Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

ΑΜΟΛΑ ΚΑΛΟΥΜΠΑ ΜΕ ΑΓΙΟΜΑΥΡΙΤΙΚΟ ΓΕΛΙΟ



Τριήμερο καρναβαλιού και Καθαράς Δευτέρας, η κατάθλιψη και η στενοχώρια με την πρωτοφανή οικονομική κρίση στο κατακόρυφο αλλά οι Λευκαδίτες και κυρίως οι μπρανέλοι έχουν την 'φυγή' στο αίμα τους. Παρά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα όλοι θέλουν να δραπετεύσουν έστω και για λίγες σταγόνες χαράς και ξεγνοιασιάς. Πάνε βέβαια τα παλιά Καρναβάλια με το ΄'Πάνθεον'' και τους μοναδικούς χορούς. Ωστόσο οι μνήμες μένουν. Και κυρίως οι χιουμοριστικές ιστορίες που ειναι πολλές. Παραθέτω τρεις απο αυτές:

1-Μια απο τις ιστορίες που δείχνουν το λευκαδίτικο χιούμορ ειναι αυτή με το Νιόνιο το Κοτσώλο που συχνά-πυκνα την αφηγειται- με καταπληκτικό τροπο -ο Ηλίας Λογοθέτης. Ειναι η ιστορία οπου στο αποκριάτικο 'Πάνθεον, στο χορό του Ορφέα ο Νιονιος ντύθηκε, μαζί με τον δίδυμο αδελφό του, με ψηλά καπέλα και επίσημα ρούχα και άρχισαν να τραγουδούν ενα τραγούδι σε διασκευή-μελοποιηση του Νικου Μορίνα: 'Ετούτη τη βραδιά/θα δώσουμε σ΄ολους μπρίο/κέφι καλή καρδιά/και την καλή μας συντροφιά. /Απόψε οι δυο μας αλλάξαμε στολές/μαυρο παπιόν /παράξενο μαλλί/. Αποψε οι δυο θα κάνουμε το παν/ για να χαρείτε όλοι σας πολύ.'

Κι ενω το νούμερο 'έτρεχε' κανονικά κάποιος θαμώνας φώναξε με δυνατή φωνή απο τη γαλαρία:

---Κοτσώλοοοοοο.....

Ο Νιόνιος, χωρις να τα χάσει, σταμάτησε το νούμερο και έβαλε τα χέρια του- σαν χωνί -στο στόμα του και απάντησε με στόμφο:

----Της μάνας σου τον κ....!...

Αυλαία φώναξε αμέσως ο κομπέρ. Και καταλαβαίνετε τι έγινε. Πανζουρλισμός.

2---Ο Ζαχαρής Κατωπόδης ήταν ο μεγαλύτερος φαρσέρ της παλιάς Λευκάδας. Ο ανθρωπος-χαμόγελο. Σατανικό μυαλό. Μοναδικό χιούμορ. Μυθικές οι φάρσες του. Η καλύτερη όμως φάρσα που σκάρωσε είχε σχέση με εμπόριο.. γατών. Για καιρό σκάρωνε αυτή τη φάρσα. Με μεθοδικότητα. Στην αρχή έλεγε για τα Ιταλικά καράβια που ερχονται να πάρουν χέλια απο το Ιβάρι. Μίλησε για τις σχέσεις του με Ιταλούς εμπόρους και διέδωσε εντέχνως οτι του ανέθεσαν την οργάνωση μια ξεχωριστής λαϊκής αγοράς στη Λευκάδα. Κυκλοφόρησε, λοιπόν- παραμονή Πρωταπριλιάς- στην πόλη και στα χωριά ενα φειγ βολάν που εγραφε τα εξής: ''Ιταλική Λαϊκή Αγορά. Σας ανακοινούμεν οτι αυριον έρχεται στη Λευκάδα και

