''Νησί, η γής σου
και οι γυιοι σου για μένα
ειναι ένα-
εσύ''.
(ΣΠΥΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΑΣ-ΠΑΝΑΓΟΣ 1906-1973)
------------------------------------------------------------------------------------------
H προς την Πατρίδα Aγάπη μου
Δεν είναι διαβατάρικο πουλί, που για μια μέρα
σχίζει τα νέφη και περνά γοργό σαν τον αγέρα,
ούτε κισσός, π' αναίσθητος την πέτρα περιπλέκει
ούτ' αστραπή, που σβύνεται χωρίς αστροπελέκι,
δεν είναι νεκροθάλασσα, βοή χωρίς σεισμό,
νοιώθω για σε, πατρίδα μου, στα σπλάχνα χαλασμό.
ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. (1824-1879).
---------------------------------------
Αλαφροΐσκιωτος. O Βαθύς Λόγος
K' ένας απ' όλους μού έφεξε
κι ακόμα φέγγει λόγος. Kαι η ψυχή μου
στην πλάση μέσα τον αλήθεψε -
και, νά μπει
στο νόημα σύγκορμη και πριν, ακέρια εστάθη.
Ως ένα στύλο ένας σεισμός,
τη ζύγιασε, την έστησε,
σαν κυπαρίσσι ρίζες άδραξε απ' τα βάθη.
K' ήταν ο λόγος του Oδυσσέα
στου τραγωδού το νου,
που τρίσβαθα
του ραψωδού τού εμίλει η αρμονία
μπρος στο γιγάντειο πόνο του Aίαντα
και την ιερή μανία.
Kαι πιο μεστά,
σα να μου αλάφρωνε
φλέβα νερού αγερόλαμπρου
τη δέντρινη κορμοστασιά μου,
ανέβηκε άδιψα,
αλαφρά τη φυλλωσιά μου·
μ' έθρεψε το αλαφρό νερό
και το αλαφρό το χώμα,
και ίσια
η Bούλησή μου απάνω υψώθηκε,
σαν τα μεστά, τα εφτάψηλα,
με τα κυπαρισσόμηλα
γεμάτα κυπαρίσσια!
"Eίδωλα είμαστε και ίσκιοι."
Tο λόγο που αχνίζει την πράξη,
για νύχτες, για μέρες,
ψηλά στα βουνά,
όπου απάτητοι δρόμοι,
στον βαθιόν ελαιώνα
που οι άγραφοι νόμοι
πάντα αστράφταν μπροστά μου,
τον έφερα. H τρίσβαθη γνώμη
τώρα αντρίζει βαθιά τα ήπατά μου.
Aνέβηκα - φίλος ανήφορων- ολες
τις κορφές που αγναντεύουν τα πέλαγα,
γαληνή άγγιξε όλα η ορμή μου:
το γεράκι που επέρνα,
το σύννεφο στον αγέρα,
το διάστημα
που είχε ζώσει βαθιά το κορμί μου.
Πόσο φως εποτίστηκεν
η κρυφή δύναμή μου!
Kαι - όχι καύχημα ανίερο -
σε πηγές δαφνοσκέπαστες
ήπια εγώ, και στη στέρνα.
Tη ματιά και τη ράχη μου
λαιμός βέβαιος
και βέβαιο
το ποδάρι εκυβέρνα.
Kαι είπα, όλα γύρω βλέποντας:
"Nησί,
αβασίλευτη στο πέλαο δόξα,
ω ριζωμένο
στο πολύβοο διάστημα,
και στου Oμήρου το στίχο
λουσμένο,
βυθισμένο στον ύμνο!
Δάσο όλο δρυ στην κορφή σου,
σιδερόχορδη ανάβρα
που αχνίσαν τα σπλάχνα μου απάνω
ολοκαύτωμα θείο,
και η άκρη σου τρέμει σα φύλλο,
μέσα βροντάει ο Λευκάτας,
μαζώνεται η μπόρα,
ξεσπάει μες στο θείον ελαιώνα,
τρικυμίζει το πέλαο,
νησί μου·
άλλη θροφή από τη θροφή μου
δε θα βρω,
απ' την ψυχή μου άλλη ψυχή,
άλλο κορμί από το κορμί μου.
Aλλού οι ναοί κι αλλού οι θεοί.
Mου αστράφτει γύρω των ηρώων η μοίρα.
Tη μοναξιά στη δύναμή μου υπόταξες.
Tης γλαυκομάτας η έγνοια μού είναι κλήρα!
Tου νου το νόμο στα βουνά,
στον κάμπο, ολούθε βρήκες.
Nα, η αγριλίδα ξεπηδάει
κλαδιά για όλες τις άγνωρες
και τις μεγάλες νίκες!"
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ( 1884 – 1951)
-------------------------
ΛΕΥΚΑΔΑ
Nησάκι μου ομορφο
μικρό νησί μου
η θύμηση μου
ειναι σε σέ.
Μεγάλη αγάπη μου
μικρή πατρίδα
ζω την ελπίδα
να ξαναρθώ.
Παιδι να παιξω
κατω απ' τσ' ελιες σου
τσ΄ ακρογιαλιες σου
και στο βουνό
Να πάου στο κάστρο σου,
να πάου στου Πάλλα
να παίξω μπάλα
μ' αλλα παιδιά
Και στου Πουλιου
και στη ντουγάνα
να δω τη μανα
και το παιδί
Να πάου στο ψαρεμα
με πριαράκι
με το καμάκι
και με τονιά
Ν΄ακούσω ομορφη
παλιά κανταδα
να πάω βαρκάδα
στα ανοιχτά.
Και στη γωνιά
χειμώνα βράδυ
ν'αχω το λάδι
απ τη φωτιά
Να σκάν τα κάρβουνα
πάνω στο τζάκι
να πιω κρασάκι
γλυκό κι' αδρυ
Ν' ακουω βροχη
πάνω στα τζάμια
χιόνια ποτάμια
με το βοριά.
Μικρή Λευκάδα μου
αντρογεννήτρα
φιλοξενήτρα
και στοργική.
Κι εσυ προστάτρα μου
αγαπημένη
Φανερωμένη
κάμε να' ρθώ
Τωρα που βρισκομαι
στα μαύρα ξένα,
μακριά απο σένα
σ' εχω στο νού.
Να δω το ειναι σου
μεσ' τη λιακάδα
γλυκειά Λευκάδα
και να χαθώ
Και βαρτζαμί
να φάου σταφύλι
να δω τ' Απριλη
το δειλινό.
Να ιδώ καυγά
στην Αγια Κάρα,
να ιδω τα κάρα
στη γειτονιά.
Μ΄εξω το στήθος της
να το βυζαίνει
κι΄ευτυχισμένη
να τραγουδεί.
Ν' ανακατέψει
το μαιστράλι
και να μου ψάλλει
μεσ΄' στα μαλλιά.
Να κόψω βότανα
κι αγρια λουλούδια
να πώ τραγούδια
νοσταλγικά.
Να φάου λάχανα
ζεστή μαρίδα
να φάου γαρίδα
λαχταριστή.
Να ψησω κάστανα
κουκιά, ρεβύθια
και παραμύθια
να λέω παλιά.
Δέντρα να σκούζουνε
και νυχτοπούλια
να δω την πούλια
μεσ' στα κλαριά
Εσε που γέννησες
τους ποιητάδες
και δουλευτάδες
εχεις παντού,
πόσο σ'΄αγαπησα
κάμε το θ'αμα
κι εγω το τάμα
δεν το ξεχνώ.
Βασιλης Σιδερης (1913-1953)
--------------------------------------------------------
ΛΕΥΚΑΔΑ
Παραδομένη ολοχρονίς στ΄ουρανού τις τύψεις
Στο δάκρυ του Γαρμπή και στο Νοτιά π'΄αχνίζει
Ανατέλλει πίσω απο κάθε καμπή αισθήματος
Αυτή
Της Νοσταλγίας μας η λυδία λίθος
Γραμμένη μ ΄ασβεστόλιθο και κυπαρίσι
Με περδικολαλήματα μ'΄αφρούς και μ΄ακρωτήρια
Με τρεχαντήρια κόκκινα στους πόθους του πελάγους
Με τις τεράστιες συλλαβές του αισθήματος
Με σύννεφα βαριά και με κλωνάρια του ήλιου
Σκαρφαλωμένη στα κύματα χαμένη στους ανέμους
Του Ιονίου Ωραία
Λευκάδα
Καμίνι του ήλιου.
Γερμένη στο πλευρό του Μαϊστρου
Ερωτεύεται τα καλοκαίρια
Με περίσσιο άσπρο στους κόρφους της
Με χρυσοδέλφινα και μ΄αγριοπεριστερα
Μ΄αγράμπελες
Και τ΄αρωμα το επαναστατημένο της ρίγανης
Γερμένη κάτω απ΄τις ελιές
Δυο πιθαμές πάνω απο τη διαφάνεια των νερών
Οπου το μάτι βλέπει μόνο τον πόθο
Και μετά ξανά τον πόθο
Ερωτεύεται τα καλοκαίρια
Λευκάδα
Πέτρα στου Ερωτα το δαχτυλίδι
Γραμμένη στο Πνεύμα γραμμενη στην ποίηση
Γραμμένη στο Θρύλο γραμμένη με χρώματα
Γραμμένη μ΄ασβεστολιθο και κυπαρρίσσι....
Κώστας Μαμαλούκας (1954-2006)
----------------------------------------------------------------------------
ΛΕΥΚΑΔΑ
Ω, Σύ παραπόδας Ενετού ανόγραμμα της Σικελίας Μέτωπο
Λευκάδα κλαδωτή από πολυελαίους φωτοσκιάσεων.
Σου έφερα τον ωκεανογράφο του ορίζοντα
να αστραπογράψει μυριόηχος ο Νομοπλάστης.
Να η όαση του κάμπου Σου στη δίψα της ερήμου.
Να οι προτομές που χειροτόνησαν οι ίσκιοι Σου.
Εσύ Βυζαντίου ανάγνωσμα, ορθοπτέρυγου Φανερωμένης.
Το κάποτε της ζωής μου το ζωηφόρο σώσμα.
Πόσων γενιών πατήματα εφώλιασαν στις σκέπες Σου.
Ζευγολάτης εφύτευσε αντρότητες στις πόρτες Σου Νησί,
γιατί του αγαπώ μαζί γεννήθηκαν οι χρόνοι απ’ το δρόμο Σου
ηρωθεόρατος Οδυσσεολόγος είσαι γενέτειρα μου.
Απαλός αγέρας Ιόνιος στο κάθισμα της μάνας
πριν γεννηθεί το σήμερα εβύζαξε ο κόρφος Σου
να σκάψει τη λιθιά γονατισμένη στο ντύσιμο του Φάρου
Μέσα στα πλοία του αντίλαλου πολύχρωμες σημαίες.
Βωμός απ’ το Λευκάτα η στεριά νίβει τα μνημεία,
Ο θρόνος της Σαπφούς στην άβυσσο του γαλάζιου.
Η γέννα σου το Κάστρο και η μήτρα σου τα ύψη.
Η σταυρωμένη πέτρα του αετού πίνακας του νου μου.
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΛΑΜΟΝΤΕ (1911-1998).
----------------------------------------------------
ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΦΕΥΓΩ
Toν μαίστρο
θα προστάξω
το Μαγιάπριλο
θαρθώ,
τη ψυχή μου
να πετάξω,
στην Ελάτη
αετό.
Να ζητήσω
στο μελτέμι
να με φέρει
στο Νυδρί,
να πετάξω
σαν το γλάρο
Μεγανήσι,
Μαδουρή.
Να λυγίσω
σαν το πεύκο
σαν αλήτισσα ιτια,
στού Πουλιού
το τριανέμι
να κοιτάξω
τη Κυρα.
Οσο κι΄αν φεύγω
σε ζητώ
στο Ιβάρι
δειλινό
ενα βότσαλο
στο Πόρο
στη ζωή μου
είσαι δώρο,
πλατάνι
στη Καρυα,
πηγάδι
στο Φρυά.
Οσο κι αν φεύγω
είμαι εδώ,
ένας γλάρος
στο Βλυχό,
στους Σκάρους
κυπαρίσσι,
στο Κάβαλο
μελίσσι,
κρινάκι στην ακτή
μια στροφή
στην Εγκλουβή,
ένας φάρος
στο Λευκάτα
προσευχή
στα Λαζαράτα,
μια αυλή
στο Σπαρτοχωρι,
' μυγδαλιά
στο Σπανοχωρι,
ενα δίχτυ
στη ντουγάνα
καλοκαίρι
στη Νικιάνα.
Λευκάδα μάνα
του πόθου σήμα.
πευκοβελόνα
στη Νηρά.
Λευκάδα μάνα
παραμάνα
στο πανωφόρι
τη χειμωνιά.
Λευκάδα κόρη
γλάρος
στην πλώρη,
στο ξεροβόρι
μια αγκαλιά
Λευκάδα πόνος
γυρίζω μόνος
με μιά κιθάρα
στην αμμουδιά.
ΗΛΙΑΣ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ ΜΑΓΙΣΣΑ
Ντυμένο
ονειρο
στο μπλέ,
ψυχής
ακροθαλάσσι,
μια νύχτα
δεν θα φθάσει
για να
σ΄ονειρευτώ,
να τρέξω στα
καντούνια σου,
στις κάτασπρες
αυλες σου
και τις
ομορφιές σου
να κάνω
φυλακτό.
Λευκάδα
μάγισσα
τα
χρόνια
χάλασα
στη ξενιτειά.
μα σε
νοστάλγησα,
κύματα
ναύλωσα
νάρθω κοντά
Να φύγω με
μονόξυλο
στα κύμματα
του Κάστρου
και στην τροχιά
του αστρου
να σε συναντώ,
να πλέξω
με αγιοκλιμα
μνήμες
να σου στείλω
και στης
Κυράς
το μύρο
να σωθώ.
Λευκάδα
μαγισσα
φεγγάρια
δάνεισα
για να
σε δω,
Λευκάδα
μαγισσα
τσιγάρα
μάζεψα
για το
φευγιό.
TAΞΙΔΙ ΣΤΗ ΛΕΥΚΑΔΑ
Λένε πως θα σε μαγέψει
την καρδιά σου θα την κλέψει
δεν μπορείς ν΄αντισταθείς
έλα και μην καρτερείς.
Της βαρκούλας το πανί
θα μας πάει Μαδουρή,
φεγγαράδα στο Βλυχό
πάμε Κάλαμο, Καστό.
Στο Νυδρί και στα Χορτάτα
βαρτζαμι στα Λαζαράτα
Πόρος, Συβρος, Βουρνικα
Κάθισμα για μια βουτιά.
*Τα τοπία στη Λευκάδα
δεν υπάρχουν στην Ελλάδα
Της Λευκάδας τα τοπία
του Θεού η ευλογία.
Τ΄Αη Γιανιού τα δειλινά
δεν θα βρίσκεις πουθενά
η Κυρά Φανερωμένη
στην καρδιά σου ριζωμένη.
Στα πλατάνια της Καρυάς
και στα βράχια της Νηράς
βόλτα στη Βασιλική
Μεγανήσι, Εγκλουβή.
Θα σε πιάσει απ΄το χέρι
μεθυσμένο καλοκαίρι
θα σου δείξει μυστικά
φρέσκο ψάρι στη Λυγιά.
*Της Λευκάδας τα τοπία
ειναι ποίημα, μαγεία.
Τα τοπία στη Λευκάδα
ομορφαίνουν την Ελλάδα.
------------------------------------
Χρυσαφένιες αμμουδιές
και απάτητες κορφές
τα νερά της άλλο μπλέ
που δεν ειναι είδατε ποτέ.
Το γλυκό το μαϊστράλι
θα μας βγάλει Περιγιάλι
μία στάση στη Νικιάνα
πυροφάνια στη ντουγάνα.
Έγινε στο κύμα δίκη
δια βοής Πόρτο Κατσίκι
πεύκα, ρείκια και θυμάρι
κορμοράνοι στο Ιβάρι.
*Τα τοπία στη Λευκάδα
δεν υπάρχουν στην Ελλάδα
Της Λευκάδας τα τοπία
του Θεού η ευλογία.
Μια βραδιά στον Αι Νικήτα
οτι θα ποθήσεις ζήτα.
Εγκρεμνοί και Αγιοφίλι
Γύρα, Κάστρο να κι΄οι Μύλοι.
Με κιθάρες και καντάδες
στα καντούνια οι κυράδες
Καλαμίτσι και Δρυμώνας
δεν υπάρχει εδω χειμώνας.
Καταπράσινο νησί
στεναγμός του ποιητή
οταν ερθεις θα ενδώσεις
και με στίχους θα πληρώσεις.
*Της Λευκάδας τα τοπία
ειναι ποίημα, μαγεία.
Τα τοπια στη Λευκάδα
ομορφαίνουν την Ελλάδα.
ΗΛΙΑΣ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ
Η ΛΕΥΚΑΔΑ ΤΙΜΑΕΙ ΤΟΝ ΗΛΙΑ ΛΟΓΟΘΕΤΗ
7-8 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026-ΚΗΠΟΘΕΑΤΡΟ ΑΓ. ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ-ΛΕΥΚΑΔΑ-ΩΡΑ 8.30ΜΜ-ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ.
