ποίημα, μαγεία.

Τα τοπία στη Λευκάδα

ομορφαίνουν την Ελλάδα.

------------------------------------

Χρυσαφένιες αμμουδιές

και απάτητες κορφές

τα νερά της άλλο μπλέ

που δεν ειναι είδατε ποτέ.

Το γλυκό το μαϊστράλι

θα μας βγάλει Περιγιάλι,

μία στάση στη Νικιάνα

πυροφάνια στη ντουγάνα.
Έγινε στο κύμα δίκη

δια βοής Πόρτο Κατσίκι

πεύκα, ρείκια και θυμάρι

κορμοράνοι στο Ιβάρι.

*Τα τοπία στη Λευκάδα

δεν υπάρχουν στην Ελλάδα


Της Λευκάδας τα τοπία


του Θεού η ευλογία.

------------------------------------------
Μια βραδιά στον Αι Νικήτα

οτι θα ποθήσεις ζήτα.

Εγκρεμνοί και Αγιοφίλι

Γύρα, Κάστρο να κι΄οι Μύλοι.

Με κιθάρες και καντάδες

στα καντούνια οι κυράδες

Καλαμίτσι και Δρυμώνας

δεν υπάρχει εδω χειμώνας.

Καταπράσινο νησί

στεναγμός του ποιητή

οταν έρθεις θα ενδώσεις

και με στίχους θα πληρώσεις.

*Της Λευκάδας τα τοπία

ειναι ποίημα, μαγεία.

Τα τοπία στη Λευκάδα

ομορφαίνουν την Ελλάδα.

HΛΙΑΣ ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ


Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

TO ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ

“Εντάξ’ ψ’χούλα μ’ και καλ’νύχτα σ’ τώρα και νά ‘μαστε, καλά να ματάρτομε σ’ τ΄χάρ΄τς, τς κυρά Φανερωμέν΄ς μας“.
Tο γλωσσικό ιδίωμα της Λευκάδας διαφέρει σε πολλά απο το γλωσσικό ιδίωμα των άλλων νησιών του Ιονίου, έχει βορειοελλαδίτικο φωνηεντισμό και είναι απόρροια του εύθυμου χαρακτήρα των Λευκαδιτών τόσο στην πόλη όσο και στα χωριά. Ακόμη και σήμερα στη Λευκάδα χρησιμοποιούν ιδιωματικές λέξεις και τις προφέρουν με το γνώριμο αργόσυρτο καιαλέγρο ύφος, με σήμα κατατεθέν τη συγκοπή συμφώνων.

Ας δούμε ομως ορισμένες χαρακτηριστικές λέξεις από το Λευκαδίτικο γλωσσικό ιδίωμα:

Αβανιά = βλάβη, συκοφαντία

Αβάντα = βοήθεια, στήριγμα

Αβαντσάρω = έχω να λάβω από κάποιον, μου χρωστάνε

Αβαράρω = απωθώ το πλεούμενο

Αβάρετος = ακούραστος

Αβαρία = ζημιά

Αβασκαίνω = ματιάζω

Αβασκαντήρα = μικρό χρωματιστό κοχύλι αποτρεπτικό του ματιάσματος

Αβγατίζω = αυξάνω

Αβγοκόβω = ρίχνω στη σούπα ή άλλο φαγητό μείγμα αυγού ή λεμονιού

Αβέρτο = ελεύθερο, ανοιχτό

Βαβά = γιαγιά

Βαγένι = βαρέλι κρασιού

Βαζούρα = λιποθυμία

Βαΐζω = λυγίζω, γέρνω

Βαντάκα = στίβα ρούχων

Βαντιέρα = δίσκος σπιτικός για σερβίρισμα αλλά και για άλλες χρήσεις

Βαρυγομάω = αγανακτώ, δυσφορώ

Βελέντζα = μάλλινο κλινοσκέπασμα

Βεντερούγα = κύρτωμα της σπονδυλικής στήλης

Βεράγκι = σπίτι ανοιχτό και αφύλαχτο

Βολά = φορά

Βολεί = χωράει, επιτρέπεται

Βουρλίζω = αγανακτώ κάποιον

Γαδίνι = σουπιέρα

Γαλουρίζω = χαριεντίζομαι με βρέφος

Γάνα = μουντζούρα

Γαρδέλι = καρδερίνα

Γαρμπής = νοτιοδυτικός άνεμος

Γατσούλι = γατάκι

Γεννητσούρια = γέννηση

Γεροκομάω = περιποιούμαι κάποιον στα γεράματά του

Γήπατα = ψυχικό θάρρος

Γίκος = σύλοχο χοντρόρουχων διπλωμένα με τάξη πάνω σε κασέλλα

Γιόμα = μεσημέρι

Γκαστρολογιέμαι = νομίζω ότι είμαι έγκυος

Γκέστα = καμώματα, νάζια

Γνούφα = ημέρα ομιχλώδης και υγρή

Γούπατο = περιοχή που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από τις γειτονικές