θα παραμείνει 24ωρες μια περίεργη Ιταλική Λαϊκή Εταιρεία η οποία θα διαθέτει προς πώληση διάφορα ενδιαφέροντα είδη λαϊκής τέχνης. Εχει πχ σπουδαία μηχανήματα που θα εκθέσει εις το κινηματογραφοθέατρο 'Τσιριμπαση. 'Ενα άλλο είδος που θα διαθέσει ειναι πολλά και διάφορα είδη σκυλιών παγκοσμίου προελεύσεως. Ο ίδιος όμιλος ενδιαφέρεται και θα αγοράσει απο δω ο,τι εντόπιο προϊόν της αρέσκειας του. Το ενδιαφέρον θα ειναι για ολους μας αρκεί να σημειωθεί οτι θα προβούν εις αγοράν και ζωων πχ γάτες κλπ. Πληροφορίες παρέχει ο κ. Γ...Λ...(καφενείον).''
Αυτο ήταν το περιεχόμενο του φειγ βολάν. Έξυπνα γραμμένο. Και φυσικά σε κανένα δεν πέρασε απο το μυαλό οτι πρόκειται φάρσα. Το νεο κυκλοφόρησε παντού, Σε όλο σχεδόν το νησί. Και έγινε της κακομοιρας. Όλοι έτρεχαν να πιάσουν γάτες. Τσουβάλια με γάτες, αυτοκίνητα με γάτες, φορτηγάκια με γάτες. Στην πόλη ενας έβγαλε απο την κάμαρα τα παιδιά του και τις γέμισε με γάτες. Άλλος έκλεισε σε τσουβάλια γάτες και όταν η ανύποπτη γυναίκα του άνοιξε την πόρτα έπεσε λιπόθυμη γιατί νόμισε οτι το σπίτι γέμισε φαντάσματα. Ταξί απο χωριά του νησιού ήρθαν πόλη γεμάτα γάτες. Πολλοι ήταν και οι αγρότες που κουβάλησαν και τους σκύλους τους. Τα παιδιά στους δρόμους που δεν άφηναν τις γάτες στην ησυχία τους, δεν σταματούσαν να μαζεύουν γάτες. Ενα πραγματικό πανδαιμόνιο. Η Κυριακή της Πρωταπριλιάς ήρθε. ο Ζαχαρής - με υποσχέσεις για χρήματα- έπεισε τους συνεργάτες του να κουβαλήσουν καρέκλες και τραπέζια στο 'Φοίνικα, το θερινό κινηματογράφο στην παραλία. Και όλοι περίμεναν με αγωνία το αυτοκίνητο της Ιταλικής εταιρείας. Ο Ζαχαρής(... ως γάτα), την ΄κοπάνησε΄για την Αθήνα. Και οσο περνούσε η ώρα ο κόσμος αρχισε να δυσανασχετούσε. Και μέσα σε λίγες ώρες όταν έγινε αντιληπτή η φάρσα γέμισε η Λευκάδα απο αδέσποτους σκύλους και γάτες. Το γεγονός ειναι αληθινό. Και δείχνει οτι η παλιά Λευκάδα ήταν θρυλική. Και ανεπανάληπτη.

3- Ο Άγγελος ήταν ένας φοβερός τύπος της παλιάς Λευκάδας. Παμφάγος και αχόρταγος. Λαίμαργος με όλη τη σημασία της λέξης. Σπούδαζε στην Αθήνα ώσπου μια μέρα έλαβε ένα τηλεγράφημα: "βρακατσάνοι γουρμάσανε". Και ο Άγγελος έφυγε για πάντα από την Αθήνα για να ικανοποιήσει τη λαιμαργία του τρώγοντας βρακατσάνους. Αλλά η φοβερή, αληθινή, ιστορία με τον Αγγελο είναι η παρακάτω που μας αφηγείται συχνά ο Ηλίας Λογοθέτης (Φρούφαλος). Ο Αγγελος, λοιπόν, για πολλούς μήνες έκανε μεγάλη οικονομία ώστε να προετοιμαστεί για το μεγάλο τραπέζι. Ένα μοναδικό τσιμπούσι. Αλλά δεν ήθελε με καμία δύναμη να τον πάρει χαμπάρι η μάνα του. Της είπε ότι έχει υποχρέωση σε κάποιους Πρεβεζάνους. Αγόρασε λοιπόν αυγοτάραχο, σαλάμια, γάμπαρες, μια μεγάλη γαλοπούλα, μια τεράστια συναγρίδα, ένα μικρό χοιρίδιο, σαλάτες, τυριά, γλυκά, κρασιά, ούζο και φρούτα. Όλα τα καλούδια. Και είχε ετοιμαστεί για ένα λουκούλλειο δείπνο. Η μεγάλη βραδιά έφθασε. Και ο Αγγελος λέει στη μάνα του: "Μάνα, θα έρθουν οι καλεσμένοι αλλά επειδή θ' αρχίσουν τ' αφσκόλογα πήγαινε για ύπνο". Πράγματι η μάνα του Αγγελου αποσύρθηκε στην κάμαρά της. Της έβαλε και το καδινάτσο για σιγουριά. Οι καλεσμένοι έφθασαν γύρω στις 10 το βράδυ. Ο Αγγελος κατέβηκε τη σκάλα για να τους υποδεχθεί. ''Καλώς τους. Καλησπέρα. Καλώς το Γιάννη, καλώς το Νίκο, καλώς το Χρίστο. Χαθήκαμε ρε παιδιά, είχα καιρό να σας δω''.... Και άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα με τρόπο σαν ν' ανέβαιναν και οι καλεσμένοι του. Μετά από λίγο άρχισε το τσιμπούσι. Ο Αγγελος ήταν μεγάλος μίμος. Και άρχισε τους διαλόγους:

--- Παναγία μου τη ψαρούκλα είναι αυτή!

--- Και το γουρουνόπουλο είναι φοβερό.

--- Καλά Αγγελε, η γαλοπούλα σου είναι το κάτι άλλο.

Και να το τσούγκρισμα των ποτηριών. Εβίβα, γεια σου, να 'σαι καλά Αγγελε, πάντα από τέτοια. Και τα ρέστα. Η ώρα περνούσε. Οι διάλογοι συνεχίζονταν μαζί και το φαγητό. Τα μαχαίρια και τα κουτάλια χτυπούσαν στα πιάτα.

--- Εις υγείαν.

--- Είναι όλα υπέροχα!

-- Μπράβο Αγγελε, σου χρωστάμε και εμείς τραπέζι στην Πρέβεζα....

Η ώρα είχε φθάσει 5 το πρωί. Οι καλεσμένοι (εννοείται) έφυγαν. Και η μάνα του Αγγελου κατάφερε να διακρίνει από τη χαραμάδα της πόρτας το γιο της πεσμένο με τα μούτρα πάνω στο τραπέζι, σκασμένο απ' το φαΐ. Και σταυροκοπήθηκε. "Μπα το ξεπατωμένο", μονολόγησε. Ο Αγγελος κατάφερε το απίστευτο. Το μοναδικό. Έφαγε μόνος του όλα τα φαγητά. Μέχρι σκασμού. Είχε παραθέσει τραπέζι στον εαυτό του!!!

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

ΑΜΟΛΑ ΚΑΛΟΥΜΠΑ: Το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας ανασύρει μέσα μου μόνο αξέχαστες στιγμές και μνήμες. Από το πέταγμα του αυτοσχέδιου αετού, τη λαχταριστή ζεστή λαγάνα αλλά και τα ξεφαντώματα στο θρυλικό »Πάνθεον». Ξημερώματα θυμάμαι φεύγαμε από το ‘Πάνθεον’ και πηγαίναμε στους φούρνους και παίρναμε ζεστές λαγάνες. Και ανήμερα την Καθαρά Δευτέρα η αγορά ήταν γεμάτη από πλανόδιους με σαρακοστιανά. Μικρά αλλά τόσο σημαντικά γεγονότα που μας κρατούν συντροφιά σε αυτή την άχαρη ζωή. Σε μια ζωή που έφθασε στο σημείο -με την ανασφάλεια και την οικονομική κρίση- να μας στερούν ακόμη και το δικαίωμα στο Όνειρο. Εκείνη όμως η ανάμνηση που με ξεσηκώνει, με πυρπολεί, ειναι οι θαλασσινές γεύσεις της σαρακοστής. Γεύσεις μοναδικές οπως χάβαρα, χαβαρόσουπα, προσφορίτες (που τις είχε παλιότερα μονοπώλιο ο Μπολσεβίκος), καποσάντες, αυγομένους παγούρους(‘παούρ απο το ιβάρ’), λούφες,(λεμονάτες), σπετονίκια, μπακαρελάκια(αυγομένοι γουβιοί), πίνες, γάμπαρες, σαρδελα, κουκούτσες, αρμυρίθρες, αυγωμενη γαρίδα(‘ω γαρίδα π’ σέρν’ κάρο’). Και ηταν ο αειμνηστος πατέρας μου ο οποίος με μυησε σε αυτές τις μοναδικές γεύσεις τις οποίες προσπαθώ να »μεταφέρω» στα παιδιά μου.