Δευτέρα 25 Απριλίου 2011
Πέμπτη 21 Απριλίου 2011
ΠΑΣΧΑΛΙΝΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
ΠΑΣΧΑΛΙΝΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
Της Σοφίας Κοψιδά-Γαληνού
«Εδώ διαβαίν’ ο Λάζαρος με δώδεκ’ Αποστόλους
Και πάλι ξαναγύρισε με δεκατρείς Αγγέλους.
Όπου διαβεί κι όπου σταθεί πηγάδια θεμελιώνει,
πηγάδια, πετροπήγαδα κι αυλές μαρμαρωμένες
και κεραμίδια χάλκινα και πόρτες ατσαλένιες.»
Σάββατο του Λαζάρου τα παιδιά μ’ ένα μπουκέτο αγριολούλουδα στο χέρι, γυρνώντας
από πόρτα σε πόρτα έλεγαν το «Λάζαρο» και οι νοικοκυρές τα φίλευαν.
Αύριο των Βαγιώνε το πρωί πηγαίναμε στην εκκλησιά. Τελειώνοντας η θεία
λειτουργία, παίρναμε από ένα μεγάλο πανέρι ένα κλαράκι δάφνης και βάγια (ένα
μπουκέτο από δεντρολίβανο και δαφνόκλαδα). Η υποδοχή του Χριστού στην
Ιερουσαλήμ μετά βαΐων και κλάδων.
Μεγάλη Δευτέρα μέχρι το Μεγάλο Σάββατο νηστεία. Ο Μαρκάς γέμιζε από
καποσάντους, πίνες, αχιβάδες, καλαμαράκια, σουπιές, χταπόδια, αχινούς.Στο
Παζάρι σε πανέρια πουλούσαν κουκούτσες βραστές ζεστές (άγριες αγγιναρούλες) και
παγούρους βραστούς από το ιβάρι. Τέρμα ο πατσάς στο μαγαζί του Λαυράνου
(Κουφάκια). Τώρα πουλούσε κουκιά ξερά βρασμένα, πασπαλισμένα με ρίγανη. Και πιο
πέρα ο Καλόγερος (παρατσούκλι) πουλούσε βραστές γλυκοπατάτες.
Στα σπίτια οι νοικοκυρές άρχιζαν ν’ ασπρίζουν, να μαζεύουν τα χειμωνιάτικα
ρούχα, βελέντζες, μαλλινοσέντονα, φλοκάτες και να πλένουν τις κολτρίνες (έτσι
έλεγαν τότε τις κουρτίνες).
Μεγάλη Πέμπτη το πρωί οι γυναίκες πήγαιναν στο Νεκροταφείο για να ρίξουν
τρισάγιο. Γυρνώντας έβαφαν τ’ αβγά τους και έφτιαναν τα κουλουράκια τους (τότε
τα τσουρέκια δεν τα ξέραμε). Το απόγευμα στα καφενεία κρεμούσαν το φάντε
μπαστούνι και τέρμα η κοντσίνα κλπ. Τα καφενεία έκλειναν. Οι ραδιοφωνικοί
σταθμοί (τότε δεν υπήρχαν τηλεοράσεις) σταματούσαν τα τραγούδια. Οι καμπάνες
χτυπούσαν κάθε τόσο πένθιμα. Πέθανε ο Χριστός!
Μεγάλη Παρασκευή μικροί-μεγάλοι μια βόλτα στο Νεκροταφείο. Τρισάγια, όμως, δε
γίνονταν. Ήταν το τρισάγιο του Χριστού έλεγε η μάνα μου.
Γυρνώντας από το Νεκροταφείο σταματούσαμε στον Αη-Μ’νά. Εκεί πουλούσαν αρνιά
(ζώντα). Οι πατεράδες μας αγόραζαν αρνάκι ή κατσικάκι ζωντανό για το Πάσχα, να
μείνει μια νύχτα στο σπίτι. Εάν στην οικογένεια υπήρχε αχρόνιστος νεκρός, τότε
στο σπίτι έπρεπε να μπει σφαγμένο και χωρίς κεφάλι αρνί.
Στο σπίτι ούτε μαγείρεμα, ούτε σκούπισμα. Υπήρχε νεκρός, ο Χριστός. Οι μεγάλες
γυναίκες με ένα κουταλάκι έβαζαν στο στόμα τους ξίδι.
«Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα.
Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά και οι καταραμένοι,
για να σταυρώσουν το Χριστό τον πάντων βασιλέα.
Ο Κύριος εθέλησε να μπει σε περιβόλι,
να λάβει δείπνο μυστικό και να τον λάβουν όλοι.
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγόθει.
Σταμνί νερό της ρίξανε, τρία ποτήρια μόσχο
και τρία με ροδόσταμο, για να της έρθ’ ο νους της.
Μα σαν της ήρθ’ ο λογισμός, μα σαν της ήρθ’ ο νους της,
πού ‘ναι μαχαίρι να σφαγώ, πού ‘ναι γκρεμός να πέσω»
τραγουδούσε η μάνα μου και η γιαγιά μου κλαίγοντας, μοιρολογώντας το Χριστό.
Μεγάλο Σάββατο πρωί στις 9 η μπάντα του Δήμου παιάνιζε γιορτινά στην αγορά από
την Πλατεία ως τον Αη-Μ’νά. Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρούμενα και οι νοικοκυρές
έριχναν το κομμάτι (ένα πήλινο πιάτο, μια παδέλα, ότι είχε κρατήσει γι’ αυτό η
κάθε μια). Ήταν σημάδι της πρώτης Ανάστασης. Ο τάφος του Χριστού εσείσθη. Τότε
οι χασάπηδες ή οι νοικοκυραίοι έσφαζαν το αρνί στο αυλάκι του δρόμου και η μάνα
ή η πρώτη κόρη με το πρώτο αίμα του αρνιού σε ένα βαμβάκι έκανε 4 σταυρούς στην
εξώπορτα.
Το μεσημέρι οι νοικοκυρές μαζεύονταν στη βρύση της γειτονιάς (στα σπίτια δεν
υπήρχαν βρύσες, είχαμε μόνο μπότηδες και λαγήνες) να πλύνουν και να γυρίσουν τα
έντερα από το αρνάκι για το βράδυ. Εκεί πείραζε η μια την άλλη για το βράδυ
μετά την Ανάσταση.
Το βράδυ στην εκκλησία για την Ανάσταση με το κερί στο χέρι για το «Χριστός
Ανέστη».Α! να διακόψω την περιγραφή για να σας πω για μιαν Ανάσταση, όταν ο μπαμπάς μου
ζούσε στη Λευκάδα (γιατί τα τελευταία του χρόνια ζούσε στην Αθήνα και ήρθε και
πέθανε στη Λευκάδα). Πήγαμε, λοιπόν, έξω από την Ευαγγελίστρια, κοντά στο
σπίτι. Ο παπάς άρχισε να διαβάζει το Ευαγγέλιο «η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία
του Ιακώβου». Και τότε φωνάζει ψέλνοντας ο Κερατόκωλος «και η Μαρία του
Μπατιάλη» (μια γειτόνισσα). Περιττό να σας πω τι έγινε!
Μετά, στο σπίτι για πατσά (όχι μαγειρίτσα). Πατσάς και κόκκινα αβγά. Την ημέρα
του Πάσχα σούπα αυγολέμονο και τη Δευτέρα το αρνάκι ή το κατσικάκι ψητό με
πατάτες στο φούρνο της γειτονιάς. Το απόγευμα βόλτα για σουμάδα. Το βράδυ στου
Κατσή για αμυγδαλωτά ή πάστα στον Πρεβεζάνο.
Ζωοδόχου Πηγής βόλτα στη Σπασμένη Βρύση, γιατί γιόρταζε η εκκλησία, γινόταν
πανηγύρι. Και την Κυριακή του Θωμά γιορτάζαμε στο εκκλησάκι του Αγίου Θωμά
κοντά στο Νεκροταφείο, που ήταν η εκκλησία του. Εκεί ο Κακανιέζος πουλούσε
κουλουράκια περασμένα σε σπάγκο.
Αν τα διαβάσουν νέοι άνθρωποι αυτά που γράφω, ίσως να απορούν πότε γινότανε
αυτά. Και όμως ήταν η ζωή μας, ο υπέροχος τρόπος ζωής μας
Πώς να ξεχάσω, μετά τα Πάσχα, τον τρόπο που η μάνα μου και οι γειτόνισσές μας
έπλεναν τις μαντανίες, τα μαλλινοσέντονα, τις κουρελούδες και τα στρωσίδια.
Κανόνιζαν όλες μαζί και ειδοποιούσαν το Δήμο τον Κορομηλέο, που είχε ένα
στενόμακρο κάρο που το τραβούσε ένα άλογο. Φόρτωναν εκεί τα ρούχα που θα
έπλεναν, αναβαίνανε οι ίδιες μαζί και τα παιδιά τους και μιλώντας και γελώντας
φτάνανε στη Σπασμένη Βρύση.
Εκεί το νερό έτρεχε άφθονο. Έβαζαν οι μάνες μας τα ρούχα στο νερό, τα μούσκευαν
και μετά τα έβαζαν σε μια πέτρα και τα κοπανούσαν μ’ ένα κόπανο, τα ξέβγαλαν
και τα άπλωναν να στεγνώσουν, ενώ εμείς παίζαμε, κρυβόμαστε, γελούσαμε…Και αργά
το απόγευμα, ο Δήμος ξανάρχονταν. Στεγνά τα ρούχα κι εμείς ξανά επάνω και πίσω.
Κουρασμένοι όλοι, οι μανάδες από τη δουλειά, εμείς από το τροχάδην και την
ολοήμερη σχεδόν τρέλα μας από τα παιχνίδια, όμως γεμάτοι από αθωότητα, από
αγάπη του ενός για τον άλλο, από συντροφικότητα.
ΣΗΜ ΜΟΥ ΤΟ ΕΣΤΕΙΛΕ Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΒΥΡΩΝΑΣ ΘΕΜΕΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΩ ΓΙΑΤΙ ΝΟΜΙΖΩ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ.
ΘΕΡΜΕΣ ΕΥΧΕΣ-ΚΑΛΟ ΠΆΣΧΑ
Της Σοφίας Κοψιδά-Γαληνού
«Εδώ διαβαίν’ ο Λάζαρος με δώδεκ’ Αποστόλους
Και πάλι ξαναγύρισε με δεκατρείς Αγγέλους.
Όπου διαβεί κι όπου σταθεί πηγάδια θεμελιώνει,
πηγάδια, πετροπήγαδα κι αυλές μαρμαρωμένες
και κεραμίδια χάλκινα και πόρτες ατσαλένιες.»
Σάββατο του Λαζάρου τα παιδιά μ’ ένα μπουκέτο αγριολούλουδα στο χέρι, γυρνώντας
από πόρτα σε πόρτα έλεγαν το «Λάζαρο» και οι νοικοκυρές τα φίλευαν.
Αύριο των Βαγιώνε το πρωί πηγαίναμε στην εκκλησιά. Τελειώνοντας η θεία
λειτουργία, παίρναμε από ένα μεγάλο πανέρι ένα κλαράκι δάφνης και βάγια (ένα
μπουκέτο από δεντρολίβανο και δαφνόκλαδα). Η υποδοχή του Χριστού στην
Ιερουσαλήμ μετά βαΐων και κλάδων.
Μεγάλη Δευτέρα μέχρι το Μεγάλο Σάββατο νηστεία. Ο Μαρκάς γέμιζε από
καποσάντους, πίνες, αχιβάδες, καλαμαράκια, σουπιές, χταπόδια, αχινούς.Στο
Παζάρι σε πανέρια πουλούσαν κουκούτσες βραστές ζεστές (άγριες αγγιναρούλες) και
παγούρους βραστούς από το ιβάρι. Τέρμα ο πατσάς στο μαγαζί του Λαυράνου
(Κουφάκια). Τώρα πουλούσε κουκιά ξερά βρασμένα, πασπαλισμένα με ρίγανη. Και πιο
πέρα ο Καλόγερος (παρατσούκλι) πουλούσε βραστές γλυκοπατάτες.
Στα σπίτια οι νοικοκυρές άρχιζαν ν’ ασπρίζουν, να μαζεύουν τα χειμωνιάτικα
ρούχα, βελέντζες, μαλλινοσέντονα, φλοκάτες και να πλένουν τις κολτρίνες (έτσι
έλεγαν τότε τις κουρτίνες).
Μεγάλη Πέμπτη το πρωί οι γυναίκες πήγαιναν στο Νεκροταφείο για να ρίξουν
τρισάγιο. Γυρνώντας έβαφαν τ’ αβγά τους και έφτιαναν τα κουλουράκια τους (τότε
τα τσουρέκια δεν τα ξέραμε). Το απόγευμα στα καφενεία κρεμούσαν το φάντε
μπαστούνι και τέρμα η κοντσίνα κλπ. Τα καφενεία έκλειναν. Οι ραδιοφωνικοί
σταθμοί (τότε δεν υπήρχαν τηλεοράσεις) σταματούσαν τα τραγούδια. Οι καμπάνες
χτυπούσαν κάθε τόσο πένθιμα. Πέθανε ο Χριστός!
Μεγάλη Παρασκευή μικροί-μεγάλοι μια βόλτα στο Νεκροταφείο. Τρισάγια, όμως, δε
γίνονταν. Ήταν το τρισάγιο του Χριστού έλεγε η μάνα μου.
Γυρνώντας από το Νεκροταφείο σταματούσαμε στον Αη-Μ’νά. Εκεί πουλούσαν αρνιά
(ζώντα). Οι πατεράδες μας αγόραζαν αρνάκι ή κατσικάκι ζωντανό για το Πάσχα, να
μείνει μια νύχτα στο σπίτι. Εάν στην οικογένεια υπήρχε αχρόνιστος νεκρός, τότε
στο σπίτι έπρεπε να μπει σφαγμένο και χωρίς κεφάλι αρνί.
Στο σπίτι ούτε μαγείρεμα, ούτε σκούπισμα. Υπήρχε νεκρός, ο Χριστός. Οι μεγάλες
γυναίκες με ένα κουταλάκι έβαζαν στο στόμα τους ξίδι.
«Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα.
Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά και οι καταραμένοι,
για να σταυρώσουν το Χριστό τον πάντων βασιλέα.
Ο Κύριος εθέλησε να μπει σε περιβόλι,
να λάβει δείπνο μυστικό και να τον λάβουν όλοι.
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγόθει.
Σταμνί νερό της ρίξανε, τρία ποτήρια μόσχο
και τρία με ροδόσταμο, για να της έρθ’ ο νους της.
Μα σαν της ήρθ’ ο λογισμός, μα σαν της ήρθ’ ο νους της,
πού ‘ναι μαχαίρι να σφαγώ, πού ‘ναι γκρεμός να πέσω»
τραγουδούσε η μάνα μου και η γιαγιά μου κλαίγοντας, μοιρολογώντας το Χριστό.
Μεγάλο Σάββατο πρωί στις 9 η μπάντα του Δήμου παιάνιζε γιορτινά στην αγορά από
την Πλατεία ως τον Αη-Μ’νά. Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρούμενα και οι νοικοκυρές
έριχναν το κομμάτι (ένα πήλινο πιάτο, μια παδέλα, ότι είχε κρατήσει γι’ αυτό η
κάθε μια). Ήταν σημάδι της πρώτης Ανάστασης. Ο τάφος του Χριστού εσείσθη. Τότε
οι χασάπηδες ή οι νοικοκυραίοι έσφαζαν το αρνί στο αυλάκι του δρόμου και η μάνα
ή η πρώτη κόρη με το πρώτο αίμα του αρνιού σε ένα βαμβάκι έκανε 4 σταυρούς στην
εξώπορτα.
Το μεσημέρι οι νοικοκυρές μαζεύονταν στη βρύση της γειτονιάς (στα σπίτια δεν
υπήρχαν βρύσες, είχαμε μόνο μπότηδες και λαγήνες) να πλύνουν και να γυρίσουν τα
έντερα από το αρνάκι για το βράδυ. Εκεί πείραζε η μια την άλλη για το βράδυ
μετά την Ανάσταση.
Το βράδυ στην εκκλησία για την Ανάσταση με το κερί στο χέρι για το «Χριστός
Ανέστη».Α! να διακόψω την περιγραφή για να σας πω για μιαν Ανάσταση, όταν ο μπαμπάς μου
ζούσε στη Λευκάδα (γιατί τα τελευταία του χρόνια ζούσε στην Αθήνα και ήρθε και
πέθανε στη Λευκάδα). Πήγαμε, λοιπόν, έξω από την Ευαγγελίστρια, κοντά στο
σπίτι. Ο παπάς άρχισε να διαβάζει το Ευαγγέλιο «η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία
του Ιακώβου». Και τότε φωνάζει ψέλνοντας ο Κερατόκωλος «και η Μαρία του
Μπατιάλη» (μια γειτόνισσα). Περιττό να σας πω τι έγινε!
Μετά, στο σπίτι για πατσά (όχι μαγειρίτσα). Πατσάς και κόκκινα αβγά. Την ημέρα
του Πάσχα σούπα αυγολέμονο και τη Δευτέρα το αρνάκι ή το κατσικάκι ψητό με
πατάτες στο φούρνο της γειτονιάς. Το απόγευμα βόλτα για σουμάδα. Το βράδυ στου
Κατσή για αμυγδαλωτά ή πάστα στον Πρεβεζάνο.
Ζωοδόχου Πηγής βόλτα στη Σπασμένη Βρύση, γιατί γιόρταζε η εκκλησία, γινόταν
πανηγύρι. Και την Κυριακή του Θωμά γιορτάζαμε στο εκκλησάκι του Αγίου Θωμά
κοντά στο Νεκροταφείο, που ήταν η εκκλησία του. Εκεί ο Κακανιέζος πουλούσε
κουλουράκια περασμένα σε σπάγκο.
Αν τα διαβάσουν νέοι άνθρωποι αυτά που γράφω, ίσως να απορούν πότε γινότανε
αυτά. Και όμως ήταν η ζωή μας, ο υπέροχος τρόπος ζωής μας
Πώς να ξεχάσω, μετά τα Πάσχα, τον τρόπο που η μάνα μου και οι γειτόνισσές μας
έπλεναν τις μαντανίες, τα μαλλινοσέντονα, τις κουρελούδες και τα στρωσίδια.
Κανόνιζαν όλες μαζί και ειδοποιούσαν το Δήμο τον Κορομηλέο, που είχε ένα
στενόμακρο κάρο που το τραβούσε ένα άλογο. Φόρτωναν εκεί τα ρούχα που θα
έπλεναν, αναβαίνανε οι ίδιες μαζί και τα παιδιά τους και μιλώντας και γελώντας
φτάνανε στη Σπασμένη Βρύση.
Εκεί το νερό έτρεχε άφθονο. Έβαζαν οι μάνες μας τα ρούχα στο νερό, τα μούσκευαν
και μετά τα έβαζαν σε μια πέτρα και τα κοπανούσαν μ’ ένα κόπανο, τα ξέβγαλαν
και τα άπλωναν να στεγνώσουν, ενώ εμείς παίζαμε, κρυβόμαστε, γελούσαμε…Και αργά
το απόγευμα, ο Δήμος ξανάρχονταν. Στεγνά τα ρούχα κι εμείς ξανά επάνω και πίσω.
Κουρασμένοι όλοι, οι μανάδες από τη δουλειά, εμείς από το τροχάδην και την
ολοήμερη σχεδόν τρέλα μας από τα παιχνίδια, όμως γεμάτοι από αθωότητα, από
αγάπη του ενός για τον άλλο, από συντροφικότητα.
ΣΗΜ ΜΟΥ ΤΟ ΕΣΤΕΙΛΕ Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΒΥΡΩΝΑΣ ΘΕΜΕΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΩ ΓΙΑΤΙ ΝΟΜΙΖΩ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ.
ΘΕΡΜΕΣ ΕΥΧΕΣ-ΚΑΛΟ ΠΆΣΧΑ
Δευτέρα 18 Απριλίου 2011
ΤΟ ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΟ ΠΑΣΧΑ
”Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γιαλίζει στα μαλλιά του… Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο: Αύριο, αύριο, αύριο, το Πάσχα του Θεού!” (ΟΔ. ΕΛΥΤΗΣ).
Πάσχα. Πάσχα στη Λευκάδα. Μοσχοβολιές στον αέρα. Μάραθος, μυρτιές, αγράμπελες, κρίνοι, παπαρούνες. Ξωκλήσια, αγριολούλουδα. Η μυρωδιά του κεριού καθώς λιώνει στην πασχαλινή λαμπάδα. Η ανθισμένη φύση. Τα χελιδόνια. Ο έρωτας. Τα κόκκινα αυγά. Οι ασβεστωμένες αυλές. Ο οβελίας. Οι χαρμόσυνες καμπάνες. Πάσχα στη Λευκάδα. Στην Κυρα Φανερωμένη, στους Αγίους Αναργύρους, στην Παναγία των Ξένων. Οι φίλοι, οι παλιοί συμμαθητές. Βόλτα στο Κάστρο και στη Γύρα. Αγνάντεμα στον Αη Γιάννη. Περισυλλογή στο ηλιοβασίλεμα. Δραπέτευση στα καταπράσινα περιβόλια. Στουςλουλουδιασμένους αγρούς. Το φωτισμένο χαμόγελο της Μυρτώς. Η χαρά του Παναγιώτη. Το “κομμάτι”. Ο κατανυκτικός Επιτάφιος. Η χορωδία του Άγιου Νικολάου. Με την απουσία του πατέρα, απο τη χορωδία, μαχαίρι στην καρδιά. Η παράδοση. Οι προσδοκίες. Τα όνειρα. Οι ελπίδες.
Πάντως θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στα Πασχαλινά Λευκαδίτικα έθιμα: Το Μεγάλο Σάββατο, νωρίς, το πρωί, οι γυναίκες βγαίνουν στο παράθυρο και «ρίχνουν το κομμάτι» στο δρόμο. Πετούν δηλαδή ένα πήλινο αγγείο, πιάτο, λαγήνι, μπότη και στην ανάγκη ένα κεραμίδι ή κάτι γυάλινο – γενικά ένα εύθραυστο δοχείο που γίνεται κομμάτια. Τα συντρίμμια του σκεύους δεν κάνει να τα μαζέψουν την ίδια μέρα. Το κομμάτι -λέει η παράδοση- το ρίχνουν για να σπάσει η θλίψη, η ησυχία και το πένθος της Μεγάλης Εβδομάδας. Ύστερα, με το χτύπημα της καμπάνας, βγαίνει η Φιλαρμονική στουςκεντρικούς δρόμους της πόλης και παίζει εμβατήρια. Ο ναός του Αη-Μηνά στην πόλη της Λευκάδας. Στην περιοχή είχαν παλιότερα τα εργαστήρια τους οι "χάβροι", οι σιδηρουργοί. Την Μεγάλη Παρασκευή στην πολη -τα παλιά χρόνια- λειτουργούσαν όλες σχεδόν οι εκκλησίες της πόλης και έβγαιναν περισσότεροι επιτάφιοι. Κάποτε οι επιτάφιοι έβγαιναν τα ξημερώματα του Μεγ. Σαββάτου. Αργότερα, γινόταν «συνάντηση επιταφίων» στην Πλατεία. Όταν περνούσαν οι επιτάφιοι απ’ την Πλατεία, οι φιλοπαίγμονες «Μπρανέλοι» αφορμή ήθελαν για ν’ αρχίσουν τα πειράγματα προς τις άλλες ενορίες. Μόλις έφτανε ο κάθε επιτάφιος στην πλατεία, ακούγονταν τα παρακάτω επιφωνήματα: Για τον επιτάφιο του Αγίου Μηνά: Τσαφ – τσουφ (επειδή στην περιοχή είχαν τα εργαστήρια τους οι «χάβροι», οι σιδηρουργοί). Για του Αγ. Γεωργίου και του Αγ. Δημητρίου (από τα «Ψαρέικα», με τους πολλούς ενορίτες, ψαράδες): Γαρίδα – γαρίδα! Για την ενορία των ναυτικών, τον Άγ. Χαράλαμπο: Όρτσα – Μπόντζα ή Αμόλα σκότα! Για της Αγ. Παρασκευής, με τις φιλόκαλλες ενορίτισσες: Οι φκιασιδούδες έρχονται! Για την ενορία της «μεγαλοοικογένειας» Τσαρλαμπά κ.ά., τον Άγ. Σπυρίδωνα: Τα ψηλά καπέλα! Και για τη Βαγγελίστρα: Ωχ! Βαγγελίστρα μου. Κι επειδή ξεχάσαμε τις παραδόσεις και τα παλιά μπρανελίστικα, αναδημοσιεύω ”Το κομμάτι’ του αείμνηστου Παναγιώτη Τ. Ματαφιά (Νότη Μπρανέλου), απο το βιβλίο του με τίτλο ”Απ’ τον Αη-Μηνά ίσαμε τον Πόντε, Αθήνα 1992”:
- Δε μ’ λες, μωρ’ θειά (μώρα μου κιόλας) μη (μ)πάει κι έπεσε το κομμάτι, και δε (ν)το πήρα χαμπέρι;.
- Όχι, μαρή θυατέρα, είναι μπονόρα ακόμα, στο (ν)ύπνο σου δα το ειδες;
- Δε (γκ)ξέρω. Εδεκεί π’ σάρωνα, μου κάστ’κε ότ’ άκ’σα τη μουζ’κή.
- Όχι, μαρή κουρεμαδιά, είναι μπονόρα σου λέου. Ύστερα απ’ τσ’ εννιά η ώρα να (ν)το λογαριάζ’ς. Δε μ’ λες τώρα, για να πούμε και τίποτσ’ άλλο, έβαψες πολλά αυγά μαρή;
- Ένα (γ)κόρακα, χριστιανή μου. Δε (γ)ξέρω τι τον ηύρε το (γ)καλοφούρτουνο το ν’κοκύρ’ μου, να (ν)τονε χαρώ, και μου κουβάλ’σε δέκα ντουζίνες, η τζόγια μου, «λες και θα μας κομ-παρίρ’νε οι Αγγλογάλλ’». Κάμε κόντο. Μήτε στα «δώδεκα βαγγέλια» δεν άδειασα να πάου η καψερή, ο Θέος να με σ’χωρέσει.
- Μπα, μαρή κοπέλα μ’. Δε μ’ λες κάνε, τ’ αρνί σας το σφάξατε;
- Μπαααα, θειά μ’. Καρτερώ το μπαρμπα-Χρήστο το Μένιο. Η αφεντιά του μας το σφάζ’ ούλες τσι χρονιές. Είναι φίλος, βλέπ’ς, με το ν’κοκύρ’ μου. Του δίνει και τη (μ)προβιά κάθε χρόνο!
- Εγώ, καψόπαιδο, εφώναξα εχτές το μπάρμπ’ Αργύρ’ και ξεντριγάρ’σα.
- Ναι, είδα τσου «σταυρούς στη (μ)πόρτα» σας. Και του χρόνου να ‘στενε καλά. Δε μ’ λες, αλήθεια, θεια, η αφεντιά σου θα (γ)ξέρ’ς. Τι πράμα είν’ αλήθεια αυτό το κομμάτι; Άκου, να γυρίζ’, λέει, κάθε Μεγασάββα η μουζ’κή στα σοκκάκια και να βαρεί τ’ «διάνα» κι οι ν’κοκυράδες, απ’ όπ’ βρεθούνε, να τσακίζ’νε στσου δρόμ’ς ότ’ παλιαγγειό τσου βρίσκεται. Μπορείς να μ’ πεις η αφεντιά σου, τι σένια είναι, η αφεντιά τσου;
- Εθίματα, μαρή θυατέρα. Παλιά εθίματα των γιορτώνε. Τι θέλ’ς να ‘ναι; Έτσ’ τα ‘βραμε απ’ τσου παλιότερους, έτσ’ τα βαστάμε και στσι μέρες μας. «Μικρή Ανάσταση» μου την είπε, νια μέρα π’ τονε ρώτησα κι εγώ, ο σιορ Πίπ’ς, ο νόντσολος τ’ Άη-Μηνά. Αλλά τώρα, στο (γ)καιρό μας, δεν τα πιεντάνε και πολύ – πολύ. Παλιότερα, καψόπαιδο, ο κοσμάκ’ς τα στ’μάρ’ζε πλειότερο απ’ τσου τωρινούς και μάλ’στα μου πολύ τα χαιρόντανε. Θ’μάμαι νια βολά, σα σήμερα, όπως κατέβαινε η μουζ’κή στο παζάρ’ απ’ τα Χάβρ’κα για τη (μ)πιάτσα, εδεκεί στο σοκκάκι του Μαρκά, πετιέται απ’ το τσαγκάρ’κό του ο Γιώργ’ς ο Κράλ’ς, Θεός σχωρέστονε κι απ’θώνει καταμεσίς του δρόμ’ ένανε θεόρατο μπότη, από κειούς εκεί με τ’ν αλ’φή απόξ’, ξέρ’ς μαρή, π’ βάν’νε το λάδ’, μ’ ένα φ’τίλ’ απάν’ στη μσ’ούδα του, αναμμένο. Οραντίς και το βλέπ’νε οι μουζ’κάντ’δες, σκιαχτήκανε και το βάν’νε στα κοσάκια. Σκορπίσανε και μήτε δ’νήθηκε να (ν)τσου σ΄μασ’ άλλο ο μακαρίτ’ς ο μπάρμπα Νιόνιος ο Τσ’ρώτος, π’ τσόκανε το «δάσκαλο».
- Έτσ’ λ’πόν!. Και δε μ’ λες αλήθεια, θεια. Όλο τι πράντσα λογαριάζεις να ‘τ’μάσεις;
- Τι πράντσα, μαρή κοπέλα μ’, σα (γ)και δε (ν)τα ξέρ’ς, ρωτάς. Απόψε το πατσαλίκι αυγοκομμένο, όπως το καλεί η βραδιά. Αύριο τσότσο κρέας με μανέστρα και τ’ν άλλ’ τ’ αρνί ψ’μένο. Αυτά. Τα ξέρ’ς. Δε (ν)τα ξέρ’ς τώρα;.
- Θα (ν)το ψήσ’τε στο σουβλί;
- Ναίσκε, μαρή. Όξ’ στ’ν αδειά, αντάμα με το (γ)κ’νιάδο μου και το λαλά μου. Κάθε χρόνο έτσ’ κάν’με, από έσπαλε. Θέλ’νε, βλέπ’ς, άμα το σ’κών’νε, να ρίχν’νε και τσι κουμπουριές τσου, για το καλό τα’ χρόνου. Το δ’κό σας θα (ν)το βάλ’τε στο φούρνο, ε; Είδα το δ’κόνε σου, τ’ απολιώρα, πόφερν’ αποκλάδια.
- Τι να κάμ’με, θειά μου; Είμαστε βλέπ’ς κι οι δύο κονκασάδοι.
- Και για Ανάσταση, πού λέτε να πάτε;
- Εδεδώ στ’ (μ)πιάτσα, λέμε να βγούμε, στον Αη-Σπ’ρίδωνα για πιο σιμά. Ας πάου τώρα ν’ αποσώσω κάτ’ δ’λειές που τ’ς έχω στ’ μέση, μη (μ)πάει κι έρτ’ ο μπάρμπα Χρήστος για το καλότ’χο τ’ αρνί. – Τότενες, γεια σ’ μαρή θυατέρα μου και καλή σας Ανάσταση.
- Αμήν, θεια μου, παρομοίως, με τ’ φαμελιά σου.
---------------------------
ΣΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ
(ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ)
«Στ' Οσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Επιτάφιο να στολίσουν, κι' όσες,
μοιρολογήτρες, ως με του Μεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πώς, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Αδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι' ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι' ο επιτάφιος θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Ανάστασης το θάμα,
και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια,
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!
Αλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Αγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι' απ' τ' Αγιο Βήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ως με την ξώπορτα, όλοι κι' όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα «Χριστός Ανέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!"
Και να, ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Βαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο - και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κυττάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κυττάζαν
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
μα ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!
Και τότε, - μάρτυράς μου νάναι ο στίχος,
ο απλός κι' ο αληθινός ετούτος στίχος, -
απ' το στασίδι πούμουνα στημένος
ξαντίκρυσα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
(έτσι όπως τόειδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι' αληθινός ετούτος στίχος),
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Μάτια μου, Βαγγέλη!».
-------------------------------------------------------------------------
ΕΥΧΟΜΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΕ ΥΓΕΙΑ-ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ -
ΜΕ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΚΑΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ ΘΑ ΞΕΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ.
Πάσχα. Πάσχα στη Λευκάδα. Μοσχοβολιές στον αέρα. Μάραθος, μυρτιές, αγράμπελες, κρίνοι, παπαρούνες. Ξωκλήσια, αγριολούλουδα. Η μυρωδιά του κεριού καθώς λιώνει στην πασχαλινή λαμπάδα. Η ανθισμένη φύση. Τα χελιδόνια. Ο έρωτας. Τα κόκκινα αυγά. Οι ασβεστωμένες αυλές. Ο οβελίας. Οι χαρμόσυνες καμπάνες. Πάσχα στη Λευκάδα. Στην Κυρα Φανερωμένη, στους Αγίους Αναργύρους, στην Παναγία των Ξένων. Οι φίλοι, οι παλιοί συμμαθητές. Βόλτα στο Κάστρο και στη Γύρα. Αγνάντεμα στον Αη Γιάννη. Περισυλλογή στο ηλιοβασίλεμα. Δραπέτευση στα καταπράσινα περιβόλια. Στουςλουλουδιασμένους αγρούς. Το φωτισμένο χαμόγελο της Μυρτώς. Η χαρά του Παναγιώτη. Το “κομμάτι”. Ο κατανυκτικός Επιτάφιος. Η χορωδία του Άγιου Νικολάου. Με την απουσία του πατέρα, απο τη χορωδία, μαχαίρι στην καρδιά. Η παράδοση. Οι προσδοκίες. Τα όνειρα. Οι ελπίδες.
Πάντως θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στα Πασχαλινά Λευκαδίτικα έθιμα: Το Μεγάλο Σάββατο, νωρίς, το πρωί, οι γυναίκες βγαίνουν στο παράθυρο και «ρίχνουν το κομμάτι» στο δρόμο. Πετούν δηλαδή ένα πήλινο αγγείο, πιάτο, λαγήνι, μπότη και στην ανάγκη ένα κεραμίδι ή κάτι γυάλινο – γενικά ένα εύθραυστο δοχείο που γίνεται κομμάτια. Τα συντρίμμια του σκεύους δεν κάνει να τα μαζέψουν την ίδια μέρα. Το κομμάτι -λέει η παράδοση- το ρίχνουν για να σπάσει η θλίψη, η ησυχία και το πένθος της Μεγάλης Εβδομάδας. Ύστερα, με το χτύπημα της καμπάνας, βγαίνει η Φιλαρμονική στουςκεντρικούς δρόμους της πόλης και παίζει εμβατήρια. Ο ναός του Αη-Μηνά στην πόλη της Λευκάδας. Στην περιοχή είχαν παλιότερα τα εργαστήρια τους οι "χάβροι", οι σιδηρουργοί. Την Μεγάλη Παρασκευή στην πολη -τα παλιά χρόνια- λειτουργούσαν όλες σχεδόν οι εκκλησίες της πόλης και έβγαιναν περισσότεροι επιτάφιοι. Κάποτε οι επιτάφιοι έβγαιναν τα ξημερώματα του Μεγ. Σαββάτου. Αργότερα, γινόταν «συνάντηση επιταφίων» στην Πλατεία. Όταν περνούσαν οι επιτάφιοι απ’ την Πλατεία, οι φιλοπαίγμονες «Μπρανέλοι» αφορμή ήθελαν για ν’ αρχίσουν τα πειράγματα προς τις άλλες ενορίες. Μόλις έφτανε ο κάθε επιτάφιος στην πλατεία, ακούγονταν τα παρακάτω επιφωνήματα: Για τον επιτάφιο του Αγίου Μηνά: Τσαφ – τσουφ (επειδή στην περιοχή είχαν τα εργαστήρια τους οι «χάβροι», οι σιδηρουργοί). Για του Αγ. Γεωργίου και του Αγ. Δημητρίου (από τα «Ψαρέικα», με τους πολλούς ενορίτες, ψαράδες): Γαρίδα – γαρίδα! Για την ενορία των ναυτικών, τον Άγ. Χαράλαμπο: Όρτσα – Μπόντζα ή Αμόλα σκότα! Για της Αγ. Παρασκευής, με τις φιλόκαλλες ενορίτισσες: Οι φκιασιδούδες έρχονται! Για την ενορία της «μεγαλοοικογένειας» Τσαρλαμπά κ.ά., τον Άγ. Σπυρίδωνα: Τα ψηλά καπέλα! Και για τη Βαγγελίστρα: Ωχ! Βαγγελίστρα μου. Κι επειδή ξεχάσαμε τις παραδόσεις και τα παλιά μπρανελίστικα, αναδημοσιεύω ”Το κομμάτι’ του αείμνηστου Παναγιώτη Τ. Ματαφιά (Νότη Μπρανέλου), απο το βιβλίο του με τίτλο ”Απ’ τον Αη-Μηνά ίσαμε τον Πόντε, Αθήνα 1992”:
- Δε μ’ λες, μωρ’ θειά (μώρα μου κιόλας) μη (μ)πάει κι έπεσε το κομμάτι, και δε (ν)το πήρα χαμπέρι;.
- Όχι, μαρή θυατέρα, είναι μπονόρα ακόμα, στο (ν)ύπνο σου δα το ειδες;
- Δε (γκ)ξέρω. Εδεκεί π’ σάρωνα, μου κάστ’κε ότ’ άκ’σα τη μουζ’κή.
- Όχι, μαρή κουρεμαδιά, είναι μπονόρα σου λέου. Ύστερα απ’ τσ’ εννιά η ώρα να (ν)το λογαριάζ’ς. Δε μ’ λες τώρα, για να πούμε και τίποτσ’ άλλο, έβαψες πολλά αυγά μαρή;
- Ένα (γ)κόρακα, χριστιανή μου. Δε (γ)ξέρω τι τον ηύρε το (γ)καλοφούρτουνο το ν’κοκύρ’ μου, να (ν)τονε χαρώ, και μου κουβάλ’σε δέκα ντουζίνες, η τζόγια μου, «λες και θα μας κομ-παρίρ’νε οι Αγγλογάλλ’». Κάμε κόντο. Μήτε στα «δώδεκα βαγγέλια» δεν άδειασα να πάου η καψερή, ο Θέος να με σ’χωρέσει.
- Μπα, μαρή κοπέλα μ’. Δε μ’ λες κάνε, τ’ αρνί σας το σφάξατε;
- Μπαααα, θειά μ’. Καρτερώ το μπαρμπα-Χρήστο το Μένιο. Η αφεντιά του μας το σφάζ’ ούλες τσι χρονιές. Είναι φίλος, βλέπ’ς, με το ν’κοκύρ’ μου. Του δίνει και τη (μ)προβιά κάθε χρόνο!
- Εγώ, καψόπαιδο, εφώναξα εχτές το μπάρμπ’ Αργύρ’ και ξεντριγάρ’σα.
- Ναι, είδα τσου «σταυρούς στη (μ)πόρτα» σας. Και του χρόνου να ‘στενε καλά. Δε μ’ λες, αλήθεια, θεια, η αφεντιά σου θα (γ)ξέρ’ς. Τι πράμα είν’ αλήθεια αυτό το κομμάτι; Άκου, να γυρίζ’, λέει, κάθε Μεγασάββα η μουζ’κή στα σοκκάκια και να βαρεί τ’ «διάνα» κι οι ν’κοκυράδες, απ’ όπ’ βρεθούνε, να τσακίζ’νε στσου δρόμ’ς ότ’ παλιαγγειό τσου βρίσκεται. Μπορείς να μ’ πεις η αφεντιά σου, τι σένια είναι, η αφεντιά τσου;
- Εθίματα, μαρή θυατέρα. Παλιά εθίματα των γιορτώνε. Τι θέλ’ς να ‘ναι; Έτσ’ τα ‘βραμε απ’ τσου παλιότερους, έτσ’ τα βαστάμε και στσι μέρες μας. «Μικρή Ανάσταση» μου την είπε, νια μέρα π’ τονε ρώτησα κι εγώ, ο σιορ Πίπ’ς, ο νόντσολος τ’ Άη-Μηνά. Αλλά τώρα, στο (γ)καιρό μας, δεν τα πιεντάνε και πολύ – πολύ. Παλιότερα, καψόπαιδο, ο κοσμάκ’ς τα στ’μάρ’ζε πλειότερο απ’ τσου τωρινούς και μάλ’στα μου πολύ τα χαιρόντανε. Θ’μάμαι νια βολά, σα σήμερα, όπως κατέβαινε η μουζ’κή στο παζάρ’ απ’ τα Χάβρ’κα για τη (μ)πιάτσα, εδεκεί στο σοκκάκι του Μαρκά, πετιέται απ’ το τσαγκάρ’κό του ο Γιώργ’ς ο Κράλ’ς, Θεός σχωρέστονε κι απ’θώνει καταμεσίς του δρόμ’ ένανε θεόρατο μπότη, από κειούς εκεί με τ’ν αλ’φή απόξ’, ξέρ’ς μαρή, π’ βάν’νε το λάδ’, μ’ ένα φ’τίλ’ απάν’ στη μσ’ούδα του, αναμμένο. Οραντίς και το βλέπ’νε οι μουζ’κάντ’δες, σκιαχτήκανε και το βάν’νε στα κοσάκια. Σκορπίσανε και μήτε δ’νήθηκε να (ν)τσου σ΄μασ’ άλλο ο μακαρίτ’ς ο μπάρμπα Νιόνιος ο Τσ’ρώτος, π’ τσόκανε το «δάσκαλο».
- Έτσ’ λ’πόν!. Και δε μ’ λες αλήθεια, θεια. Όλο τι πράντσα λογαριάζεις να ‘τ’μάσεις;
- Τι πράντσα, μαρή κοπέλα μ’, σα (γ)και δε (ν)τα ξέρ’ς, ρωτάς. Απόψε το πατσαλίκι αυγοκομμένο, όπως το καλεί η βραδιά. Αύριο τσότσο κρέας με μανέστρα και τ’ν άλλ’ τ’ αρνί ψ’μένο. Αυτά. Τα ξέρ’ς. Δε (ν)τα ξέρ’ς τώρα;.
- Θα (ν)το ψήσ’τε στο σουβλί;
- Ναίσκε, μαρή. Όξ’ στ’ν αδειά, αντάμα με το (γ)κ’νιάδο μου και το λαλά μου. Κάθε χρόνο έτσ’ κάν’με, από έσπαλε. Θέλ’νε, βλέπ’ς, άμα το σ’κών’νε, να ρίχν’νε και τσι κουμπουριές τσου, για το καλό τα’ χρόνου. Το δ’κό σας θα (ν)το βάλ’τε στο φούρνο, ε; Είδα το δ’κόνε σου, τ’ απολιώρα, πόφερν’ αποκλάδια.
- Τι να κάμ’με, θειά μου; Είμαστε βλέπ’ς κι οι δύο κονκασάδοι.
- Και για Ανάσταση, πού λέτε να πάτε;
- Εδεδώ στ’ (μ)πιάτσα, λέμε να βγούμε, στον Αη-Σπ’ρίδωνα για πιο σιμά. Ας πάου τώρα ν’ αποσώσω κάτ’ δ’λειές που τ’ς έχω στ’ μέση, μη (μ)πάει κι έρτ’ ο μπάρμπα Χρήστος για το καλότ’χο τ’ αρνί. – Τότενες, γεια σ’ μαρή θυατέρα μου και καλή σας Ανάσταση.
- Αμήν, θεια μου, παρομοίως, με τ’ φαμελιά σου.
---------------------------
ΣΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ
(ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ)
«Στ' Οσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Επιτάφιο να στολίσουν, κι' όσες,
μοιρολογήτρες, ως με του Μεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πώς, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Αδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι' ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι' ο επιτάφιος θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Ανάστασης το θάμα,
και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια,
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!
Αλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Αγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι' απ' τ' Αγιο Βήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ως με την ξώπορτα, όλοι κι' όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα «Χριστός Ανέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!"
Και να, ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Βαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο - και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κυττάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κυττάζαν
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
μα ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!
Και τότε, - μάρτυράς μου νάναι ο στίχος,
ο απλός κι' ο αληθινός ετούτος στίχος, -
απ' το στασίδι πούμουνα στημένος
ξαντίκρυσα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
(έτσι όπως τόειδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι' αληθινός ετούτος στίχος),
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Μάτια μου, Βαγγέλη!».
-------------------------------------------------------------------------
ΕΥΧΟΜΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΕ ΥΓΕΙΑ-ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ -
ΜΕ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΚΑΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ ΘΑ ΞΕΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ.
Πέμπτη 14 Απριλίου 2011
ΠΕΝΤΕ ΠΕΖΑ ΜΟΥ ΚΕΙΜΕΝΑ
1. Ο ΦΙΛΟΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ: Γνώρισα ανθρώπους και αγάπησα ζώα. Ηταν ένα απόφθεγµα που µε συνάρπαζε στα παιδικά µου χρόνια, χωρίς ωστόσο να έχω συνειδητοποιήσει το νόηµά του. Πέρασαν τα χρόνια. Ο φθόνος, το ψέµα και η υποκρισία σηµαδεύουν τις σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις. Η αγάπη µεταλλάχθηκε σε µια ξεφτισµένη και ευτελή λέξη. Και η φιλία φλερτάρει όλο και περισσότερο µε την προδοσία αφού στηρίζεται πλέον στο χρήµα και στα προσωπικά συµφέροντα. Οµολογώ ότι δεν πήρα σκύλο παρά τη µεγάλη αγάπη – τη δική µου αλλάκαι των παιδιών µου – στα ζώα. Και πιστεύω ότι αυτή η επιλογή µε δικαίωσε, αν λάβω υπόψητα συνεχόµενα περιστατικά κακοποίησης ζώων από τους ανθρώπους. Ολοένα και πληθαίνουν οι καταγγελίες πολιτών για θανάτους αδέσποτων και µη ζώων. Το 1/3 του πληθυσµού των αδέσποτων πεθαίνει κάθε χρόνο από αιτίες που σχετίζονται µε τονάνθρωπο (από αυτοκίνητα, από φόλες...), ενώ περισσότερα από ταµισά πέφτουν θύµατα κακοποίησης. Ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, οι µικροί αλήτες του δρόµου, αναγκάζονται να δίνουν καθηµερινό αγώναγια να επιβιώσουν επειδή ο άνθρωπος τούς εγκατέλειψε. Και παρ’ όλο που εκείνοι δεν θα τον εγκατέλειπαν ποτέ. Η τελευταία µου επαφή µε τα συµπαθή τετράποδα είναι µε το απέναντι κόκερ. Στο µπαλκόνι µιας πολυκατοικίας. Δεν ξέρω ούτε καν το όνοµά του. Οπως άλλωστε δεν ξέρω τους ενοίκους τηςδικής µου πολυκατοικίας που φεύγουν σκυφτοί και σκυθρωποί για τις δουλειές τους. Χωρίς να ανταλλάσσουµε ούτε µια µατιά ούτε µια καληµέρα. Ο απέναντι φίλος, καθηµερινά, πηγαινοέρχεται, γαβγίζει και χαζεύειµε τα περιστέρια και τα σπουργίτια. Τον µαγεύει η βροχή, ίσως γιατί µοιάζει µε την ψυχή του. Τον πλανεύουν τα πουλιά, ίσως γιατί µοιάζουν µε τα όνειρα της ελευθερίας του. Θέλει να τρέξει, να παίξει µε τα πιτσιρίκια, αλλά δεν µπορεί. Παραµένει φυλακισµένος. Αιχµάλωτος, οπως και τα αφεντικά του, στη µοναξιά της µεγαλούπολης. Με τα κλεισµένα παραθυρόφυλλα και την έλξη της έξυπνης δολοφόνου, της τηλεόρασης. Στ’ αλήθεια, τον νιώθω. Τον καταλαβαίνω. Είναι ο απέναντι φίλος µου. Ενας πιστός φίλος που είµαι σίγουρος ότι δεν θα µε προδώσει ποτέ. ("ΤΑ ΝΕΑ" 2 Φεβρουαρίου 2011).
2: ΟΤΑΝ(ΔΕΝ) ΖΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ. Ηταν δεν ηταν στα ‘80. Με το µικρό µουστάκι και το παλιό Καντέτ. Με την παραδοσιακή τραγιάσκα και την αυτοπεποίθηση µιας υπερήφανης αλλά µατωµένης γενιάς. Το κηδειόσηµο στη γέρικη µονοκατοικία µε συγκλόνισε. Ζούσαµε πάνω από 15χρόνια δίπλα αλλά δεν µιλήσαµε ποτέ. Ούτε µια καληµέρα. Εγώ σε µια τεράστια πολυκατοικία µε τη µοναξιά και την τηλεόραση για χορηγούς και αυτός σε ένα χαµόσπιτο µε κληµαταριές και µπουκαµβίλιες. Στενοχωρήθηκα. Πικράθηκα στ’ αλήθεια. Η ζωή µας έχει περάσει πλέον στη διάσταση της αδιέξοδης ρουτίνας. Ξέρουµε ότι αντί για γράµµατα θα βρούµε λογαριασµούς. Φοβόµαστε τις ληστείες. Και όχι µόνον. «Τρέµουµε» τις αρρώστιες και τον θάνατο. Δεν έχουµε αντιστάσεις. Ούτε αντοχές. Η εθνική µας κατάθλιψη έχει σχέση µε το Μνηµόνιο, τις άγριες περικοπές σε µισθούς και συντάξεις, µε την ανεργία των παιδιών µας, µε τα ληγµένα «θέλω». Ζωή χωρίς προοπτική. Θυσίες χωρίς αντίκρυσµα σε ένα χρεοκοπηµένο πολιτικό σύστηµα. Οι επιθυµίες αντικαταστάθηκαν από τους εφιάλτες της καθηµερινότητας. Οµήρους µάς πήρανε τα χρόνια. Κοιµόµαστε και ξυπνάµε µε αδιέξοδα. Και προσποιούµαστε ότι ζούµε καλά για να µη µας σχολιάζει ο διπλανός. Ο φθόνος ριζωµένος στις ψυχές. Ο ένας βγάζει το µάτι του άλλου. Καλύτερα να ζούµε ένα όνειρο, γιατί από την αλήθεια και την πραγµατικότητα της καθηµερινής ζωής δεν µπορεί να γίνει πλέον κάποιος ευτυχισµένος. Και να πώς τελείωνα σε ένα σηµείωµα που έγραψα για τον ίδιο πριν από χρόνια, µε τίτλο: «Οταν ζεις για τη ζωή»: «Είµαι σίγουρος ότι ο συµπαθής συνταξιούχος της διπλανής µονοκατοικίας δεν έχει τέτοια προβλήµατα. Ξέρει να ζει ήρεµος, µε χαµόγελο, µε αξίες, µε αξιοπρέπεια, µε σεβασµό στο περιβάλλον. Ζει για τη ζωή. Αλλωστε, γι’ αυτό δεν ενδίδει στα εκατοµµύρια των µεγαλοεργολάβων για να γκρεµιστεί το σπίτι του. Γι’ αυτό είναι οάνθρωπος που όλοι ζηλεύουµε στην πολυκατοικία µας αλλά ποτέ δεν θα τον ακολουθήσουµε. Ποτέ δεν θα του µοιάσουµε». Καληνύχτα (για πάντα), αξέχαστε γείτονα.(" ΤΑ ΝΕΑ' 26-1-2011).
3: ΧΑΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΤΕΧΟΛΟΓΙΑ. Η είδηση είναι εντυπωσιακή. Εως το τέλος του έτους θα είναι έτοιµη η κάρτα του πολίτη, στην οποία θα περιλαµβάνονται ο ΑΜΚΑ, τα στοιχεία ταυτότητας και του ΤΑΧΙS, καθώς και το δηµοτολόγιο. Με την κάρτα αυτή θα µπορεί ο πολίτης να πραγµατοποιεί ηλεκτρονικά όλες τις συναλλαγές του µε το δηµόσιο και να τη χρησιµοποιεί ως ταυτότητα. Πράγµατι, η τεχνολογία σε έναν µεγάλο βαθµό έχει βοηθήσει να είναι η ζωή µας καλύτερη. Οχι όµως για όλους. Η πλειονότητα των Ελλήνων βασανίζεται για να µυηθεί στα µυστικά της σύγχρονης τεχνολογίας. Για παράδειγµα, ο κυρ Χρήστος, ο οποίος νόµιζε ότι το «χαµηλ. µπατάρ.» στην οθόνη του κινητού του είχε σχέση µε άραβα τροµοκράτη και όχι µε την ένδειξη «χαµηλή µπαταρία». Ο συµπαθής συνταξιούχος, εκτός από την οργή του για την περικοπή της σύνταξής του, συνεχίζει να ταλαιπωρείται µε τα τεχνολογικά επιτεύγµατα. Μετά την κάρτα του ΑΜΚΑ, υποχρεώθηκε να παίρνει µέσω τραπέζης την πενιχρή σύνταξή του. Και έτσι «φορτώθηκε» µε pin το οποίο µπερδεύει µε το pin του κινητού του. Με το οποίο έχει αποκτήσει µια σχέση µίσους, αφού δεν µπορεί µε καµία δύναµη να το... κουµαντάρει. Εχει βάλει στη διαπασών την ένταση για να το ακούει όταν χτυπάει, αλλά, µοιραία, ο θόρυβος ξεσηκώνει και τους διπλανούς. Και ο ίδιος φωνάζει δυνατά νοµίζοντας ότι ο συνοµιλητής του δεν τον ακούει. Ασε που για να πάρει τηλέφωνο ή για να απαντήσει σε κλήση πρέπει να αλλάξει τα γυαλιά του και η διαδικασία είναι χρονοβόρα σε σηµείο... εξοργισµού! Kαι σαν να µην έφτανε µόνο το κινητό, τελευταία – µε τα µέτρα ασφαλείας στις τράπεζες – παραµένει εγκλωβισµένος, θορυβηµένος και αγανακτισµένος ανάµεσα στις δύο πόρτες ασφαλείας, ακούγοντας οδηγίες από γυναικείες φωνές και βλέποντας λαµπάκια να αναβοσβήνουν. Εύλογη, λοιπόν, η αγανάκτησή του. Μια αγανάκτηση και άλλων συµπολιτών µας που µέσα στη σκληρή οικονοµική κρίση, µε τη λιτότητα και τα χρέη, παίρνει διαστάσεις εφιάλτη. Χαµένοι στην τεχνολογία, λοιπόν, σε µια τεχνολογία που αδυνατεί να συλλάβει πως τα κύτταρα του εγκεφάλου σ’ έναν 70χρονο είναι σαν τις καµένες αντιστάσεις. (TA NEA 20/1/2011 ).
4. ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΑ ΣΠΡΕΝΤ: Μπήκαν στη ζωήµας, στο σπίτιµας σαν να είναι συγγενείς. Ντοµινίκ Στρος - Καν, Ζαν-Κλοντ Τρισέ, Ολι Ρεν, Χοσέ Μανουέλ Μπαρόζο, Σερβάζ ντε Ρουζ, Πολ Τόµσεν. Τέτοια οικειότητα, τέτοια άνεση µαζί τους λες και τους ξέρουµε χρόνια. Είναι οι δανειστές αλλά και οι... βασανιστές. Μια χώρα, ένας λαός, σε κλίµα εθνικής κατάθλιψης αναγκάζεται καθηµερινά να «επικοινωνεί» µαζί τους µέσα από την τηλεόραση. Αλλά χωρίς – δυστυχώς – να έχει το δικαίωµα αντιλογίας. Και διαµαρτυρίας. Είναι πλέον τέτοια η οικειότητα µαζί τους που στο σχολείο της µικρής µου κόρης έβγαλαν από τον τοίχο την εικόνα της Μπουµπουλίνας και έβαλαν αυτή της Μέρκελ. Στην πρωινή προσευχή γίνεται επίκληση της τρόικας, ενώ τις προάλλες έβαλαν τιµωρία µια ολόκληρη τάξη να αντιγράψει 20 φορές το νέο Μνηµόνιο. Αλλά και στα όνειρά µας χάθηκαν πια τα όµορφα ακρογιάλια. Αντικαταστάθηκαν από εφιάλτες µε δάνεια, δανεικά, κατασχέσεις και τράπεζες. Οπως χθες το βράδυ. Παναγία µου. Αυτό δεν ήταν όνειρο. Ηταν ο εφιάλτης στον δρόµο µε τα σπρεντ, νούµερο 12. Ηταν λέει δύο ένοικοι της πολυκατοικίας, στην οποία µένω, και λογοµαχούσαν για την τραγική οικονοµική κατάσταση της χώρας. Ο χοντρός, ο Νίκος, επέµενε ότι θα πρέπει να γυρίσουµε στη δραχµή (πάντα υποβόσκει µια κρυφή γοητεία µε τη δραχµούλα που χάσαµε, έστω κι αν δεν είναι η ίδια δραχµή που θα ξαναβρούµε, αν δεν καταφέρουµε να το αποφύγουµε) και από την άλλη ο Τάκης ο µουσάτος ωρυόταν ότι πρέπει να γίνουν άµεσα εκλογές. Οι ύβρεις που άκουσα µε κατέπληξαν: «Να σε πάρει ο Ολι Ρεν και να σε σηκώσει», έλεγε ο ένας. «Να πας στον αγύριστο του ΔΝΤ», απαντούσε ο άλλος. Και µέσα σε αυτή την πολεµική ατµόσφαιρα ο Δηµητράκης, του πρώτου, είχε πάρει όλα τα ειδοποιητήρια των λογαριασµών, τα έκανε σαΐτες και τις πετούσε στους διαµαρτυρόµενους. Το χαρτοµάνι στο δάπεδο έµοιαζε µε σκηνικό κέντρου και ήταν σαν να πετούσαν λουλούδια στον Πάριο. Ωσπου, ως διά µαγείας, εµφανίστηκε ο Ντοµινίκ Στρος - Καν και έβαλε τα πράγµατα σε τάξη. Ο Νίκος και ο Τάκης άρχισαν να τρέµουν. Να τους λούζει κρύος ιδρώτας. «Κύριε Ντοµινίκ, µη µας πειράξετε, σας παρακαλώ, έχουµε οικογένεια, θα πεινάσουν τα παιδιά µας», παρακαλούσαν και οι δυο γονυπετείς. Υστερα αποκοιµήθηκα. Για να δω κανένα όνειρο που να µην είναι εφιάλτης. (TA NEA-9/03/2011).
5: ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ: Σηκώθηκα με διάθεση. Ανοιξα ραδιόφωνο µε χαρούµενη µουσική. Ολοι οι σταθµοί είχαν κέφια. Ετοιµάστηκα. Στις ειδήσεις όλα ήταν χαρµόσυνα. Μειώθηκε το χρέος και τα ελλείµµατα, έπεσαν τα σπρεντ, έπεσαν τα επιτόκια, σε ύψη-ρεκόρ το χρηµατιστήριο, τέλος οι ουρές αναµονής στο ΙΚΑ, παρελθόν οι µίζες και η διαφθορά. Στο 2% η ανεργία. Στο ασανσέρ άκουσα µια µεγάλη «καληµέρα» από τον αµίλητο του πέµπτου. Η πρώτη έκπληξη. Στον δρόµο δεν βρήκα κίνηση. Δεν άκουσα ούτε ένα κορνάρισµα. Δεν είδα ούτε µια µούντζα. Ούτε ένα σκουπίδι στους δρόµους. Ούτε ένας δεν µιλούσε στο κινητό. Και οι οδηγοί, µε περισσή ευγένεια, σταµατούσαν για να περάσουν οι πεζοί. Εξεπλάγην που ο ταξιτζής, µπροστά µου, µε τα αλάρµ αναµµένα, ζήτησε συγγνώµη – µε µια χειρονοµία – γιατί καθυστέρησε για να πάρει πελάτη. Δεύτερη έκπληξη. Στο Μετρό όλοι ήταν χαµογελαστοί, διάβαζαν λογοτεχνικά βιβλία και εφηµερίδες. Και οι νεώτεροι πρόσφεραν τηθέση τουςστους ηλικιωµένους. Ηµουν µάλιστα µάρτυρας ενός άγριουκαβγά µεταξύ δυο νέων για το ποιος θα δώσει πρώτος τη θέση του σε µια ηλικιωµένη. Τσιµπήθηκα. Τρίτη έκπληξη. Στην Πανεπιστηµίου, κεφάτοι άνθρωποι στον δρόµο. Τα µαγαζιά γεµάτα. Γυναίκες φορτωµένες µε τσάντες από ψώνια. Κίνηση. Ρυθµός. Τα πρωτοσέλιδα διθυραµβικά για το θαύµα της ελληνικής οικονοµίας µε εξαγγελίες για σηµαντικές αυξήσεις µισθών και συντάξεων. Η τρόικα παρελθόν. Τα πεζοδρόµια να αστράφτουν και χωρίς να έχουν παρκαρισµένα αυτοκίνητα. Τέταρτη έκπληξη. Τσιµπήθηκα. Στον «Ευαγγελισµό», όπου πήγα για να επισκεφθώ συγγενή µου, ένιωσα ότι δεν βρίσκοµαι στην Ελλάδα. Τι χλιδή, τι καθαριότητα, τι οργάνωση. Να τα χαµόγελα και οι φιλοφρονήσεις. Ούτε µία διαµαρτυρία. Μάλιστα, ακόµη και υγιέστατοι ζητούσαν να επισκεφθούν το νοσοκοµείο-πρότυπο. Στην Οµόνοια (και στις γύρω περιοχές) «εξαφανί στηκαν» οι µετανάστες και οι τοξικοµανείς. Και οι τουρίστες δεν προλαβαίνουν να τραβούν βίντεο και φωτογραφίες µπροστά σε αυτήν τη µοναδική οµορφιά. Ηταν µεσηµέρι, όταν κοντά στην Κλαυθµώνος µια 25χρονη ξανθιά µε γούνα, µίνι και ψηλές µπότες µού έκλεισε το µάτι. Κεραυνός. Σεισµός. Τσιµπήθηκα µέχρι... µαυρίσµατος. Γύρισα πίσω µου και ξαναγύρισα µήπως κάνω λάθος. Και αυτή, φιλήδονα – µε προκλητική ευθύτητα –, µου ζήτησε να πάµε για καφέ. Καµία έκπληξη. Πάντα ζούσα στον κόσµο µου. (TA NEA-16/02/2011).
2: ΟΤΑΝ(ΔΕΝ) ΖΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ. Ηταν δεν ηταν στα ‘80. Με το µικρό µουστάκι και το παλιό Καντέτ. Με την παραδοσιακή τραγιάσκα και την αυτοπεποίθηση µιας υπερήφανης αλλά µατωµένης γενιάς. Το κηδειόσηµο στη γέρικη µονοκατοικία µε συγκλόνισε. Ζούσαµε πάνω από 15χρόνια δίπλα αλλά δεν µιλήσαµε ποτέ. Ούτε µια καληµέρα. Εγώ σε µια τεράστια πολυκατοικία µε τη µοναξιά και την τηλεόραση για χορηγούς και αυτός σε ένα χαµόσπιτο µε κληµαταριές και µπουκαµβίλιες. Στενοχωρήθηκα. Πικράθηκα στ’ αλήθεια. Η ζωή µας έχει περάσει πλέον στη διάσταση της αδιέξοδης ρουτίνας. Ξέρουµε ότι αντί για γράµµατα θα βρούµε λογαριασµούς. Φοβόµαστε τις ληστείες. Και όχι µόνον. «Τρέµουµε» τις αρρώστιες και τον θάνατο. Δεν έχουµε αντιστάσεις. Ούτε αντοχές. Η εθνική µας κατάθλιψη έχει σχέση µε το Μνηµόνιο, τις άγριες περικοπές σε µισθούς και συντάξεις, µε την ανεργία των παιδιών µας, µε τα ληγµένα «θέλω». Ζωή χωρίς προοπτική. Θυσίες χωρίς αντίκρυσµα σε ένα χρεοκοπηµένο πολιτικό σύστηµα. Οι επιθυµίες αντικαταστάθηκαν από τους εφιάλτες της καθηµερινότητας. Οµήρους µάς πήρανε τα χρόνια. Κοιµόµαστε και ξυπνάµε µε αδιέξοδα. Και προσποιούµαστε ότι ζούµε καλά για να µη µας σχολιάζει ο διπλανός. Ο φθόνος ριζωµένος στις ψυχές. Ο ένας βγάζει το µάτι του άλλου. Καλύτερα να ζούµε ένα όνειρο, γιατί από την αλήθεια και την πραγµατικότητα της καθηµερινής ζωής δεν µπορεί να γίνει πλέον κάποιος ευτυχισµένος. Και να πώς τελείωνα σε ένα σηµείωµα που έγραψα για τον ίδιο πριν από χρόνια, µε τίτλο: «Οταν ζεις για τη ζωή»: «Είµαι σίγουρος ότι ο συµπαθής συνταξιούχος της διπλανής µονοκατοικίας δεν έχει τέτοια προβλήµατα. Ξέρει να ζει ήρεµος, µε χαµόγελο, µε αξίες, µε αξιοπρέπεια, µε σεβασµό στο περιβάλλον. Ζει για τη ζωή. Αλλωστε, γι’ αυτό δεν ενδίδει στα εκατοµµύρια των µεγαλοεργολάβων για να γκρεµιστεί το σπίτι του. Γι’ αυτό είναι οάνθρωπος που όλοι ζηλεύουµε στην πολυκατοικία µας αλλά ποτέ δεν θα τον ακολουθήσουµε. Ποτέ δεν θα του µοιάσουµε». Καληνύχτα (για πάντα), αξέχαστε γείτονα.(" ΤΑ ΝΕΑ' 26-1-2011).
3: ΧΑΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΤΕΧΟΛΟΓΙΑ. Η είδηση είναι εντυπωσιακή. Εως το τέλος του έτους θα είναι έτοιµη η κάρτα του πολίτη, στην οποία θα περιλαµβάνονται ο ΑΜΚΑ, τα στοιχεία ταυτότητας και του ΤΑΧΙS, καθώς και το δηµοτολόγιο. Με την κάρτα αυτή θα µπορεί ο πολίτης να πραγµατοποιεί ηλεκτρονικά όλες τις συναλλαγές του µε το δηµόσιο και να τη χρησιµοποιεί ως ταυτότητα. Πράγµατι, η τεχνολογία σε έναν µεγάλο βαθµό έχει βοηθήσει να είναι η ζωή µας καλύτερη. Οχι όµως για όλους. Η πλειονότητα των Ελλήνων βασανίζεται για να µυηθεί στα µυστικά της σύγχρονης τεχνολογίας. Για παράδειγµα, ο κυρ Χρήστος, ο οποίος νόµιζε ότι το «χαµηλ. µπατάρ.» στην οθόνη του κινητού του είχε σχέση µε άραβα τροµοκράτη και όχι µε την ένδειξη «χαµηλή µπαταρία». Ο συµπαθής συνταξιούχος, εκτός από την οργή του για την περικοπή της σύνταξής του, συνεχίζει να ταλαιπωρείται µε τα τεχνολογικά επιτεύγµατα. Μετά την κάρτα του ΑΜΚΑ, υποχρεώθηκε να παίρνει µέσω τραπέζης την πενιχρή σύνταξή του. Και έτσι «φορτώθηκε» µε pin το οποίο µπερδεύει µε το pin του κινητού του. Με το οποίο έχει αποκτήσει µια σχέση µίσους, αφού δεν µπορεί µε καµία δύναµη να το... κουµαντάρει. Εχει βάλει στη διαπασών την ένταση για να το ακούει όταν χτυπάει, αλλά, µοιραία, ο θόρυβος ξεσηκώνει και τους διπλανούς. Και ο ίδιος φωνάζει δυνατά νοµίζοντας ότι ο συνοµιλητής του δεν τον ακούει. Ασε που για να πάρει τηλέφωνο ή για να απαντήσει σε κλήση πρέπει να αλλάξει τα γυαλιά του και η διαδικασία είναι χρονοβόρα σε σηµείο... εξοργισµού! Kαι σαν να µην έφτανε µόνο το κινητό, τελευταία – µε τα µέτρα ασφαλείας στις τράπεζες – παραµένει εγκλωβισµένος, θορυβηµένος και αγανακτισµένος ανάµεσα στις δύο πόρτες ασφαλείας, ακούγοντας οδηγίες από γυναικείες φωνές και βλέποντας λαµπάκια να αναβοσβήνουν. Εύλογη, λοιπόν, η αγανάκτησή του. Μια αγανάκτηση και άλλων συµπολιτών µας που µέσα στη σκληρή οικονοµική κρίση, µε τη λιτότητα και τα χρέη, παίρνει διαστάσεις εφιάλτη. Χαµένοι στην τεχνολογία, λοιπόν, σε µια τεχνολογία που αδυνατεί να συλλάβει πως τα κύτταρα του εγκεφάλου σ’ έναν 70χρονο είναι σαν τις καµένες αντιστάσεις. (TA NEA 20/1/2011 ).
4. ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΑ ΣΠΡΕΝΤ: Μπήκαν στη ζωήµας, στο σπίτιµας σαν να είναι συγγενείς. Ντοµινίκ Στρος - Καν, Ζαν-Κλοντ Τρισέ, Ολι Ρεν, Χοσέ Μανουέλ Μπαρόζο, Σερβάζ ντε Ρουζ, Πολ Τόµσεν. Τέτοια οικειότητα, τέτοια άνεση µαζί τους λες και τους ξέρουµε χρόνια. Είναι οι δανειστές αλλά και οι... βασανιστές. Μια χώρα, ένας λαός, σε κλίµα εθνικής κατάθλιψης αναγκάζεται καθηµερινά να «επικοινωνεί» µαζί τους µέσα από την τηλεόραση. Αλλά χωρίς – δυστυχώς – να έχει το δικαίωµα αντιλογίας. Και διαµαρτυρίας. Είναι πλέον τέτοια η οικειότητα µαζί τους που στο σχολείο της µικρής µου κόρης έβγαλαν από τον τοίχο την εικόνα της Μπουµπουλίνας και έβαλαν αυτή της Μέρκελ. Στην πρωινή προσευχή γίνεται επίκληση της τρόικας, ενώ τις προάλλες έβαλαν τιµωρία µια ολόκληρη τάξη να αντιγράψει 20 φορές το νέο Μνηµόνιο. Αλλά και στα όνειρά µας χάθηκαν πια τα όµορφα ακρογιάλια. Αντικαταστάθηκαν από εφιάλτες µε δάνεια, δανεικά, κατασχέσεις και τράπεζες. Οπως χθες το βράδυ. Παναγία µου. Αυτό δεν ήταν όνειρο. Ηταν ο εφιάλτης στον δρόµο µε τα σπρεντ, νούµερο 12. Ηταν λέει δύο ένοικοι της πολυκατοικίας, στην οποία µένω, και λογοµαχούσαν για την τραγική οικονοµική κατάσταση της χώρας. Ο χοντρός, ο Νίκος, επέµενε ότι θα πρέπει να γυρίσουµε στη δραχµή (πάντα υποβόσκει µια κρυφή γοητεία µε τη δραχµούλα που χάσαµε, έστω κι αν δεν είναι η ίδια δραχµή που θα ξαναβρούµε, αν δεν καταφέρουµε να το αποφύγουµε) και από την άλλη ο Τάκης ο µουσάτος ωρυόταν ότι πρέπει να γίνουν άµεσα εκλογές. Οι ύβρεις που άκουσα µε κατέπληξαν: «Να σε πάρει ο Ολι Ρεν και να σε σηκώσει», έλεγε ο ένας. «Να πας στον αγύριστο του ΔΝΤ», απαντούσε ο άλλος. Και µέσα σε αυτή την πολεµική ατµόσφαιρα ο Δηµητράκης, του πρώτου, είχε πάρει όλα τα ειδοποιητήρια των λογαριασµών, τα έκανε σαΐτες και τις πετούσε στους διαµαρτυρόµενους. Το χαρτοµάνι στο δάπεδο έµοιαζε µε σκηνικό κέντρου και ήταν σαν να πετούσαν λουλούδια στον Πάριο. Ωσπου, ως διά µαγείας, εµφανίστηκε ο Ντοµινίκ Στρος - Καν και έβαλε τα πράγµατα σε τάξη. Ο Νίκος και ο Τάκης άρχισαν να τρέµουν. Να τους λούζει κρύος ιδρώτας. «Κύριε Ντοµινίκ, µη µας πειράξετε, σας παρακαλώ, έχουµε οικογένεια, θα πεινάσουν τα παιδιά µας», παρακαλούσαν και οι δυο γονυπετείς. Υστερα αποκοιµήθηκα. Για να δω κανένα όνειρο που να µην είναι εφιάλτης. (TA NEA-9/03/2011).
5: ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ: Σηκώθηκα με διάθεση. Ανοιξα ραδιόφωνο µε χαρούµενη µουσική. Ολοι οι σταθµοί είχαν κέφια. Ετοιµάστηκα. Στις ειδήσεις όλα ήταν χαρµόσυνα. Μειώθηκε το χρέος και τα ελλείµµατα, έπεσαν τα σπρεντ, έπεσαν τα επιτόκια, σε ύψη-ρεκόρ το χρηµατιστήριο, τέλος οι ουρές αναµονής στο ΙΚΑ, παρελθόν οι µίζες και η διαφθορά. Στο 2% η ανεργία. Στο ασανσέρ άκουσα µια µεγάλη «καληµέρα» από τον αµίλητο του πέµπτου. Η πρώτη έκπληξη. Στον δρόµο δεν βρήκα κίνηση. Δεν άκουσα ούτε ένα κορνάρισµα. Δεν είδα ούτε µια µούντζα. Ούτε ένα σκουπίδι στους δρόµους. Ούτε ένας δεν µιλούσε στο κινητό. Και οι οδηγοί, µε περισσή ευγένεια, σταµατούσαν για να περάσουν οι πεζοί. Εξεπλάγην που ο ταξιτζής, µπροστά µου, µε τα αλάρµ αναµµένα, ζήτησε συγγνώµη – µε µια χειρονοµία – γιατί καθυστέρησε για να πάρει πελάτη. Δεύτερη έκπληξη. Στο Μετρό όλοι ήταν χαµογελαστοί, διάβαζαν λογοτεχνικά βιβλία και εφηµερίδες. Και οι νεώτεροι πρόσφεραν τηθέση τουςστους ηλικιωµένους. Ηµουν µάλιστα µάρτυρας ενός άγριουκαβγά µεταξύ δυο νέων για το ποιος θα δώσει πρώτος τη θέση του σε µια ηλικιωµένη. Τσιµπήθηκα. Τρίτη έκπληξη. Στην Πανεπιστηµίου, κεφάτοι άνθρωποι στον δρόµο. Τα µαγαζιά γεµάτα. Γυναίκες φορτωµένες µε τσάντες από ψώνια. Κίνηση. Ρυθµός. Τα πρωτοσέλιδα διθυραµβικά για το θαύµα της ελληνικής οικονοµίας µε εξαγγελίες για σηµαντικές αυξήσεις µισθών και συντάξεων. Η τρόικα παρελθόν. Τα πεζοδρόµια να αστράφτουν και χωρίς να έχουν παρκαρισµένα αυτοκίνητα. Τέταρτη έκπληξη. Τσιµπήθηκα. Στον «Ευαγγελισµό», όπου πήγα για να επισκεφθώ συγγενή µου, ένιωσα ότι δεν βρίσκοµαι στην Ελλάδα. Τι χλιδή, τι καθαριότητα, τι οργάνωση. Να τα χαµόγελα και οι φιλοφρονήσεις. Ούτε µία διαµαρτυρία. Μάλιστα, ακόµη και υγιέστατοι ζητούσαν να επισκεφθούν το νοσοκοµείο-πρότυπο. Στην Οµόνοια (και στις γύρω περιοχές) «εξαφανί στηκαν» οι µετανάστες και οι τοξικοµανείς. Και οι τουρίστες δεν προλαβαίνουν να τραβούν βίντεο και φωτογραφίες µπροστά σε αυτήν τη µοναδική οµορφιά. Ηταν µεσηµέρι, όταν κοντά στην Κλαυθµώνος µια 25χρονη ξανθιά µε γούνα, µίνι και ψηλές µπότες µού έκλεισε το µάτι. Κεραυνός. Σεισµός. Τσιµπήθηκα µέχρι... µαυρίσµατος. Γύρισα πίσω µου και ξαναγύρισα µήπως κάνω λάθος. Και αυτή, φιλήδονα – µε προκλητική ευθύτητα –, µου ζήτησε να πάµε για καφέ. Καµία έκπληξη. Πάντα ζούσα στον κόσµο µου. (TA NEA-16/02/2011).
Τρίτη 12 Απριλίου 2011
ΡΥΘΜΙΣΗ ΑΝΑΣΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ ΣΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ
ΡΥΘΜΙΣΗ ΑΝΑΣΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ ΣΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ
Να υπαχθούν σε καθεστώς προσωρινού διακανονισμού μέχρι 31-12-2012 παρέχονται σε οσους οφείλουν καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές μισθολογικών περιόδων απασχόλησης μέχρι 31-12-2010. Τις σχετικες οδηγίες παρέχονται σε εγκύκλιο του αναπλ,. υπουργού Εργασιας κ. Γ. Κουτρουμάνη. Σημειωενται οτι παρά τις επαναλαμβανόμενες νομοθετικές παρεμβάσεις για ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών, υπολογίζεται πως τα βεβαιωμένα χρέη προς το σύνολο των ασφαλιστικών ταμείων έχουν πλέον ξεπεράσει τα 10 δισ. ευρώ, καθώς μόνο στο ΙΚΑ εκτιμούν πως 300.000 επιχειρήσεις οφείλουν περισσότερα από 6 δισ. ευρώ, ενώ και στο ταμείο των ελεύθερων επαγγελματιών σχεδόν ένας στους δύο ασφαλισμένους (407.000) δεν καταβάλλουν εισφορές, με αποτέλεσμα ο ΟΑΕΕ να «αιμορραγεί» κατά 4 δισ. ευρώ.
Η σχετικη εγκύκλιος βασίζεται στις διατάξεις του άρθρου 48 του ν. 3943/2011 (ΦΕΚ. 66 /τ. Α΄/ 31-03-2011)με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα στους εργοδότες που οφείλουν στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στον ΟΑΕΕ(Οργ. Ασφάλίσης Ελευθερων Επαγγελματιων) και στα αλλα ταμεια που οφείλουν καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές μισθολογικών περιόδων απασχόλησης μέχρι 31-12-2010, να υπαχθούν σε καθεστώς προσωρινού διακανονισμού μέχρι 31-12-2012.
Συμφωνα με την εγκύκλιο θεσπίζεται μια ειδική - μεταβατικής ισχύος- διάταξη -με την οποία αναστέλλεται μέχρι 31.12.2012 η λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης οφειλών σε βάρος των οφειλετών των Ασφαλιστικών Οργανισμών αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και διευκολύνονται κατά το ίδιο χρονικό διάστημα οι εργοδότες στην καταβολή των οφειλόμενων εισφορών. Η αναστολή των αναγκαστικών μέτρων προβλέπεται ρητά στο νόμο και ο προσδιορισμός του μηνιαία καταβαλλόμενου ποσού έναντι της οφειλής γίνεται από το αρμόδιο διοικητικό όργανο. Οι αιτήσεις υπαγωγής στη διάταξη του παρόντος άρθρου υποβάλλονται στους ασφαλιστικούς οργανισμούς και τα καθ' ύλη αρμόδια όργανα προβαίνουν
-Σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για αναστολή λήψης των αναγκαστικών μέτρων είσπραξης
- Στον καθορισμό του μηνιαία μέχρι 31.12.2012 καταβαλλόμενου ποσού ανάλογα με το ύψος της συνολικής οφειλής.
Στον διακανονισμό υπάγονται οι οφειλέτες που έχουν απωλέσει τη ρύθμιση οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών του παγίου συστήματος του ν. 3863/2010 ή άλλων ειδικών ρυθμίσεων οφειλόμενων εισφορών καθώς και όσοι δεν έχουν προβεί σε ρύθμιση των οφειλών τους, εφόσον:
α. υποβάλουν σχετική αίτηση στις αρμόδιες υπηρεσίες των ασφαλιστικών φορέων, και
β. καταβάλλουν ανελλιπώς από 1.1.2011 και εφεξής τις τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές, και
γ. καταβάλλουν ως δόση έναντι της κεφαλαιοποιημένης οφειλής τους (ληξιπρόθεσμες μέχρι 31.12.2010 οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές μετά των αναλογούντων πρόσθετων τελών, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων προστίμων και λοιπών εξόδων αναγκαστικών μέτρων) ποσό που αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 20% των ασφαλιστικών εισφορών.
Σε καμία πάντως περίπτωση το ποσό αφενός της μηνιαίας καταβολής προς το ΙΚΑ -ΕΤΑΜ και τους λοιπούς φορείς μισθωτών αφετέρου της διμηνιαίας καταβολής προς τον ΟΑΕΕ δεν μπορεί να υπολείπεται των 150,00 ευρώ, ενώ το ελάχιστο ποσό μηνιαίας καταβολής προς τα ταμεία ασφάλισης αυτοαπασχολούμενων - ανεξάρτητα απασχολούμενων είναι 100,00 ευρώ.
Επίσης στον διακανονισμό δύνανται να υπαχθούν και:
α) όσοι οφείλουν εισφορές και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 και εφεξής, εφόσον καταβάλλουν αυτές εφάπαξ ή τις ρυθμίσουν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3863/2010,
β) όσοι έχουν ήδη ρυθμίσει τις οφειλές τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 3863/2010 ή με άλλες ειδικές ρυθμίσεις και για το υπολειπόμενο ποσό οφειλής. Στην περίπτωση αυτή όμως χάνουν όλα τα πλεονεκτήματα που τους παρείχαν είτε οι διατάξεις του παγίου συστήματος του ν. 3863/2010 είτε οι επιμέρους ρυθμίσεις στις οποίες είχαν υπαχθεί.
γ) όσοι οφειλέτες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή άλλων φορέων ασφάλισης μισθωτών δεν απασχολούν υπαλλήλους, εφόσον απασχολήσουν έναν ή περισσότερους υπαλλήλους για το χρονικό διάστημα έως την 31.12.2012 και για όσο διάστημα απασχολούν προσωπικό.
Η υποβολή της αίτησης για υπαγωγή στο διακανονισμό γίνεται - ανεξάρτητα από το ύψος των οφειλόμενων εισφορών - στα αρμόδια όργανα των Ασφαλιστικών Οργανισμών
Ειδικά για οφειλέτες, των οποίων το ποσό της κεφαλαιοποιμένης οφειλής υπερβαίνει:
α) για το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ τις 300.000,00 ευρώ,
β) για τον ΟΓΑ τις 200.000,00 ευρώ και
γ) τους λοιπούς φορείς τις 80.000,00 ευρώ, το ποσό της δόσης - μπορεί να είναι μικρότερο από τα οριζόμενα (1,25%) και να ανέρχεται στο 0,80% της κεφαλαιοποιημένης οφειλής.
Ειδικά στους αυτοτελώς απασχολούμενους - ασφαλισμένους στον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης Αγροτών, που οφείλουν ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές εισφορές ύψους τουλάχιστον 600,00 ευρώ, δίνεται η δυνατότητα ρύθμισης αυτών σε τριμηνιαίες δόσεις που δεν μπορούν να υπερβούν τις 20, ενώ ως ελάχιστη δόση ορίζεται το ποσό των 150,00 ευρώ. Η υπαγωγή τους στη ρύθμιση αναστέλλει τη λήψη αναγκαστικών και λοιπών μέτρων είσπραξης σε βάρος τους, ενώ η μη εμπρόθεσμη καταβολή δύο συνεχόμενων δόσεων καθώς και η μη καταβολή των τρεχουσών εισφορών συνεπάγεται την έκπτωση από τη ρύθμιση και καθιστά άμεσα απαιτητό το σύνολο του οφειλόμενου ποσού. Απώλεια του παρεχόμενου διακανονισμού με το κοινοποιούμενο άρθρο επέρχεται:
Α. από την μη καταβολή των τρεχουσών από 1.1.2011 και εφεξής ασφαλιστικών εισφορών εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από τη νομοθεσία του οικείου ασφαλιστικού φορέα.
Β. από τη μη εμπρόθεσμη καταβολή της καθορισθείσας- έναντι της κεφαλαιοποιημένης οφειλής- δόσης.
Τελος στην ιδια εγκύκλιο επισημαίνεται ότι η υπαγωγή του οφειλέτη στον παρόντα διακανονισμό εναπόκειται στη βούλησή του, η οποία άλλωστε εκδηλώνεται με υποβολή σχετικής αίτησης. Όσοι δεν επιθυμούν να υπαχθούν στον παρόντα διακανονισμό έχουν την εναλλακτική επιλογή να ρυθμίσουν τις οφειλές τους σύμφωνα με τη πάγια ρύθμιση οφειλών του ν. 3863/2010, σταθμίζοντας τα οφέλη της κάθε ρύθμισης.
Να υπαχθούν σε καθεστώς προσωρινού διακανονισμού μέχρι 31-12-2012 παρέχονται σε οσους οφείλουν καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές μισθολογικών περιόδων απασχόλησης μέχρι 31-12-2010. Τις σχετικες οδηγίες παρέχονται σε εγκύκλιο του αναπλ,. υπουργού Εργασιας κ. Γ. Κουτρουμάνη. Σημειωενται οτι παρά τις επαναλαμβανόμενες νομοθετικές παρεμβάσεις για ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών, υπολογίζεται πως τα βεβαιωμένα χρέη προς το σύνολο των ασφαλιστικών ταμείων έχουν πλέον ξεπεράσει τα 10 δισ. ευρώ, καθώς μόνο στο ΙΚΑ εκτιμούν πως 300.000 επιχειρήσεις οφείλουν περισσότερα από 6 δισ. ευρώ, ενώ και στο ταμείο των ελεύθερων επαγγελματιών σχεδόν ένας στους δύο ασφαλισμένους (407.000) δεν καταβάλλουν εισφορές, με αποτέλεσμα ο ΟΑΕΕ να «αιμορραγεί» κατά 4 δισ. ευρώ.
Η σχετικη εγκύκλιος βασίζεται στις διατάξεις του άρθρου 48 του ν. 3943/2011 (ΦΕΚ. 66 /τ. Α΄/ 31-03-2011)με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα στους εργοδότες που οφείλουν στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στον ΟΑΕΕ(Οργ. Ασφάλίσης Ελευθερων Επαγγελματιων) και στα αλλα ταμεια που οφείλουν καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές μισθολογικών περιόδων απασχόλησης μέχρι 31-12-2010, να υπαχθούν σε καθεστώς προσωρινού διακανονισμού μέχρι 31-12-2012.
Συμφωνα με την εγκύκλιο θεσπίζεται μια ειδική - μεταβατικής ισχύος- διάταξη -με την οποία αναστέλλεται μέχρι 31.12.2012 η λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης οφειλών σε βάρος των οφειλετών των Ασφαλιστικών Οργανισμών αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και διευκολύνονται κατά το ίδιο χρονικό διάστημα οι εργοδότες στην καταβολή των οφειλόμενων εισφορών. Η αναστολή των αναγκαστικών μέτρων προβλέπεται ρητά στο νόμο και ο προσδιορισμός του μηνιαία καταβαλλόμενου ποσού έναντι της οφειλής γίνεται από το αρμόδιο διοικητικό όργανο. Οι αιτήσεις υπαγωγής στη διάταξη του παρόντος άρθρου υποβάλλονται στους ασφαλιστικούς οργανισμούς και τα καθ' ύλη αρμόδια όργανα προβαίνουν
-Σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για αναστολή λήψης των αναγκαστικών μέτρων είσπραξης
- Στον καθορισμό του μηνιαία μέχρι 31.12.2012 καταβαλλόμενου ποσού ανάλογα με το ύψος της συνολικής οφειλής.
Στον διακανονισμό υπάγονται οι οφειλέτες που έχουν απωλέσει τη ρύθμιση οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών του παγίου συστήματος του ν. 3863/2010 ή άλλων ειδικών ρυθμίσεων οφειλόμενων εισφορών καθώς και όσοι δεν έχουν προβεί σε ρύθμιση των οφειλών τους, εφόσον:
α. υποβάλουν σχετική αίτηση στις αρμόδιες υπηρεσίες των ασφαλιστικών φορέων, και
β. καταβάλλουν ανελλιπώς από 1.1.2011 και εφεξής τις τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές, και
γ. καταβάλλουν ως δόση έναντι της κεφαλαιοποιημένης οφειλής τους (ληξιπρόθεσμες μέχρι 31.12.2010 οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές μετά των αναλογούντων πρόσθετων τελών, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων προστίμων και λοιπών εξόδων αναγκαστικών μέτρων) ποσό που αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 20% των ασφαλιστικών εισφορών.
Σε καμία πάντως περίπτωση το ποσό αφενός της μηνιαίας καταβολής προς το ΙΚΑ -ΕΤΑΜ και τους λοιπούς φορείς μισθωτών αφετέρου της διμηνιαίας καταβολής προς τον ΟΑΕΕ δεν μπορεί να υπολείπεται των 150,00 ευρώ, ενώ το ελάχιστο ποσό μηνιαίας καταβολής προς τα ταμεία ασφάλισης αυτοαπασχολούμενων - ανεξάρτητα απασχολούμενων είναι 100,00 ευρώ.
Επίσης στον διακανονισμό δύνανται να υπαχθούν και:
α) όσοι οφείλουν εισφορές και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 και εφεξής, εφόσον καταβάλλουν αυτές εφάπαξ ή τις ρυθμίσουν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3863/2010,
β) όσοι έχουν ήδη ρυθμίσει τις οφειλές τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 3863/2010 ή με άλλες ειδικές ρυθμίσεις και για το υπολειπόμενο ποσό οφειλής. Στην περίπτωση αυτή όμως χάνουν όλα τα πλεονεκτήματα που τους παρείχαν είτε οι διατάξεις του παγίου συστήματος του ν. 3863/2010 είτε οι επιμέρους ρυθμίσεις στις οποίες είχαν υπαχθεί.
γ) όσοι οφειλέτες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή άλλων φορέων ασφάλισης μισθωτών δεν απασχολούν υπαλλήλους, εφόσον απασχολήσουν έναν ή περισσότερους υπαλλήλους για το χρονικό διάστημα έως την 31.12.2012 και για όσο διάστημα απασχολούν προσωπικό.
Η υποβολή της αίτησης για υπαγωγή στο διακανονισμό γίνεται - ανεξάρτητα από το ύψος των οφειλόμενων εισφορών - στα αρμόδια όργανα των Ασφαλιστικών Οργανισμών
Ειδικά για οφειλέτες, των οποίων το ποσό της κεφαλαιοποιμένης οφειλής υπερβαίνει:
α) για το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ τις 300.000,00 ευρώ,
β) για τον ΟΓΑ τις 200.000,00 ευρώ και
γ) τους λοιπούς φορείς τις 80.000,00 ευρώ, το ποσό της δόσης - μπορεί να είναι μικρότερο από τα οριζόμενα (1,25%) και να ανέρχεται στο 0,80% της κεφαλαιοποιημένης οφειλής.
Ειδικά στους αυτοτελώς απασχολούμενους - ασφαλισμένους στον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης Αγροτών, που οφείλουν ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές εισφορές ύψους τουλάχιστον 600,00 ευρώ, δίνεται η δυνατότητα ρύθμισης αυτών σε τριμηνιαίες δόσεις που δεν μπορούν να υπερβούν τις 20, ενώ ως ελάχιστη δόση ορίζεται το ποσό των 150,00 ευρώ. Η υπαγωγή τους στη ρύθμιση αναστέλλει τη λήψη αναγκαστικών και λοιπών μέτρων είσπραξης σε βάρος τους, ενώ η μη εμπρόθεσμη καταβολή δύο συνεχόμενων δόσεων καθώς και η μη καταβολή των τρεχουσών εισφορών συνεπάγεται την έκπτωση από τη ρύθμιση και καθιστά άμεσα απαιτητό το σύνολο του οφειλόμενου ποσού. Απώλεια του παρεχόμενου διακανονισμού με το κοινοποιούμενο άρθρο επέρχεται:
Α. από την μη καταβολή των τρεχουσών από 1.1.2011 και εφεξής ασφαλιστικών εισφορών εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από τη νομοθεσία του οικείου ασφαλιστικού φορέα.
Β. από τη μη εμπρόθεσμη καταβολή της καθορισθείσας- έναντι της κεφαλαιοποιημένης οφειλής- δόσης.
Τελος στην ιδια εγκύκλιο επισημαίνεται ότι η υπαγωγή του οφειλέτη στον παρόντα διακανονισμό εναπόκειται στη βούλησή του, η οποία άλλωστε εκδηλώνεται με υποβολή σχετικής αίτησης. Όσοι δεν επιθυμούν να υπαχθούν στον παρόντα διακανονισμό έχουν την εναλλακτική επιλογή να ρυθμίσουν τις οφειλές τους σύμφωνα με τη πάγια ρύθμιση οφειλών του ν. 3863/2010, σταθμίζοντας τα οφέλη της κάθε ρύθμισης.
Παρασκευή 8 Απριλίου 2011
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΕ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ ΗΛΙΑ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗ
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΕ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ ΗΛΙΑ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗ
1.ΖΗΣΕ ΤΗ ΖΩΗ ΠΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΩ.
Μουσική: Γιάννης Ζουγανέλης Πρώτη εκτέλεση: Κωνσταντίνος Μάτσικας.
Λύσε τα ξανθά σου
τα μαλλιά
γύρισε στο στήθος μου
γλυκά
κι αποκοιμήσου
Άκουσε τους χτύπους
της καρδιάς
είναι ο ρυθμός
που αγαπάς
χτύποι
δικοί σου,
Ζήσε τη ζωή
που νοσταλγώ
κάθε μου στιγμή
σε αγαπώ
είσαι δικιά μου,
έχω τη μορφή
σου φυλαχτό
τρέμω μη σε χάσω
και χαθώ
στη μοναξιά μου.
Το σώμα σου ξανά
θα προσκυνήσω
θα κλείσω
στα σεντόνια
τη στιγμή
θα σε θυμάμαι
Τις νύχτες
θα μαζέψω
να σε πείσω
πως ζω με τη
δική σου τη ζωή
όπου και να΄μαι
Ζήσε τη ζωή που
νοσταλγώ
κάθε μου στιγμή
σε αγαπώ
είσαι δικιά μου
έχω τη μορφή σου
φυλαχτό
τρέμω μη σε χάσω
και χαθώ
στη μοναξιά μου.
2.ΘΟΛΩΜΕΝΟ ΜΥΑΛΟ Μουσική: Γιάννης Ζουγανέλης Πρώτη εκτέλεση: Κωνσταντίνος Ματσίκας
Γεμάτο με τσιγάρα
το τασάκι
μετέωρο το βλέμμα
στον καπνό
νοιώθω σαν το γλάρο
που βουτάει,
μονάχος στο
απέραντο κενό
Θολωμένο μυαλό,
πάλι απόψε θα πιω,
να ξεχάσω
Τελειωμένο στυλό,
όσο κι αν προσπαθώ,
δεν θα γράψω
Ένα άδειο χαρτί,
που ζητάει γραμμή,
η ζωή μου
Όσο φεύγω πονώ,
κι όσο μένω ζητώ,
τη φυγή μου.
Γεμάτο με τσιγάρα
το τασάκι
Μετέωρο το βλέμμα
στον καπνό,
Νοιώθω σαν το γλάρο
που βουτάει,
Μονάχος
στο απέραντο κενό
Θολωμένο μυαλό,
σ' ένα χάδι πικρό,
θα σε κλείσω
Και στο ίδιο σκαμπό,
πάλι απόψε θα πιω,
να μεθύσω
Ένα άδειο χαρτί,
που ζητάει γραμμή, η ζωή μου
Όσο φεύγω πονώ,
κι όσο μένω ζητώ, τη φυγή μου.
ΑΚΟΥΣΕ ΤΟ 'ΘΟΛΩΜΕΝΟ ΜΥΑΛΟ":
1.ΖΗΣΕ ΤΗ ΖΩΗ ΠΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΩ.
Μουσική: Γιάννης Ζουγανέλης Πρώτη εκτέλεση: Κωνσταντίνος Μάτσικας.
Λύσε τα ξανθά σου
τα μαλλιά
γύρισε στο στήθος μου
γλυκά
κι αποκοιμήσου
Άκουσε τους χτύπους
της καρδιάς
είναι ο ρυθμός
που αγαπάς
χτύποι
δικοί σου,
Ζήσε τη ζωή
που νοσταλγώ
κάθε μου στιγμή
σε αγαπώ
είσαι δικιά μου,
έχω τη μορφή
σου φυλαχτό
τρέμω μη σε χάσω
και χαθώ
στη μοναξιά μου.
Το σώμα σου ξανά
θα προσκυνήσω
θα κλείσω
στα σεντόνια
τη στιγμή
θα σε θυμάμαι
Τις νύχτες
θα μαζέψω
να σε πείσω
πως ζω με τη
δική σου τη ζωή
όπου και να΄μαι
Ζήσε τη ζωή που
νοσταλγώ
κάθε μου στιγμή
σε αγαπώ
είσαι δικιά μου
έχω τη μορφή σου
φυλαχτό
τρέμω μη σε χάσω
και χαθώ
στη μοναξιά μου.
2.ΘΟΛΩΜΕΝΟ ΜΥΑΛΟ Μουσική: Γιάννης Ζουγανέλης Πρώτη εκτέλεση: Κωνσταντίνος Ματσίκας
Γεμάτο με τσιγάρα
το τασάκι
μετέωρο το βλέμμα
στον καπνό
νοιώθω σαν το γλάρο
που βουτάει,
μονάχος στο
απέραντο κενό
Θολωμένο μυαλό,
πάλι απόψε θα πιω,
να ξεχάσω
Τελειωμένο στυλό,
όσο κι αν προσπαθώ,
δεν θα γράψω
Ένα άδειο χαρτί,
που ζητάει γραμμή,
η ζωή μου
Όσο φεύγω πονώ,
κι όσο μένω ζητώ,
τη φυγή μου.
Γεμάτο με τσιγάρα
το τασάκι
Μετέωρο το βλέμμα
στον καπνό,
Νοιώθω σαν το γλάρο
που βουτάει,
Μονάχος
στο απέραντο κενό
Θολωμένο μυαλό,
σ' ένα χάδι πικρό,
θα σε κλείσω
Και στο ίδιο σκαμπό,
πάλι απόψε θα πιω,
να μεθύσω
Ένα άδειο χαρτί,
που ζητάει γραμμή, η ζωή μου
Όσο φεύγω πονώ,
κι όσο μένω ζητώ, τη φυγή μου.
ΑΚΟΥΣΕ ΤΟ 'ΘΟΛΩΜΕΝΟ ΜΥΑΛΟ":
Τρίτη 5 Απριλίου 2011
ΣΙΓΟΥΡΑ ΚΟΛΛ(Ι)ΑΣ
''Αρχή και ρίζα παντός φαγητού της γάστρος ηδονή(Επίκουρος)
Όσοι την επισκέφθηκαν εντυπωσιάστηκαν. Και σίγουρα ξαναπάνε. Η γνωστή ψαροταβέρνα 'ΚΟΛΛΙΑΣ''στη λεωφ. Συγγρού στην Αθήνα(Λεωφ. Συγγρού 303-τηλ. 2109408620-κλειστα Κυριακή βράδυ), πολύ σύντομα εξελίχθηκε σε μια απο τις κορυφαίες στο είδος της. Και δεν αργησε να γίνει μάλιστα και λευκαδίτικο στέκι αφου τα θαλασσινά που προσφέρει δεν υπάρχουν στη Λευκάδα. Εκτός απο τα ολόφρεσκα ψάρια(απο λαβράκι πελαγίσιο μεχρι ροφούς) προσφέρονται χέλια, γουβιοί, φούσκες, πίνες, αχινοσαλάτα, όλα των ειδών τα οστρακα(κυδωνια, χτένια, πετροσωλήνες, στρειδια κλο), καλαμάρια φρέσκα( ολων των μεγεθών), καβουροδαγκάνες, μακαρονάδες με αστακό ή γαρίδες ή με αχινό, τριων ειδών ψωμιά δικής του παραγωγής. 35 είδη τσίπουρου και ούζου απο όλη την Ελλάδα(εχει ακόμη και το δικό μας 'Ιονιο' της ποτοποιίας Φρακούλη), μεγάλη κάβα κρασιών, αλμυρά, διάφορες σαλάτες και για το τέλος μια μεγάλη ποικιλία γλυκών και φρούτων. Ο Τάσος Κόλλιας - λάτρης της Λευκάδας και ιδιατερα συμπαθής-κατόρθωσε να δημιουργήσει ενα μαγαζί με φινέτσα και κουλτούρα, με χαμηλές τιμες και άψογη ποιότητα και σέρβις. Γνωστός χρόνια τώρα από την ομώνυμη ταβέρνα του στον Πειραιά(Ταμπούρια) το νεο στέκι του καθημερινά(μεσημέρι-βραδυ) ειναι γεμάτο απο όσους ξέρουν απο ψάρι. Και επιτρέψτε μου ως γιός ψαρά, να έχω άποψη: Σίγουρα τέτοια ταβέρνα δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Για να μαθουν περισσότερα οι αναγνωστες για τον 'Κολλια' παραθέτω μια συνέντευξη που εκανα μαζι του στα 'ΝΕΑ' στις 19/1/2011, στη στήλη 20 ερωτήσεις, με τιτλο: ''Στη ζωή και στη µαγειρική τα απλά πράγµατα είναι τα καλύτερα ''. «Γεύσεις θαλασσινές - άρωµα από παρελθόν» είναι το µότο του Τάσου Κόλλια, του αποκαλούµενου «καθηγητή του ψαριού», µε το γνωστό οµώνυµο εστιατόριο στη Λεωφ. Συγγρού στην Αθήνα. Ο Τ. Κόλλιας χαρακτηρίζει από ενδιαφέρουσες µέχρι ενοχλητικές τις εκποµπές της µαγειρικής. Θεωρεί τη σχέση του µε τη µαγειρική ως τον έρωτα ενός πρωτάρη και πιστεύει ότι οι Ελληνες είναι ακόµη δεµένοι µε τα φαγητά και τα αγαθά της ιδιαίτερης πατρίδας τους.
1 Οι εκποµπές κουζίνας στην τηλεόραση;
Aπό ενδιαφέρουσες µέχρι ενοχλητικές.
2 Η σχέση µε τη µαγειρική;
Ο έρωτας ενός πρωτάρη.
3 Ο έρωτας περνάει από το στοµάχι;
Eίναι ο τίτλος του βιβλίου µου που σύντοµα θα εκδοθεί. Δεν µπορεί κάποιος να σκεφτεί καλά, να αγαπήσει καλά, να κοιµηθεί καλά, αν δεν έχει φάει καλά, είχεπει η Virginia Woolf (βρετανίδα συγγραφέας).
4 Η καλύτερη γεύση της θάλασσας;
Η αλµύρα της. Η θάλασσα προσφέρει αµέτρητες και µοναδικές γεύσεις. Και προπαντός υγιεινές. Γι’ αυτό και τις αγαπάνε όσοι ξέρουν να αναγνωρίζουν το καλό φαγητό.
5 Ποιο είναι το αγαπηµένο σας φαγητό;
Εχω καταναλώσειαµέτρητα ψάρια και θαλασσινά χωρίς σταµατηµό, το ένα καλύτερο από το άλλο. Μοναδική είναι η αχινοσαλάτα. Προσωπικά λατρεύω και τον µπακαλιάρο µπιάνκο που µαγειρεύουν στη Λευκάδα.
6 Μήπως είναι προκλητική η υψηλή γαστρονοµία σε εποχή κρίσης;
Τα απλά πράγµατα είναι και τα καλύτερα στη ζωή, ακόµα και στη µαγειρική.
7 Ελληνες και γαστρονοµική κουλτούρα;
Οι Ελληνες είναι ακόµη δεµένοι µε τα φαγητά και τα αγαθά της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Ολη η χώρα έχεικαταπληκτικές γεύσεις καικυρίως παραδοσιακές.
8 Μαγειρική και µνήµες;
Οι µυρωδιές τουφαγητού των παιδικών µας χρόνων. Το κυριακάτικο µεσηµεριανό τραπέζι, µε την κατσαρόλα να «χοροπηδάει» από ευχαρίστηση που ολοκλήρωσε το έργο της. Η ηδονή του ουρανίσκου είναι µοναδική.
9 Τα αφροδισιακά θαλασσινά;
Ολα όσα περιέχονται στον κατάλογο του εστιατορίου «Κόλλιας». Ποιότητα και φαντασία.
10 Γιατί «Κόλλιας»σε µια εποχή κρίσης;
Εφαρµογή των τριών «Τ» του Οδυσσέα Ελύτη: Τόλµη - Ταλέντο - Τύχη. Είµαστε αληθινοί και όχι «δήθεν».
Σεβόµαστε τον πελάτη και τις απαιτήσεις του, κάτι που αυτή την εποχή είναι πολύ σηµαντικό
11 Το σλόγκαν σας είναι «Είµαστε Ελλάδα- είµαστε ρέµβη -συνδυάζουµε ποιότητα και χαµηλές τιµές». Εχει απήχηση στους πελάτες;
Στο όνοµα του ελεύθερου ανταγωνισµού στα κελεύσµατα της ελεύθερης αγοράς, οι συνδυασµοί καλής ποιότητας µε προσιτές τιµές προδιαγράφουν την επιτυχία µιας επιχείρησης.
12 Τι θα συµβουλεύατε κάποιον που θέλει να ακολουθήσει το επάγγελµά σας;
Το µυστικό της επιτυχίας είναι η αγάπη για το µαγείρεµα και να γνωρίζεις κάτι που κανένας άλλος δεν γνωρίζει.
13 Η µαγειρική υστερία των τελευταίων χρόνων έχει ευνοήσει ή όχι τους χώρους εστίασης;
Η σύγχυση τηλεόρασης και πραγµατικότητας, οι περίπλοκες συνταγές, τα αναµασήµατα συνταγών, τάχα παραδοσιακών, µαµάδων και γιαγιάδων βοηθούν στο να βγούµε έξω για φαγητό κάνοντας κρίσεις και συγκρίσεις.
14 Οι Ελληνες ξέρουν να τρώνε ή απλώς επιδεικνύονται;
Ο Ελληνας είναιο τίτλος του βιβλίου του Η. Μαµαλάκη – «Μην πληρώσετε… είναι όλα δικά µου».
15 Ενα πιάτο που έχετε δοκιµάσει και σας έµεινε αξέχαστο;
Τα τηγανητά µπαρµπούνια σε ελαιόλαδο της µανούλας µου.
16 Τι έχει αλλάξειστον χώρο του φαγητού από τότε που ξεκινήσατε;
Εχουµε γίνει όλοι κριτές και γευσιγνώστες. Και όχι µόνο. Εχω δει πινακίδα ψαροταβέρνας µε σπεσιαλιτέ γουρουνόπουλο στη σούβλα!
17 Τι ζητάνε οι πελάτες σας;
Στο φαγητό τους να µην αφαιρεθεί η διάσταση της απόλαυσης.
18 Ο τρόπος που µαγειρεύουµε δείχνει τον χαρακτήρα µας;
Οπωσδήποτε δείχνει τον χαρακτήρα µας, βλέπουµε πως ένας τσιγκούνηςβάζει λίγο φαγητό στο πιάτο του και τρώει σφιχτά, ενώ ο κουβαρντάς γεµίζει τις πιατέλες.
19 Η εκπαίδευση της γεύσης συνδέεται µε την εκπαίδευση του πνεύµατος;
Η εκπαίδευση της γεύσης και του πνεύµατος, όταν πάνε µαζί, βγάζουν συνταγές που λένε ιστορίες.
20 Ποιο πιστεύετε ότι είναι το µέλλον της γαστρονοµίας;
Θα µάθουµε όλοι να τρώµε σωστά και κυρίως οι νέοι.
Όσοι την επισκέφθηκαν εντυπωσιάστηκαν. Και σίγουρα ξαναπάνε. Η γνωστή ψαροταβέρνα 'ΚΟΛΛΙΑΣ''στη λεωφ. Συγγρού στην Αθήνα(Λεωφ. Συγγρού 303-τηλ. 2109408620-κλειστα Κυριακή βράδυ), πολύ σύντομα εξελίχθηκε σε μια απο τις κορυφαίες στο είδος της. Και δεν αργησε να γίνει μάλιστα και λευκαδίτικο στέκι αφου τα θαλασσινά που προσφέρει δεν υπάρχουν στη Λευκάδα. Εκτός απο τα ολόφρεσκα ψάρια(απο λαβράκι πελαγίσιο μεχρι ροφούς) προσφέρονται χέλια, γουβιοί, φούσκες, πίνες, αχινοσαλάτα, όλα των ειδών τα οστρακα(κυδωνια, χτένια, πετροσωλήνες, στρειδια κλο), καλαμάρια φρέσκα( ολων των μεγεθών), καβουροδαγκάνες, μακαρονάδες με αστακό ή γαρίδες ή με αχινό, τριων ειδών ψωμιά δικής του παραγωγής. 35 είδη τσίπουρου και ούζου απο όλη την Ελλάδα(εχει ακόμη και το δικό μας 'Ιονιο' της ποτοποιίας Φρακούλη), μεγάλη κάβα κρασιών, αλμυρά, διάφορες σαλάτες και για το τέλος μια μεγάλη ποικιλία γλυκών και φρούτων. Ο Τάσος Κόλλιας - λάτρης της Λευκάδας και ιδιατερα συμπαθής-κατόρθωσε να δημιουργήσει ενα μαγαζί με φινέτσα και κουλτούρα, με χαμηλές τιμες και άψογη ποιότητα και σέρβις. Γνωστός χρόνια τώρα από την ομώνυμη ταβέρνα του στον Πειραιά(Ταμπούρια) το νεο στέκι του καθημερινά(μεσημέρι-βραδυ) ειναι γεμάτο απο όσους ξέρουν απο ψάρι. Και επιτρέψτε μου ως γιός ψαρά, να έχω άποψη: Σίγουρα τέτοια ταβέρνα δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Για να μαθουν περισσότερα οι αναγνωστες για τον 'Κολλια' παραθέτω μια συνέντευξη που εκανα μαζι του στα 'ΝΕΑ' στις 19/1/2011, στη στήλη 20 ερωτήσεις, με τιτλο: ''Στη ζωή και στη µαγειρική τα απλά πράγµατα είναι τα καλύτερα ''. «Γεύσεις θαλασσινές - άρωµα από παρελθόν» είναι το µότο του Τάσου Κόλλια, του αποκαλούµενου «καθηγητή του ψαριού», µε το γνωστό οµώνυµο εστιατόριο στη Λεωφ. Συγγρού στην Αθήνα. Ο Τ. Κόλλιας χαρακτηρίζει από ενδιαφέρουσες µέχρι ενοχλητικές τις εκποµπές της µαγειρικής. Θεωρεί τη σχέση του µε τη µαγειρική ως τον έρωτα ενός πρωτάρη και πιστεύει ότι οι Ελληνες είναι ακόµη δεµένοι µε τα φαγητά και τα αγαθά της ιδιαίτερης πατρίδας τους.
1 Οι εκποµπές κουζίνας στην τηλεόραση;
Aπό ενδιαφέρουσες µέχρι ενοχλητικές.
2 Η σχέση µε τη µαγειρική;
Ο έρωτας ενός πρωτάρη.
3 Ο έρωτας περνάει από το στοµάχι;
Eίναι ο τίτλος του βιβλίου µου που σύντοµα θα εκδοθεί. Δεν µπορεί κάποιος να σκεφτεί καλά, να αγαπήσει καλά, να κοιµηθεί καλά, αν δεν έχει φάει καλά, είχεπει η Virginia Woolf (βρετανίδα συγγραφέας).
4 Η καλύτερη γεύση της θάλασσας;
Η αλµύρα της. Η θάλασσα προσφέρει αµέτρητες και µοναδικές γεύσεις. Και προπαντός υγιεινές. Γι’ αυτό και τις αγαπάνε όσοι ξέρουν να αναγνωρίζουν το καλό φαγητό.
5 Ποιο είναι το αγαπηµένο σας φαγητό;
Εχω καταναλώσειαµέτρητα ψάρια και θαλασσινά χωρίς σταµατηµό, το ένα καλύτερο από το άλλο. Μοναδική είναι η αχινοσαλάτα. Προσωπικά λατρεύω και τον µπακαλιάρο µπιάνκο που µαγειρεύουν στη Λευκάδα.
6 Μήπως είναι προκλητική η υψηλή γαστρονοµία σε εποχή κρίσης;
Τα απλά πράγµατα είναι και τα καλύτερα στη ζωή, ακόµα και στη µαγειρική.
7 Ελληνες και γαστρονοµική κουλτούρα;
Οι Ελληνες είναι ακόµη δεµένοι µε τα φαγητά και τα αγαθά της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Ολη η χώρα έχεικαταπληκτικές γεύσεις καικυρίως παραδοσιακές.
8 Μαγειρική και µνήµες;
Οι µυρωδιές τουφαγητού των παιδικών µας χρόνων. Το κυριακάτικο µεσηµεριανό τραπέζι, µε την κατσαρόλα να «χοροπηδάει» από ευχαρίστηση που ολοκλήρωσε το έργο της. Η ηδονή του ουρανίσκου είναι µοναδική.
9 Τα αφροδισιακά θαλασσινά;
Ολα όσα περιέχονται στον κατάλογο του εστιατορίου «Κόλλιας». Ποιότητα και φαντασία.
10 Γιατί «Κόλλιας»σε µια εποχή κρίσης;
Εφαρµογή των τριών «Τ» του Οδυσσέα Ελύτη: Τόλµη - Ταλέντο - Τύχη. Είµαστε αληθινοί και όχι «δήθεν».
Σεβόµαστε τον πελάτη και τις απαιτήσεις του, κάτι που αυτή την εποχή είναι πολύ σηµαντικό
11 Το σλόγκαν σας είναι «Είµαστε Ελλάδα- είµαστε ρέµβη -συνδυάζουµε ποιότητα και χαµηλές τιµές». Εχει απήχηση στους πελάτες;
Στο όνοµα του ελεύθερου ανταγωνισµού στα κελεύσµατα της ελεύθερης αγοράς, οι συνδυασµοί καλής ποιότητας µε προσιτές τιµές προδιαγράφουν την επιτυχία µιας επιχείρησης.
12 Τι θα συµβουλεύατε κάποιον που θέλει να ακολουθήσει το επάγγελµά σας;
Το µυστικό της επιτυχίας είναι η αγάπη για το µαγείρεµα και να γνωρίζεις κάτι που κανένας άλλος δεν γνωρίζει.
13 Η µαγειρική υστερία των τελευταίων χρόνων έχει ευνοήσει ή όχι τους χώρους εστίασης;
Η σύγχυση τηλεόρασης και πραγµατικότητας, οι περίπλοκες συνταγές, τα αναµασήµατα συνταγών, τάχα παραδοσιακών, µαµάδων και γιαγιάδων βοηθούν στο να βγούµε έξω για φαγητό κάνοντας κρίσεις και συγκρίσεις.
14 Οι Ελληνες ξέρουν να τρώνε ή απλώς επιδεικνύονται;
Ο Ελληνας είναιο τίτλος του βιβλίου του Η. Μαµαλάκη – «Μην πληρώσετε… είναι όλα δικά µου».
15 Ενα πιάτο που έχετε δοκιµάσει και σας έµεινε αξέχαστο;
Τα τηγανητά µπαρµπούνια σε ελαιόλαδο της µανούλας µου.
16 Τι έχει αλλάξειστον χώρο του φαγητού από τότε που ξεκινήσατε;
Εχουµε γίνει όλοι κριτές και γευσιγνώστες. Και όχι µόνο. Εχω δει πινακίδα ψαροταβέρνας µε σπεσιαλιτέ γουρουνόπουλο στη σούβλα!
17 Τι ζητάνε οι πελάτες σας;
Στο φαγητό τους να µην αφαιρεθεί η διάσταση της απόλαυσης.
18 Ο τρόπος που µαγειρεύουµε δείχνει τον χαρακτήρα µας;
Οπωσδήποτε δείχνει τον χαρακτήρα µας, βλέπουµε πως ένας τσιγκούνηςβάζει λίγο φαγητό στο πιάτο του και τρώει σφιχτά, ενώ ο κουβαρντάς γεµίζει τις πιατέλες.
19 Η εκπαίδευση της γεύσης συνδέεται µε την εκπαίδευση του πνεύµατος;
Η εκπαίδευση της γεύσης και του πνεύµατος, όταν πάνε µαζί, βγάζουν συνταγές που λένε ιστορίες.
20 Ποιο πιστεύετε ότι είναι το µέλλον της γαστρονοµίας;
Θα µάθουµε όλοι να τρώµε σωστά και κυρίως οι νέοι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Δημοφιλείς αναρτήσεις
-
ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ(νόμος 3865/2010). 1-Αυξάνονται εντός τριετίας τα κατά περίπτωση ισχύοντα γι...
-
ΠΩΣ ΝΑ ΒΓΕΙΤΕ ΝΩΡΙΤΕΡΑ ΣΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ Ενα χρήσιμο και αναλυτικό οδηγό για τα πλασματικά χρόνια, δηλαδή τη δυνατότητα που παρέχεται στους ασφαλ...
-
Τα θέματα χορήγησης ετήσιας άδειας με αποδοχές στους μισθωτούς ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Α.Ν. 539/1945, όπως αυτός ισχύει σήμερα ...
-
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ: ΠΟΣΟ ΚΟΣΤΙΖΕΙ Η ΕΞΑΓΟΡΑ ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ Το κόστος εξαγοράς των πλασματικών χρόνων( νομος 3863/2010) εξαρτάται από το μισθό ...
-
ΤΟ ΝΕΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΕ 20 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ-ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ -Ενας χρήσιμος οδηγός του ΗΛΙΑ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗ(elgeo@dolnet.gr) Με ασφυκτικές πιέσεις απο την τρόι...
-
ΤΑ ΝΕΑ ΟΡΙΑ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΣΤΟΝ ΟΑΕΕ(ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ). 1. ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗ ΠΑΛΑΙΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΩΝ (ΠΡΙΝ ΤΗΝ 1-1-19...
-
1 EKATOM. ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΝ 250 ΕΚΑΤΟΜ. ΕΥΡΩ Φέρτε πίσω τα λεφτά μας.Eως 3000 ευρω επιστροφή για παράνομα παρακρατηθέντα...
-
ΣΗΜ:ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΕ ΦΩΤΟ-ΒΙΝΤΕΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΜΟΥ BLOG ΣΤΑ 'ΝΕΑ''(www.tanea.gr στην ενότητα blogs). ΠΡΟΣΟΧΗ...
-
Λένε πως θα σε μαγέψει την καρδιά σου θα την κλέψει δεν μπορείς ν΄αντισταθείς έλα και μην καρτερείς. Της βαρκούλας το πανί ...
-
ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙΣ Εως 300 ευρω θα είναι η απώλεια από την περικοπή της προσωπικής διαφορας στις καταβαλομ...