Γουρλώνω = ανοίγω πολύ τα μάτια, πνίγω

Γουρμάζω = ωριμάζω

Γραίος = βορειοανατολικός άνεμος

Γρίντζολα = εκνευρισμός

Γρουμπανάω = δίνω αλλεπάλληλες γροθιές σε κάποιον

Γυρολόγος = πραματευτής

Δαύτος = αυτός

Δειλινάω = τρώω ελαφρά

Δελόγκου = αμέσως

Δέμπλα = σκοινί τεντωμένο για το άπλωμα των ρούχων

Δετόρος = γιατρός

Διακονεύω = ζητιανεύω

Διάφορο = κέρδος, αμοιβή

Δικάει = φτάνει, αρκεί

Δόλι = δόλωμα στο ψάρεμα

Δραγάτα = παρατηρητήριο του δραγάτη

Δρολάπι = βροχή με δυνατούς ανέμους

Έγκαψη = επιθυμία, πόθος

Εκειός = εκείνος

Έμπος = καταρρακτώδης βροχή

Έντεσα = πιάστηκα από κάπου

Έντογια = νάτο

Έντωσα = ανακουφίστηκα

Εξπήριος = έξυπνος

Ζαβά = στραβά

Ζάβγια = μικρή πόρπη

Ζαγάρι = κυνηγόσκυλο ή τιποτένιος άνθρωπος

Ζαμπαρούχι = ακατάσχετο συνάχι

Ζεματάω = καίω

Ζεύκι = φαγοπότι, καλοπέραση

Ζέχνω = είμαι βρώμικος

Ζορκόκωλος = πολύ φτωχός

Ζόρκος = γυμνός

Ζούδιο = άσχημος

Ζουρλοκαμπιέρης = επιπόλαιος, τρελός

Ζωχαδιάζω = νευριάζω

Θάμαρη = τρόμος, απόγνωση

Θέρμη = πυρετός

Θλυκώνω = σκεπάζω

Θιαμαίνομαι = παραξενεύομαι

Καδένα = αλυσίδα

Κανδέλλα = ξύλινο δοκάρι

Κάζο = περιπέτεια, λοιδωρία

Κάκοψος = όσπρια που δεν βράζουν καλά

Κακαρώνω = πεθαίνω

Καμπιόνι = πονηρός, ιδιόρρυθμος άνθρωπος

Καναλίζω = ξεπλένω τα ρούχα

Καντάρω = τραγουδάω με ομάδα κανταδόρων

Καντούνι = στενό σοκάκι

Καρακαϊδόνης = άσχημος

Καρανιάζω = διψάω υπερβολικά

Καρδαμώνω = δυναμώνω

Λάβα = υπερβολική ζέστη

Λαγιάζω = ησυχάζω

Λακίζω = φεύγω τρέχοντας

Λαλάς = αδελφός

Λάμια = γυναίκα κακούργα και άσχημη

Λαμπαδιάζω = καίγομαι

Λαμπαρδίκα = φωτιά με πολλές και ψιλές γλώσσες

Λαρώνω = ησυχάζω

Λαχομανάω = αναπνέω δύσκολα

Λεβάντες = ανατολικός άνεμος

Λυγδιάζω = είμαι λερωμένος

Λέτσος = ατημέλητος

Λεγάτο = προίκα που δίνεται εγγράφως

Λίβας = θερμός άνεμος

Λίλης = χαζός

Λιρόνι = αλητόπαιδο

Λουφάζω = μένω ακίνητος και σιωπηλός π.χ. από φόβο

Μαγαρίζω = λερώνω με ακαθαρσίες ένα τόπο

Μαέρικο = μαγειρείο

Μακιάζω = λερώνω

Μαλαγάνας = κόλακας

Μαλάτσα = ζέστη με πολλή υγρασία

Μανέστρα = σούπα

Μανίκα = μανίκι

Μαντανία = μάλλινο κρεβατοσκέπασμα

Μαργιόλος = κατεργάρης

Μαρκάς = αγορά

Μαρτούριο = μαρτύριο

Μαστέλος = κάδος που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για το πλύσιμο των ρούχων

Μεσάλι = τραπεζομάντηλο

Μεσοφούντι = μεσοτοιχία

Μολογάω = ομολογώ

Μονάτος = ολόιδιος

Μόστρα = βιτρίνα

Μότσα = υγρασία

Μουντζοφλίδι = χαστούκι

Μουσκλώνω = δυσαρεστούμαι

Μουσούδα = πρόσωπο

Μούτελη = λάσπη

Μπάκακας = βάτραχος

Μπαλαχάρτα = δημόσιο έγγραφο

Μπαμπαλίζω = φλυαρώ

Μπαμπαξά = φωνή, λέξη

Μπαρούφα = σφάλμα

Μπασά = είσοδος

Μπακατέλα = τιποτένιο πράγμα

Μπλαθρώνω = λερώνω

Μποκές = ανθοδέσμη

Μπόκολα = σκουλαρίκι

Μπονώρα = νωρίς

Μπουρανέλλος = κάτοικος της πόλης της Λευκάδας

Μπρατσολέτο = βραχιόλι

Μώλος = προκυμαία

Νείρομαι = επιθυμώ, ονειρεύομαι

Νεροτρουλίδα = πολυλογάς

Νετάρω = τελειώνω

Νιόκος = ζυμαρικό, κριθαράκι

Νιόφωτο = νιόπαντρο ζευγάρι

Νιτερέσο = συμφέρον, ενδιαφέρον, κέρδος

Νογάω = καταλαβαίνω

Νόνα = γιαγιά

Νότια = υγρασία

Ντάλια = καταμεσήμερο

Ντερλικώνω = τρώω υπερβολικά

Ντόζω = ανακουφίζομαι

Ντόρκος = ο χωρίς επίβλεψη και περιορισμούς νέος

Ντούκια = ασθενής

Ντρίτα = ευθεία, με ειλικρίνεια

Ξαγκλίζω = ξεμπερδεύω π.χ. μαλλιά

Ξαμώνω = σπρώχνω, δείχνω επιθετικές διαθέσεις

Ξανακυλάω = υποτροπιάζω

Ξαστοχάω = λησμονώ

Ξαχουρδάω = γλιστράω

Ξεδιαλεούρια = απομεινάρια

Ξεζορκιάζω = απογυμνώνω

Ξεματόχου = επίτηδες

Ξεντρεγάρω = τελειώνω κάποια δουλειά

Ξεσυνέρια = παρεξήγηση

Ξετιμώνω = κουτσομπολεύω

Ξομπλιάστρα = κεντήστρα

Ξωθιό μου = μακριά από εμένα

Ολάκαιρος = ολόιδιος

Όρσε = να, πάρε

Όρτη = ορθή όψη υφάσματος

Παγκάρι = εκκλησιαστικό έπιπλο στο οποίο στέκονται οι επίτροποι

Παδέλα = μαγειρικό σκεύος

Παιδοκομάω = ανατρέφω παιδιά

Παλαμίζω = ορκίζομαι ακουμπώντας το Ευαγγέλιο

Παντυχαίνω = περιμένω, ελπίζω

Παπαλιά = χαστούκι

Παπόρι = καράβι

Παραζούζουλο = αποκρουστικός στην όψη άνθρωπος

Παρανομιά = παρανομία

Παρόλα = κουβέντα

Πάστρα = καθαριότητα

Ραπόρτο = αναφορά

Ρεβαρδάρω = διστάζω

Ρεγάλο = δώρο

Ρείπιος = ερειπωμένος

Ρεκάζω = φωνάζω δυνατά από πόνο ή φόβο

Ρεκούμπερο = απαραίτητο οικιακό σκεύος

Ρεμπελιό = αδιαφορία

Ρεμπεύομαι = επιθυμώ

Ρεντίκολο = γελοίος

Ρίνα = ψιλοβρόχι

Ρόβολο = κατήφορος

Ροδάνι = πολυλογία

Σάγιασμα = στρωσίδι

Σαλαγισμένος = αναστατωμένος

Σαλταπίγκος = το παιδί που πηδάει, σαλτάει

Σαραντάκαπνος = αστραπιαία εξαφανισμένος

Σατράκαλο = παραμορφωμένος

Σάψαλο = γερασμένος άνθρωπος

Σγουμπιάζω = καμπουριάζω

Σελιάρο = χαστούκι

Σεστάρω = τακτοποιώ

Σίσκλο = δοχείο άντλησης νερού από τα πηγάδια

Σκάνιο = πείσμα

Σκροβοντάω = χτυπώ με μανία κάτω κάποιον ή κάτι

Σόμπολο = μικρή πέτρα

Σορταγιά = τάξη

Σουσούμια = χαρακτηριστικά

Σύξυλος = αποσβολωμένος

Τάλε κουάλε = ίδια και απαράλλαχτα

Ταχειά = του χρόνου

Τελεύω = βασανίζω

Τζογολί = χαρτοπαίγνιο

Τράω = βλέπω, κοιτάζω

Τρουλίδα = φλύαρος άνθρωπος

Τσαρκνιά = πολύτεκνη οικογένεια

Τσάτσα = αδελφή

Τσατσάρα = χτένα

Τσέκια σου = μπράβο

Τσερνιάζω = μουδιάζω

Τσέτσελε πέτσελε = ασήμαντα πράγματα

Τσίμπιος = ανόητος

Τσινάω = δυσαρεστούμαι

Τσουράπο = ζωηρή, ελεύθερη κοπέλα

Φαμφαρόνος = πολυλογάς

Φαρομανάω = εκδηλώνομαι ζωηρά με γέλια και χειρονομίες

Φάττο = γεγονός

Φελάω = χρησιμεύω

Φινίρω = τελειώνω

Φιόρο = λουλούδι

Φιρί φιρί = επίτηδες, σκόπιμα

Φόρα βία = ατομικά έξοδα

Φόσσα = τρύπα

Φκαρίδα = κατσαρίδα

Φούσκος = χαστούκι

Φρεζές = χωρίστρα στα μαλλιά

Φωτερό = φανάρι

Χαλέπεδο = ερειπωμένο κτίσμα

Χαλές = τιποτένιος

Χαλεύω = ζητάω

Χαμπέρι = είδηση

Χαρδαλούπας = λαίμαργος, πολυλογάς

Χαρ’ νεμ’ το = επιφώνημα χαράς, αγάπης

Χασκουμπρίζω = χαριεντίζομαι

Χαψά = μπουκιά

Χλιός = χλιαρός

Χολάτο = τρυφερό βλαστάρι

Ψαχουλεύω = ψάχνω

Ψίχα = το εσωτερικό του ψωμιού ή του αμυγδάλου

Ψόφος = τσουχτερό κρύο

Ψυχοπιάνομαι = δυναμώνω

Ψυχοπονιέμαι = ευσπλαχνίζομαι, λυπάμαι   ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- ΥΓ1:Δε μ' λες, μωρ' θειά (μώρα μου κιόλας) μη (μ)πάει κι έπεσε το κομμάτι, και δε (ν)το πήρα χαμπέρι;.

- Όχι, μαρή θυατέρα, είναι μπονόρα ακόμα, στο (ν)ύπνο σου δα το ειδες;

- Δε (γκ)ξέρω. Εδεκεί π' σάρωνα, μου κάστ'κε ότ' άκ'σα τη μουζ'κή.

- Όχι, μαρή κουρεμαδιά, είναι μπονόρα σου λέου. Ύστερα απ' τσ' εννιά η ώρα να (ν)το λογαριάζ'ς. Δε μ' λες τώρα, για να πούμε και τίποτσ' άλλο, έβαψες πολλά αυγά μαρή;

- Ένα (γ)κόρακα, χριστιανή μου. Δε (γ)ξέρω τι τον ηύρε το (γ)καλοφούρτουνο το ν'κοκύρ' μου, να (ν)τονε χαρώ, και μου κουβάλ'σε δέκα ντουζίνες, η τζόγια μου, «λες και θα μας κομ-παρίρ'νε οι Αγγλογάλλ'». Κάμε κόντο. Μήτε στα «δώδεκα βαγγέλια» δεν άδειασα να πάου η καψερή, ο Θέος να με σ'χωρέσει.
- Μπα, μαρή κοπέλα μ'. Δε μ' λες κάνε, τ' αρνί σας το σφάξατε;

- Μπαααα, θειά μ'. Καρτερώ το μπαρμπα-Χρήστο το Μένιο. Η αφεντιά του μας το σφάζ' ούλες τσι χρονιές. Είναι φίλος, βλέπ'ς, με το ν'κοκύρ' μου. Του δίνει και τη (μ)προβιά κάθε χρόνο!

- Εγώ, καψόπαιδο, εφώναξα εχτές το μπάρμπ' Αργύρ' και ξεντριγάρ'σα.

- Ναι, είδα τσου «σταυρούς στη (μ)πόρτα» σας. Και του χρόνου να 'στενε καλά. Δε μ' λες, αλήθεια, θεια, η αφεντιά σου θα (γ)ξέρ'ς. Τι πράμα είν' αλήθεια αυτό το κομμάτι; Άκου, να γυρίζ', λέει, κάθε Μεγασάββα η μουζ'κή στα σοκκάκια και να βαρεί τ' «διάνα» κι οι ν'κοκυράδες, απ' όπ' βρεθούνε, να τσακίζ'νε στσου δρόμ'ς ότ' παλιαγγειό τσου βρίσκεται. Μπορείς να μ' πεις η αφεντιά σου, τι σένια είναι, η αφεντιά τσου;

- Εθίματα, μαρή θυατέρα. Παλιά εθίματα των γιορτώνε. Τι θέλ'ς να 'ναι; Έτσ' τα 'βραμε απ' τσου παλιότερους, έτσ' τα βαστάμε και στσι μέρες μας. «Μικρή Ανάσταση» μου την είπε, νια μέρα π' τονε ρώτησα κι εγώ, ο σιορ Πίπ'ς, ο νόντσολος τ' Άη-Μηνά. Αλλά τώρα, στο (γ)καιρό μας, δεν τα πιεντάνε και πολύ - πολύ. Παλιότερα, καψόπαιδο, ο κοσμάκ'ς τα στ'μάρ'ζε πλειότερο απ' τσου τωρινούς και μάλ'στα μου πολύ τα χαιρόντανε. Θ'μάμαι νια βολά, σα σήμερα, όπως κατέβαινε η μουζ'κή στο παζάρ' απ' τα Χάβρ'κα για τη (μ)πιάτσα, εδεκεί στο σοκκάκι του Μαρκά, πετιέται απ' το τσαγκάρ'κό του ο Γιώργ'ς ο Κράλ'ς, Θεός σχωρέστονε κι απ'θώνει καταμεσίς του δρόμ' ένανε θεόρατο μπότη, από κειούς εκεί με τ'ν αλ'φή απόξ', ξέρ'ς μαρή, π' βάν'νε το λάδ', μ' ένα φ'τίλ' απάν' στη μσ'ούδα του, αναμμένο. Οραντίς και το βλέπ'νε οι μουζ'κάντ'δες, σκιαχτήκανε και το βάν'νε στα κοσάκια. Σκορπίσανε και μήτε δ'νήθηκε να (ν)τσου σ΄μασ' άλλο ο μακαρίτ'ς ο μπάρμπα Νιόνιος ο Τσ'ρώτος, π' τσόκανε το «δάσκαλο».
- Έτσ' λ'πόν!. Και δε μ' λες αλήθεια, θεια. Όλο τι πράντσα λογαριάζεις να 'τ'μάσεις; - Τι πράντσα, μαρή κοπέλα μ', σα (γ)και δε (ν)τα ξέρ'ς, ρωτάς. Απόψε το πατσαλίκι αυγοκομμένο, όπως το καλεί η βραδιά. Αύριο τσότσο κρέας με μανέστρα και τ'ν άλλ' τ' αρνί ψ'μένο. Αυτά. Τα ξέρ'ς. Δε (ν)τα ξέρ'ς τώρα;.
- Θα (ν)το ψήσ'τε στο σουβλί;
- Ναίσκε, μαρή. Όξ' στ'ν αδειά, αντάμα με το (γ)κ'νιάδο μου και το λαλά μου. Κάθε χρόνο έτσ' κάν'με, από έσπαλε. Θέλ'νε, βλέπ'ς, άμα το σ'κών'νε, να ρίχν'νε και τσι κουμπουριές τσου, για το καλό τα' χρόνου. Το δ'κό σας θα (ν)το βάλ'τε στο φούρνο, ε; Είδα το δ'κόνε σου, τ' απολιώρα, πόφερν' αποκλάδια.
- Τι να κάμ'με, θειά μου; Είμαστε βλέπ'ς κι οι δύο κονκασάδοι.
- Και για Ανάσταση, πού λέτε να πάτε;
- Εδεδώ στ' (μ)πιάτσα, λέμε να βγούμε, στον Αη-Σπ'ρίδωνα για πιο σιμά. Ας πάου τώρα ν' αποσώσω κάτ' δ'λειές που τ'ς έχω στ' μέση, μη (μ)πάει κι έρτ' ο μπάρμπα Χρήστος για το καλότ'χο τ' αρνί. - Τότενες, γεια σ' μαρή θυατέρα μου και καλή σας Ανάσταση.
- Αμήν, θεια μου, παρομοίως, με τ' φαμελιά σου..
(το παραπάνω κείμενο με τίτλο το ‘Κομμάτι΄είναι του αείμνηστου Παναγιώτη Τ. Ματαφιά (Νότη Μπρανέλου), απο το βιβλίο του με τίτλο "Απ' τον Αη-Μηνά ίσαμε τον Πόντε, Αθήνα 1992").

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
  ΥΓ:2 Οι μπουρανέλλοι(μπρανέλοι) αυτοί οι διαφορετικοί χαρακτήρες, γνήσιοι, πνευματώδεις, με κουλτούρα και με ενα μοναδικό χιουμορ. Πρόκειται για προσωνυμία των κατοίκων της πόλης η οποία δόθηκε στην εποχή των Βενετσάνων
(1648-1797). Στη Βενετία υπάρχει το νησί BURANO(με την περίφημη σχολή των δαντελιέρων) το οποίο απέχει μισή ώρα απο το νησί Μουράνο(διάσημο κέντρο υαλουργίας απο τον 11ο αιώνα). Oι κάτοικοι του λέγονται και σήμερα μπουρανέλοι.(buranelli). Μερικοί απο τους ψαράδες του Μπουράνο ήρθαν και στη Λευκάδα οπου βρήκαν μια κατ΄εξοχη πόλη φτωχοψαράδων και τους έδωσαν το όνομα τους. Το προσωνύμιο δόθηκε αρχικά στους ψαράδες της πόλης καθώς και της

Πρεβεζας. Με την πάροδο του χρόνου ονομάστηκαν έτσι όλοι οι ψαράδες και κατ΄εκταση χλευαστικώς απο τους κατοίκους των χωριών όλοι οι κάτοικοι της πόλης. Την εκδοχή αυτή για την προέλευση της προσωνυμίας την υποστηρίζει τόσο ο Πανταζής Κοντομίχης οσο και ο Τάκης Μαμαλούκας. Η άλλη εκδοχή υποστηρίζει οτι η προσωνυμία μπουρανέλος προέρχεται απο τη λατινική λέξη urbanus που σημαίνει ευγενής, αστικός(στα Ιταλικά urbano με τίς αυτές ερμηνείες) που με την κατάληξη -ελος γινεται urban-έλος, δ ηλαδή ο ευγενής, ο κατοικος της πόλης που το χρόνο θα παραφθαρεί σε Μπουρανέλο, για να καταλήξει οπως ακουγεται σήμερα: Μπρανέλος. Ωστόσο αυτη η εκδοχή απορρίπτεται γιατι σε καμια αλλη πόλη της Ελλάδος-ιδιαίτερα στα Επτάνησα οι κάτοικοι λεγονται Μπουρανέλοι. Πάντως αυτο που πρέπει να επισημάνω ειναι οτι πριν μερικά χρόνια επισκεπτό μενος το Μπουράνο( μετά το Μουράνο) εμεινα εκπληκτος με την ομοιότητα του νησιού σε συγκριση με την πόλη της Λευκάδας. Το σιγουρο ειναι οτι και σημερα η προσωνυμια μπρανέλος δεν εχει εξαλειφθεί
παρόλο που χάνονται οι παλιοί χαρακτηριστικοι μπρανέλοι.



Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ(21 ΜΑΡΤΙΟΥ)ΜΕ ΣΤΙΧΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΥΚΑΔΑ

''Νησί, η γής σου


και οι γυιοι σου για μένα

ειναι ένα-

εσύ''.

(ΣΠΥΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΑΣ-ΠΑΝΑΓΟΣ 1906-1973)

------------------------------------------------------------------------------------------



H προς την Πατρίδα Aγάπη μου

Δεν είναι διαβατάρικο πουλί, που για μια μέρα

σχίζει τα νέφη και περνά γοργό σαν τον αγέρα,

ούτε κισσός, π' αναίσθητος την πέτρα περιπλέκει

ούτ' αστραπή, που σβύνεται χωρίς αστροπελέκι,

δεν είναι νεκροθάλασσα, βοή χωρίς σεισμό,

νοιώθω για σε, πατρίδα μου, στα σπλάχνα χαλασμό.

ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. (1824-1879).

---------------------------------------



Αλαφροΐσκιωτος. O Βαθύς Λόγος

K' ένας απ' όλους μού έφεξε

κι ακόμα φέγγει λόγος. Kαι η ψυχή μου

στην πλάση μέσα τον αλήθεψε -

και, νά μπει

στο νόημα σύγκορμη και πριν, ακέρια εστάθη.

Ως ένα στύλο ένας σεισμός,

τη ζύγιασε, την έστησε,

σαν κυπαρίσσι ρίζες άδραξε απ' τα βάθη.

K' ήταν ο λόγος του Oδυσσέα

στου τραγωδού το νου,

που τρίσβαθα

του ραψωδού τού εμίλει η αρμονία

μπρος στο γιγάντειο πόνο του Aίαντα

και την ιερή μανία.

Kαι πιο μεστά,

σα να μου αλάφρωνε

φλέβα νερού αγερόλαμπρου

τη δέντρινη κορμοστασιά μου,

ανέβηκε άδιψα,

αλαφρά τη φυλλωσιά μου·

μ' έθρεψε το αλαφρό νερό

και το αλαφρό το χώμα,

και ίσια

η Bούλησή μου απάνω υψώθηκε,

σαν τα μεστά, τα εφτάψηλα,

με τα κυπαρισσόμηλα

γεμάτα κυπαρίσσια!

"Eίδωλα είμαστε και ίσκιοι."

Tο λόγο που αχνίζει την πράξη,

για νύχτες, για μέρες,

ψηλά στα βουνά,

όπου απάτητοι δρόμοι,

στον βαθιόν ελαιώνα

που οι άγραφοι νόμοι

πάντα αστράφταν μπροστά μου,

τον έφερα. H τρίσβαθη γνώμη

τώρα αντρίζει βαθιά τα ήπατά μου.

Aνέβηκα - φίλος ανήφορων- ολες

τις κορφές που αγναντεύουν τα πέλαγα,

γαληνή άγγιξε όλα η ορμή μου:

το γεράκι που επέρνα,

το σύννεφο στον αγέρα,

το διάστημα

που είχε ζώσει βαθιά το κορμί μου.

Πόσο φως εποτίστηκεν

η κρυφή δύναμή μου!

Kαι - όχι καύχημα ανίερο -

σε πηγές δαφνοσκέπαστες

ήπια εγώ, και στη στέρνα.

Tη ματιά και τη ράχη μου

λαιμός βέβαιος

και βέβαιο

το ποδάρι εκυβέρνα.

Kαι είπα, όλα γύρω βλέποντας:

"Nησί,

αβασίλευτη στο πέλαο δόξα,

ω ριζωμένο

στο πολύβοο διάστημα,

και στου Oμήρου το στίχο

λουσμένο,

βυθισμένο στον ύμνο!

Δάσο όλο δρυ στην κορφή σου,

σιδερόχορδη ανάβρα

που αχνίσαν τα σπλάχνα μου απάνω

ολοκαύτωμα θείο,

και η άκρη σου τρέμει σα φύλλο,

μέσα βροντάει ο Λευκάτας,

μαζώνεται η μπόρα,

ξεσπάει μες στο θείον ελαιώνα,

τρικυμίζει το πέλαο,

νησί μου·

άλλη θροφή από τη θροφή μου

δε θα βρω,

απ' την ψυχή μου άλλη ψυχή,

άλλο κορμί από το κορμί μου.

Aλλού οι ναοί κι αλλού οι θεοί.

Mου αστράφτει γύρω των ηρώων η μοίρα.

Tη μοναξιά στη δύναμή μου υπόταξες.

Tης γλαυκομάτας η έγνοια μού είναι κλήρα!

Tου νου το νόμο στα βουνά,

στον κάμπο, ολούθε βρήκες.

Nα, η αγριλίδα ξεπηδάει

κλαδιά για όλες τις άγνωρες

και τις μεγάλες νίκες!"

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ( 1884 – 1951)

-------------------------



ΛΕΥΚΑΔΑ

Nησάκι μου ομορφο

μικρό νησί μου

η θύμηση μου

ειναι σε σέ.



Μεγάλη αγάπη μου

μικρή πατρίδα

ζω την ελπίδα

να ξαναρθώ.



Παιδι να παιξω

κατω απ' τσ' ελιες σου

τσ΄ ακρογιαλιες σου

και στο βουνό



Να πάου στο κάστρο σου,

να πάου στου Πάλλα

να παίξω μπάλα

μ' αλλα παιδιά



Και στου Πουλιου

και στη ντουγάνα

να δω τη μανα

και το παιδί



Να πάου στο ψαρεμα

με πριαράκι

με το καμάκι

και με τονιά



Ν΄ακούσω ομορφη

παλιά κανταδα

να πάω βαρκάδα

στα ανοιχτά.



Και στη γωνιά

χειμώνα βράδυ

ν'αχω το λάδι

απ τη φωτιά



Να σκάν τα κάρβουνα

πάνω στο τζάκι

να πιω κρασάκι

γλυκό κι' αδρυ



Ν' ακουω βροχη

πάνω στα τζάμια

χιόνια ποτάμια

με το βοριά.



Μικρή Λευκάδα μου

αντρογεννήτρα

φιλοξενήτρα

και στοργική.



Κι εσυ προστάτρα μου

αγαπημένη

Φανερωμένη

κάμε να' ρθώ



Τωρα που βρισκομαι

στα μαύρα ξένα,

μακριά απο σένα

σ' εχω στο νού.



Να δω το ειναι σου

μεσ' τη λιακάδα

γλυκειά Λευκάδα

και να χαθώ



Και βαρτζαμί

να φάου σταφύλι

να δω τ' Απριλη

το δειλινό.



Να ιδώ καυγά

στην Αγια Κάρα,

να ιδω τα κάρα

στη γειτονιά.



Μ΄εξω το στήθος της

να το βυζαίνει

κι΄ευτυχισμένη

να τραγουδεί.



Ν' ανακατέψει

το μαιστράλι

και να μου ψάλλει

μεσ΄' στα μαλλιά.



Να κόψω βότανα

κι αγρια λουλούδια

να πώ τραγούδια

νοσταλγικά.



Να φάου λάχανα

ζεστή μαρίδα

να φάου γαρίδα

λαχταριστή.



Να ψησω κάστανα

κουκιά, ρεβύθια

και παραμύθια

να λέω παλιά.



Δέντρα να σκούζουνε

και νυχτοπούλια

να δω την πούλια

μεσ' στα κλαριά



Εσε που γέννησες

τους ποιητάδες

και δουλευτάδες

εχεις παντού,

πόσο σ'΄αγαπησα

κάμε το θ'αμα

κι εγω το τάμα

δεν το ξεχνώ.

Βασιλης Σιδερης (1913-1953)

--------------------------------------------------------

ΛΕΥΚΑΔΑ
Παραδομένη ολοχρονίς στ΄ουρανού τις τύψεις

Στο δάκρυ του Γαρμπή και στο Νοτιά π'΄αχνίζει

Ανατέλλει πίσω απο κάθε καμπή αισθήματος

Αυτή

Της Νοσταλγίας μας η λυδία λίθος

Γραμμένη μ ΄ασβεστόλιθο και κυπαρίσι

Με περδικολαλήματα μ'΄αφρούς και μ΄ακρωτήρια

Με τρεχαντήρια κόκκινα στους πόθους του πελάγους

Με τις τεράστιες συλλαβές του αισθήματος

Με σύννεφα βαριά και με κλωνάρια του ήλιου

Σκαρφαλωμένη στα κύματα χαμένη στους ανέμους

Του Ιονίου Ωραία

Λευκάδα

Καμίνι του ήλιου.

Γερμένη στο πλευρό του Μαϊστρου

Ερωτεύεται τα καλοκαίρια

Με περίσσιο άσπρο στους κόρφους της

Με χρυσοδέλφινα και μ΄αγριοπεριστερα

Μ΄αγράμπελες

Και τ΄αρωμα το επαναστατημένο της ρίγανης

Γερμένη κάτω απ΄τις ελιές

Δυο πιθαμές πάνω απο τη διαφάνεια των νερών

Οπου το μάτι βλέπει μόνο τον πόθο

Και μετά ξανά τον πόθο

Ερωτεύεται τα καλοκαίρια

Λευκάδα

Πέτρα στου Ερωτα το δαχτυλίδι

Γραμμένη στο Πνεύμα γραμμενη στην ποίηση

Γραμμένη στο Θρύλο γραμμένη με χρώματα

Γραμμένη μ΄ασβεστολιθο και κυπαρρίσσι....

Κώστας Μαμαλούκας (1954-2006)

----------------------------------------------------------------------------

ΛΕΥΚΑΔΑ

Ω, Σύ παραπόδας Ενετού ανόγραμμα της Σικελίας Μέτωπο

Λευκάδα κλαδωτή από πολυελαίους φωτοσκιάσεων.

Σου έφερα τον ωκεανογράφο του ορίζοντα

να αστραπογράψει μυριόηχος ο Νομοπλάστης.

Να η όαση του κάμπου Σου στη δίψα της ερήμου.

Να οι προτομές που χειροτόνησαν οι ίσκιοι Σου.

Εσύ Βυζαντίου ανάγνωσμα, ορθοπτέρυγου Φανερωμένης.

Το κάποτε της ζωής μου το ζωηφόρο σώσμα.

Πόσων γενιών πατήματα εφώλιασαν στις σκέπες Σου.

Ζευγολάτης εφύτευσε αντρότητες στις πόρτες Σου Νησί,

γιατί του αγαπώ μαζί γεννήθηκαν οι χρόνοι απ’ το δρόμο Σου

ηρωθεόρατος Οδυσσεολόγος είσαι γενέτειρα μου.

Απαλός αγέρας Ιόνιος στο κάθισμα της μάνας

πριν γεννηθεί το σήμερα εβύζαξε ο κόρφος Σου

να σκάψει τη λιθιά γονατισμένη στο ντύσιμο του Φάρου

Μέσα στα πλοία του αντίλαλου πολύχρωμες σημαίες.

Βωμός απ’ το Λευκάτα η στεριά νίβει τα μνημεία,

Ο θρόνος της Σαπφούς στην άβυσσο του γαλάζιου.

Η γέννα σου το Κάστρο και η μήτρα σου τα ύψη.

Η σταυρωμένη πέτρα του αετού πίνακας του νου μου.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΛΑΜΟΝΤΕ (1911-1998).

----------------------------------------------------

ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΦΕΥΓΩ

Toν μαίστρο

θα προστάξω

το Μαγιάπριλο

θαρθώ,

τη ψυχή μου

να πετάξω,

στην Ελάτη

αετό.

Να ζητήσω

στο μελτέμι

να με φέρει

στο Νυδρί,

να πετάξω

σαν το γλάρο

Μεγανήσι,

Μαδουρή.

Να λυγίσω

σαν το πεύκο

σαν αλήτισσα ιτια,

στού Πουλιού

το τριανέμι

να κοιτάξω

τη Κυρα.

Οσο κι΄αν φεύγω

σε ζητώ

στο Ιβάρι

δειλινό

ενα βότσαλο

στο Πόρο

στη ζωή μου

είσαι δώρο,

πλατάνι

στη Καρυα,

πηγάδι

στο Φρυά.

Οσο κι αν φεύγω

είμαι εδώ,

ένας γλάρος

στο Βλυχό,

στους Σκάρους

κυπαρίσσι,

στο Κάβαλο

μελίσσι,

κρινάκι στην ακτή

μια στροφή

στην Εγκλουβή,

ένας φάρος

στο Λευκάτα

προσευχή

στα Λαζαράτα,

μια αυλή

στο Σπαρτοχωρι,

' μυγδαλιά

στο Σπανοχωρι,

ενα δίχτυ

στη ντουγάνα

καλοκαίρι

στη Νικιάνα.

Λευκάδα μάνα

του πόθου σήμα.

πευκοβελόνα

στη Νηρά.
Λευκάδα μάνα

παραμάνα

στο πανωφόρι

τη χειμωνιά.

Λευκάδα κόρη

γλάρος

στην πλώρη,

στο ξεροβόρι

μια αγκαλιά

Λευκάδα πόνος

γυρίζω μόνος

με μιά κιθάρα

στην αμμουδιά.

ΗΛΙΑΣ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ


ΛΕΥΚΑΔΑ ΜΑΓΙΣΣΑ

Ντυμένο

ονειρο

στο μπλέ,

ψυχής

ακροθαλάσσι,

μια νύχτα

δεν θα φθάσει

για να

σ΄ονειρευτώ,

να τρέξω στα

καντούνια σου,

στις κάτασπρες

αυλες σου

και τις

ομορφιές σου

να κάνω

φυλακτό.

Λευκάδα

μάγισσα

τα

χρόνια

χάλασα

στη ξενιτειά.

μα σε

νοστάλγησα,

κύματα

ναύλωσα

νάρθω κοντά
Να φύγω με

μονόξυλο

στα κύμματα

του Κάστρου

και στην τροχιά

του αστρου

να σε συναντώ,

να πλέξω

με αγιοκλιμα

μνήμες

να σου στείλω

και στης

Κυράς

το μύρο

να σωθώ.

Λευκάδα

μαγισσα

φεγγάρια

δάνεισα

για να

σε δω,

Λευκάδα

μαγισσα

τσιγάρα

μάζεψα

για το

φευγιό.


TAΞΙΔΙ ΣΤΗ ΛΕΥΚΑΔΑ

Λένε πως θα σε μαγέψει

την καρδιά σου θα την κλέψει

δεν μπορείς ν΄αντισταθείς

έλα και μην καρτερείς.

Της βαρκούλας το πανί

θα μας πάει Μαδουρή,

φεγγαράδα στο Βλυχό

πάμε Κάλαμο, Καστό.

Στο Νυδρί και στα Χορτάτα

βαρτζαμι στα Λαζαράτα

Πόρος, Συβρος, Βουρνικα

Κάθισμα για μια βουτιά.

*Τα τοπία στη Λευκάδα

δεν υπάρχουν στην Ελλάδα

Της Λευκάδας τα τοπία

του Θεού η ευλογία.

Τ΄Αη Γιανιού τα δειλινά

δεν θα βρίσκεις πουθενά

η Κυρά Φανερωμένη

στην καρδιά σου ριζωμένη.

Στα πλατάνια της Καρυάς

και στα βράχια της Νηράς

βόλτα στη Βασιλική

Μεγανήσι, Εγκλουβή.

Θα σε πιάσει απ΄το χέρι

μεθυσμένο καλοκαίρι

θα σου δείξει μυστικά

φρέσκο ψάρι στη Λυγιά.

*Της Λευκάδας τα τοπία

ειναι ποίημα, μαγεία.

Τα τοπία στη Λευκάδα

ομορφαίνουν την Ελλάδα.

------------------------------------

Χρυσαφένιες αμμουδιές

και απάτητες κορφές

τα νερά της άλλο μπλέ

που δεν ειναι είδατε ποτέ.

Το γλυκό το μαϊστράλι

θα μας βγάλει Περιγιάλι

μία στάση στη Νικιάνα

πυροφάνια στη ντουγάνα.

Έγινε στο κύμα δίκη

δια βοής Πόρτο Κατσίκι

πεύκα, ρείκια και θυμάρι

κορμοράνοι στο Ιβάρι.

*Τα τοπία στη Λευκάδα

δεν υπάρχουν στην Ελλάδα

Της Λευκάδας τα τοπία

του Θεού η ευλογία.

Μια βραδιά στον Αι Νικήτα

οτι θα ποθήσεις ζήτα.

Εγκρεμνοί και Αγιοφίλι

Γύρα, Κάστρο να κι΄οι Μύλοι.

Με κιθάρες και καντάδες

στα καντούνια οι κυράδες

Καλαμίτσι και Δρυμώνας

δεν υπάρχει εδω χειμώνας.

Καταπράσινο νησί

στεναγμός του ποιητή

οταν ερθεις θα ενδώσεις

και με στίχους θα πληρώσεις.


*Της Λευκάδας τα τοπία

ειναι ποίημα, μαγεία.

Τα τοπια στη Λευκάδα

ομορφαίνουν την Ελλάδα.



ΗΛΙΑΣ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΛΙΑ ΓΕΩΡΓΑΚΗ

ΜΙΑ ZΩΗ

-Στη Σοφία


Εψελνε ο μαϊστρος

στα μαλλιά της.

Κι εγω τρελός

Στην αγκαλιά της

Ενας μικρός Θεός.

Νανούριζε

Τ’αστέρια της

Η νύχτα

Κι’ εσύ μην πείς

Την καληνύχτα

Άστην να την πεί

Ο ουρανός.

Κι΄αν δεν υπήρχες

Θα σ΄είχα πλάσει

Στα ‘ονειρά μου

Κάποια βραδυά

Μια ζωή

Δεν θα μου φθάσει

Να σε γεμίζω με φιλιά

Μια ζωή

δεν θα μου φθάσει

να σε κρατάω αγκαλιά.
-----------------------------------------

ΜΑΡΙΑ

Μια θολή

Φωτογραφία

Βρήκα χτες

Απ΄’τα παλιά

Αγκαλιά με την

Μαρία

Γύρω στα

Δεκαεννιά,

Στο ένα χέρι

Το τσιγάρο

Ανδρας έγινα νωρίς

Πως περάσανε

Τα χρόνια

Σαν σταγόνες

Της βροχής.

Στης λεύκας

τη σκιά

σε περιμένω

τ’ αρχικά

που γράψαμε

παιδιά

το σ΄αγαπώ

στο δένδρο χαραγμένο

τότε που μούδινες

όρκους και φιλιά.

Κι αν χάνονται

Τα χρόνια

Σαν τους κλέφτες

Εμεις πάντα θα μείνουμε

Παιδιά,

Ψέματα μας λεμε

Οι καθρέφτες

Αυτό που μετράει

Είν’ η καρδιά.
----------------------------------

ΣΗΜΑΙΑ

Μονάχη στον ιστό της

Κυμματίζει

Δοσμένη στου αγέρα

Την ορμή,

Σε πόλεμους λάβαρο

Ελπίζει

Στο αίμα του στρατιώτη

Να βαφθεί.

Ποτέ της δεν αισθάνθηκε

Το κρύο,

Ολοι την υμνούσαν

Με χαρά

Χαιρόταν τα παιδιά

Που στο σχολείο

Τη σήκωναν

Στα σύννεφα ψηλά.

Πέρασε βροχές και

Καταιγίδες

Μα πάντα εμενε ψηλά

Παράδειγμα σε ολες

Τις πατρίδες

Ποια είναι των λαών

Τα ιδανικά.

Μα τώρα

Απ΄την Ελλάδα

Προδομένη

Την ξέχασαν και θέλει

Να χαθεί

Ξεθώριασαν τα χρώματα,

Σχισμένη,

Για πάντα πιά

Θα μείνει ένα πανί…..

Δημοφιλείς αναρτήσεις