Οπως γράφει ο αείμνηστος Δήμος Μαλακάσης, στην παλιά Λευκάδα »την Καθαρή Δευτέρα εξακολουθούσε το γλέντι στον Κάμπο με τα σαρακοστιανά. Ο κοσμάκης γιόρταζε τα κούλουμα και πήγαινε όθε μπορούσε με τα ποδάρια, με κάτι αυτοκίνητα σακαράκες, με κάρρα και μονόξυλα. Παίρνανε μαζί τους ταραμάδες, χαλβάδες, σπετονίκια, αχινιούς, χάβαρα, χλωροκρέμμυδα, μπόλικο κρασάκι -τη χαρά του Θεού- και στρωνόντανε στις λιακάδες της Σπασμένης Βρύσης, τ’ Άη Γιαννιού, της Άγια Κατερίνης, της Φανερωμένης, τ’ Άη Θωμά και Κουζουντελιού και χορεύανε με φωνόγραφα, τραγουδάγανε με κιθάρες και μαντολίνα, «φαρομανάγανε» με τις γυναίκες τους και τα παιδάκια τους και μετά το σούρουπο γυρίζανε ξέγνοιαστοι, μισομεθυσμένοι κι ολοκάθαροι στην ψυχή και στην καρδιά, για ν’ αρχίσουνε την άλλη μέρα το σκληρό αγώνα με το τσαγκαροσούβλι, το μιστρί, το πέζο, τα δίχτια, με τις τέχνες τους. Έτσι περνούσαν οι Απόκριες και τα Κούλουμα, με το λευκαδίτικο σπίρτο, με τα αθώα πειράγματα, τη φίνα σάτιρα που μορφώνει και που δείχνει τη ζεστασά του λαού μας. »

Επίσης οπως γράφει ο Παναγιώτης Ματαφιάς (Νότης Μπρανέλος) στο βιβλίο του » Απ’ τον Αη-Μηνά ίσαμε τον Πόντε, Αθήνα 1992», το χάσκαρι ήταν αποκριάτικο έθιμο – παιχνίδι. Μία από τις Κυριακές της Αποκριάς (συνήθως την τελευταία) στο δείπνο, οι Λευκαδίτες έκαναν το χάσκαρι. Από μια κλωστή, δεμένη ψηλά στο ταβάνι, πάνω ακριβώς απ’ το τραπέζι, κρεμούσαν ένα κομμάτι μαντολάτο, το ωθούσαν περιστροφικά και οι παρακαθήμενοι, χωρίς να χρησιμοποιούν τα χέρια τους, προσπαθούσαν να το πιάσουν δαγκώνοντάς το. Εκείνος που θα κατόρθωνε να το πιάσει ήταν ο νικητής και ο τυχερός της χρονιάς. Το ίδιο παιχνίδι παίζεται και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, με τη διαφορά ότι στην άκρη της κλωστής αντί για αυγό έδεναν ξεφλουδισμένο ένα σφιχτοβρασμένο αυγό και το λένε «χάσκα». Πήρε το όνομά του το παιχνίδι απ’ το θέαμα που παρουσιάζουν οι παίχτες, που χάσκουν με ανοιχτό το στόμα στην προσπάθειά τους να δαγκώσουν το αιωρούμενο αντικείμενο.

ΥΓ: Αμόλα Καλούμπα: Φράση που προέρχεται από το πέταγμα του χαρταετού και χρησιμοποιείται ως προτρεπτικό συνέχισης. Σημαίνει άσε τα πράγματα να κυλήσουν κι επίσης μην μένεις στάσιμος, προχώρα. Ετυμολογικά, επίσης η λέξη «κούλουμα» προέρχεται από το λατινικό «cuuiulus», που εκτός από σωρός σημαίνει επίσης και αφθονία, αλλά και τέλος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις