Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

ΠΑΕΙ ΚΑΙ Η ΚΟΝΣΟΜΟΥΛΑΡΙΑ


Του Λάκη Μαμαλούκα -απο την εφημερίδα 'ΛΕΥΚΑΣ'(αριθμ. φυλ. 587-3/6/2004).

Τα παλιά τα χρόνια στις γειτονιές της Λευκάδας όπως στις φημισμένες Άγια 
Κάρα και Πουλιού, στα στενά σοκάκια των οι αλητόπαιδες κοινώς κονσόλοι και 
για το εναργέστερο μουλαρία χάλαγαν κόσμο με τα διάφορα παιχνίδια των στους 
δρόμους όπως το κρυφτό, το στριφτό, ο μπρίτζολας κι άλλα που αναστάτωναν με 
τις φωνές των τους εκεί κατοίκους, μ' αποτέλεσμα να τους βρίζουν, να τους 
διώχνουν και καμιά φορά να πέφτει ξύλο αν τους έπιαναν στα χέρια των και να 
έχομε γειτονοκαυγάδες με τις μανάδες των παιδιών. Πολλές φορές όμως οι 
κονσόλοι έκαναν και χοντρά πράγματα γι' αυτό άλλωστε και αποκαλούνταν 
μουλαρία. Ένα τέτοιο περιστατικό θα διηγηθώ σήμερα όπως το θυμάμαι από τα 
παλιά:Ο Στρατής ήταν ο αρχηγός της μουλαροπαρέας στη συνοικία του Πουλιού και δεν 
ήταν πάνω από δώδεκα χρονών. Σ' ένα ισόγειο σπίτι κατά τον μήνα Αύγουστο που 
οι ένοικοι κοιμόντουσαν με ανοιχτά παράθυρα λόγω της ζέστης κι ήταν 
νεόνυμφοι, πρόσφατα ενοικιαστές του σπιτιού, ο Στρατής είχε εντοπίσει το 
νοικοκύρη πολλές φορές τα βράδια να θύει στην Αφροδίτη και τότε έβαζε το 
κεφάλι του στην άκρη από το περβάζι του παραθύρου και φώναζε δυνατά, 
«σπρώξε, σπρώξε», του νοικοκύρη, που από την τρομάρα του τον έπιανε 
ταχυκαρδία και πετάγονταν πάνω αλαφιασμένος αλλά ο Στρατής είχε φροντίσει να 
εξαφανισθεί. Κι όχι μόνο αυτό αλλά η γυναίκα του δεν ήθελε πια να συνεχίσει 
την εκτέλεση των συζυγικών τους καθηκόντων κι έμεινε όσες φορές συνέβη αυτό 
στα κρύα του λουτρού.
Ο Στρατής όμως από το παράθυρο δεν μπορούσε να δει καλά τι γινόταν μέσα στο 
δωμάτιο μεταξύ των συζύγων, πράγμα που πολύ το επιθυμούσε. Και τι σκέφτηκε. 
Μια φορά που είχε ολόγιομο Αυγουστιάτικο φεγγάρι εκεί κατά τα μεσάνυχτα όταν 
άκουε τους γνωστούς αναστεναγμούς από το ανοιχτό παράθυρο, σκαρφάλωσε 
αθόρυβα στη διπλανή κολώνα της ΔΕΗ κι έτσι είχε πανοραμική θέα, έβλεπε ένα 
γυμνό πισινό να λάμπει στο φεγγαρόφωτο και να κουνιέται σαν βουρλισμένος, 
δεν άντεξε το θέαμα κι αυθόρμημα του βγήκε η φωνή: Ε, ρε μάνα μου!
Ο σύζυγος παράτησε τη σύζυγο και το κρεβάτι κι έτρεξε γυμνός κι αφηνιασμένος 
στο παράθυρο, κοίταξε στο δρόμο αλλά δεν είδε τίποτα, ούτε άκουσε βήματα 
απομακρυσμένου κονσώλου, μπα θα μου φάνηκε είπε και συνέχισε την ερωτική του 
πανδαισία. Ο Στρατής με το που σηκώθηκε ο σύζυγος κι έτρεξε στο παράθυρο 
είχε πλήρη θέα και εικόνα του γυμνού γυναικείου κορμιού που κοίτονταν στο 
κρεβάτι, αποχαυνώθηκε και κόντεψε να πέσει από την κολώνα και να 
γρεμοτσακιστεί.
Με το που ο σύζυγος έπεσε πάνω της δεν είχε πλέον την προηγούμενη θέα των 
τροφαντών στηθών και λοιπών καμπυλών της γυναίκα στο τέλος δεν άντεξε και 
φώναξε: Κάνει στην μπάντα, ρεεεε! Μ' ένα σάλτο ο σύζυγος στο παράθυρο, 
κοίταξε στο δρόμο άκρα ησυχία και σιωπή στα γύρω, αυτή τη φορά όμως ήταν 
βέβαιος ότι δεν είχε παραισθήσεις, άκουσε καθαρά τη γνωστή του από άλλες 
φορές αγριοφωνάρα του Στρατή και σάστισε, δεν μπορούσε να καταλάβει τι 
γινότανε, ο Στρατής όμως αυτή την ώρα με γουρλωμένο μάτι απολάμβανε το θέαμα 
ως που η γυναίκα γύρισε μπρούμιτα και είπε στον άνδρα της να καθίσει φρόνιμα 
γιατί μπορεί να υπάρχουν φαντάσματα γύρω από το σπίτι και να ερεθίζονται 
όταν τους βλέπουν να κάνουν έρωτα!

Αυτό δεν άρεσε καθόλου στον ερωτιάρη σύζυγο, ούτε πίστευε τα περί 
φαντασμάτων κι άρχισε πάλι σιγά - σιγά να την χαϊδεύει και να την παρακαλεί 
να ανταποκριθεί στην ερωτική του επιθυμία. Αυτή αρνιόταν, όχι, όχι, όχι σε 
παρακαλώ, πολλές φορές γινόταν η στιχομυθία αυτή, ως που ο Στρατής δεν 
άντεξε και γκάριξε: Γύρνα μωρή, να σ' απαυτώσει! Κέρωσαν και οι δυο από την 
τρομάρα τους! Ήτανε βέβαιοι πλέον ότι υπήρχαν φαντάσματα στο σπίτι και δεν 
τους χωρούσε ο τόπος. Η γυναίκα γύρισε ανήσυχη, στάθηκε ολόγυμνη και ήθελε 
να κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι, ο σύζυγος ντύθηκε στα γρήγορα και κατέβηκε 
στο δρόμο να φωνάξει τον παπά της ενορίας να έρθει να κάνει αγιασμό αλλά 
μόλις προχώρησε κάνα δυο στενά το σκέφθηκε καλύτερα το θέμα, μεσάνυχτα και 
πλέον να θέλει αγιασμό και τι να έλεγε στον παπά; άσε είπε θα πάω να τον 
κάνουμε το πρωί και γύρισε σπίτι του όπου βρήκε τη γυναίκα του κλεισμένη 
στην ντουλάπα να τρέμει από το φόβο της όλη αυτή την ώρα.
Ο Στρατής βρήκε την ευκαιρία να κατέβει από την κολώνα και να το σκάσει 
ωραία - ωραία αλλά Γαλλικά που λένε.
Την άλλη μέρα το πρωί ο σύζυγος αντί να πάει στον παπά πήγε στον ιδιοκτήτη 
του σπιτιού και του είπε ότι φεύγει από το σπίτι του γιατί... πλάκωσαν 
φαντάσματα. Πήγε να αρνηθεί ο ιδιοκτήτης αλλά ο άλλος του έβαλε τις φωνές, 
γυάλιζε το μάτι του κι ήταν έτοιμος να χειροδικήσει για να βγάλει το χτεσινό 
του άχτι, τον πέρασε ο ιδιοκτήτης για τρελό και του είπε να κάνει όπως 
νομίζει.
Και πριν έρθει η νύχτα και βγούνε πάλι τα... φαντάσματα, είχε μετακομίσει σ' 
άλλη γειτονιά όπου ο Στρατής εκεί πλέον δεν είχε... δικαιοδοσία. (Του Λάκη 
Μαμαλούκα -απο την εφημερίδα 'ΛΕΥΚΑΣ'(αριθμ. φυλ. 587-3/6/2004).

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

H ΚΡΥΦΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΟΞΥΛΟΥ


*ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ
Tα μονόξυλα, τα πριάρια, οι ψαρόβαρκες. Οι φίλοι μας. Σαν μεθυσμένοι αλήτες λικνίζονται στο μώλο. Παρατεταγμένες στη σειρά λές και ετοιμάζονται για μάχη. Έτοιμες να πετάξουν, κόβοντας τα σχοινιά. Το χειμώνα έρμαια του γραιγολεβάντε. Και το καλοκαίρι αναζητούν το γλυκό το μαϊστράλι. Με την όστρια και τον γαρμπή ΄'συνομιλούν'. Με παρέα τους γλάρους. Αχώριστοι φίλοι των ψαράδων. Με μιά 'ερωτική' σχέση μεταξύ τους. Και αυτή η σχέση φαίνεται στην περίοδο κατα την οποία αρχίζουν οι μικροεπισκευές και τα χρωματίσματα. Με την ευλάβεια που τις ξύνουν απο την καρίνα ως τα ίσαλα. Χρησιμοποιώντας το καμινέτο και το μίνιο για να 'γιατρέψουν' τα τραύματα. Με ενα τραγούδι ψιθυριστά στο στόμα. Αλλά αξιοθαύμαστη ειναι και η τέχνη που τις βάφουν. Με την ευθεία γραμμή στα ίσαλα. Αλλά και την καλλιγραφία στο όνομα. Η 'Φανερωμένη'. ο 'Γλαύκος', η ΄Σοφία', ο 'Αη Λιάς', η 'Ελένη', ο 'Αη Νικόλας'. Τα μονόξυλα, τα πριάρια, οι ψαρόβαρκες. Οι φίλοι μας.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------Αντιγράφω για το Πριάρι απο το Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας:

Το πριάρι είναι ένα οξύπρυμνο σκάφος με επίπεδο πυθμένα που χρησιμοποιείται στις λιμνοθάλασσες και στις εκβολές των ποταμών στη Δυτική Ελλάδα. Το πριάρι ανήκει σε μια μεγαλύτερη οικογένεια σκαφών με επίπεδο πυθμένα που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα σε περιοχές των ελληνικών ακτών του Ιονίου πελάγους. Οι τρεις βασικές περιοχές, όπου υπάρχουν αυτά τα σκάφη είναι η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, ο Αμβρακικός και γύρω από την πόλη της Λευκάδας, όπου υπάρχουν εκτεταμένες περιοχές με αβαθή νερά. Τα πριάρια ανάλογα με το μέγεθός τους είχαν και διαφορετικές ονομασίες στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου. "Τα μικρά πριάρια λέγονταν γαΐτες, τα μικρότερα γαϊτοπούλες, τα δε μεγαλύτερα, υψηλά και πλατειά πισκαρέσες". Τα τελευταία χρησιμοποιούνταν ως μεταφορικά συνήθως για το φόρτωμα και το ξεφόρτωμα των ιστιοφόρων που δεν μπορούσαν να προσεγγίσουν την πόλη του Μεσολογγίου. Τα πριάρια της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου κατασκευάζονταν στο Μεσολόγγι και το Αιτωλικό, τα πριάρια του Αμβρακικού κυρίως στην Πρέβεζα και πιθανώς σε άλλες μικρότερες πόλεις της περιοχής, ενώ στη Λευκάδα ναυπηγεία υπήρχαν στην πόλη της Λευκάδας και στο Νυδρί στις περιοχές Βλυχό και Στενό. Αν και η χρήση τέτοιου είδους σκαφών στις λιμνοθάλασσες του Ιονίου πρέπει να είναι αρκετά παλαιά, οι πληροφορίες που υπάρχουν από ιστορικές πηγές είναι ελάχιστες. Στο Μεσολόγγι, το Αιτωλικό και τη Λευκάδα αναφέρεται ότι από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα έως τα μέσα του 18ου οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν κάποιου είδους μονόξυλα για την πλεύση τους στις αβαθείς περιοχές της θάλασσας. Τα πριάρια στο Μεσολόγγι αναφέρονται επίσης στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Τα σκάφη αυτά χρησιμοποιούντο κυρίως για ψάρεμα με διάφορους τρόπους. Από αυτούς, ο πιο χαρακτηριστικός στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου είχε ένα μεγάλο τετράγωνο δίχτυ που κρεμόταν διαγωνίως από δύο διασταυρωμένες κεραίες, οι οποίες με τη σειρά τους κρέμονταν από ένα άλλο ξύλο που στηριζόταν, σε οριζόντια περίπου θέση, σε ένα κοντό κατάρτι στην πλώρη του πριαριού. Το δίχτυ με όλο το σύστημα μπορούσε να πέσει απότομα στη θάλασσα ή να σηκωθεί το ίδιο γρήγορα, λειτουργώντας ουσιαστικά σαν μια μεγάλη απόχη. Με τον τρόπο αυτό παγιδεύονταν τα ψάρια στα αβαθή νερά, που στα περισσότερα σημεία της λιμνοθάλασσας δεν ξεπερνούσαν το μισό μέτρο βάθους.
Τα πριάρια είναι απλές κατασκευές που βασίζονται κυρίως στο περίγραμμα του επίπεδου πυθμένα τους. Ο σκελετός τους αποτελείται από νομείς καρφωμένους πάνω στον πυθμένα και σε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους, οι οποίες ανάλογα με το μήκος του σκάφους ποικίλλουν από 30 έως 40 εκατοστά. Οι πλευρές των νομέων έχουν πολύ ελαφρές καμπυλότητες που διαμορφώνονται κυρίως με το σκεπάρνι ή με κατάλληλες πλάνες. Το πέτσωμα κάθε μιας πλευράς αποτελείται συνήθως από τρεις σανίδες καρφωμένες επάνω στους νομείς και με τις απολήξεις τους να στερεώνονται σε ειδικά διαμορφωμένες εγκοπές (ασσούς) πάνω στα ποδοστάματα.
Τα πριάρια έχουν περιορισμένο πλωριό και πρυμνιό κατάστρωμα και ένα περιμετρικό οριζόντιο σανίδι στο εσωτερικό του σκάφους και στο ύψος του καταστρώματος. Ο κεντρικός χώρος είναι ανοιχτός και συνήθως υπάρχει ξύλινο δάπεδο που στηρίζεται στην επάνω επιφάνεια των επίπεδων στρώσεων των νομέων.

Τα πριάρια της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου δεν έφεραν κουπιά, αλλά μόνο το σταλίκι, ένα κοντάρι με το οποίο ακουμπούσαν στον πυθμένα και έσπρωχναν το σκάφος. Το σταλίκι ήταν στρογγυλό και παχύτερο στο κάτω μέρος του που έμπαινε στη θάλασσα. Στο ίδιο άκρο καρφωνόταν μικρή ισοσκελής ξύλινη γωνιά για να αυξάνει η επιφάνεια επαφής με τον πυθμένα. Το μέρος αυτό από το σταλίκι ονομαζόταν σταλικοπόδι. Στα πριάρια της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου χρησιμοποιούσαν και ένα είδος πανιού σακολέβας πάνω σε ένα κοντό κατάρτι που μπορούσε να τοποθετηθεί κοντά στην πλώρη. Η ιδιόρρυθμη αυτή σακολέβα είχε ράντα και μια λοξή αντένα, αρκετά ψηλότερα από τη θέση που την είχαν οι σακολέβες της ανοικτής θάλασσας. Τα πριάρια του Αμβρακικού και της Λευκάδας έφεραν κουπιά αντί για σταλίκι για να μπορούν να κινηθούν σε πιο βαθιά νερά. Οι σκαλμοί για τα κουπιά αυτά υπήρχαν αρκετά έξω από το σκάφος σε ένα κάθετο ως προς το σκάφος δοκάρι στην πρύμνη του σκάφους. Τα πριάρια αυτών των περιοχών μπορούσαν επίσης να κινηθούν με ένα μικρό πανί σακολέβας, χωρίς ράντα, που έμοιαζε περισσότερο με τη γνωστή σακολέβα της ανοιχτής θάλασσας.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
ΥΓ: ΑΝΑΔΗΜΟΣΕΥΩ ΑΠΟ ΤΟ MYLEFKADA(http: //www. mylefkada.gr)/ ENA KATAΠΛHKTIKO KEIMENO TOY HΛ. ΤΣΑΚΑΛΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΓΑΤΖΙΑ -ΚΑΝΑΡΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ

Η Λευκάδα από παλιά είχε δυό μώλους. Τον Μώλο που έβλεπε κατά τον Μαΐστρο-Τραμουντάνα και ατένιζε το Ιβάρι, το Κάστρο, την Γύρα και τον Πίσω Μώλο που έβλεπε κατά τον Λεβάντε και ατένιζε τα τηγάνια της Αλυκής, Το Ποντίκι, τις Λάσπες, τον Αυλαίμονα και την Περατιά. Πώς έλαχαν έτσι κανένας δεν το γνώριζε σε αυτή την πόλη. Παλιά όλοι έβλεπαν σε τέσσαρα σημεία. Στην Φανερωμένη, στην Λάμια και πέρα μακριά στο βάθος δεξιά στην κορφή του Μέγα Όρους και αριστερά στην κουκίδα του Προφήτη Ηλία.
Αυτή ήταν η πόλη με τον στραβό δρόμο του Κάστρου που δεν σάχνει ποτέ, με το στενοσόκακα που σε οδηγούσαν στην ανέχεια των χαμηλών σπιτιών, με το Παζάρι, με την πλακόστρωτη Πλατεία, με τα μικρομάγαζα και τους βιοπαλαιστές, με τις ταβέρνες των ψαράδων και τα μαγέρικα των νεοφερμένων χωρικών. Αυτή ήταν η πόλη. Μια πόλη κατηφής την μια και την άλλη χαρούμενη. Φτωχιά την μια και την άλλη να τα πετάει. Σκεφτική την μια και την άλλη ανέμυαλη. Σε αυτήν την πόλη ζούσε κόσμος και κοσμάκης. Ψηλά στα διώροφα και τριώροφα κατοικούσαν οι κονομημένοι με τα λιοστάσα, τα περιβόλια και το υπηρετικό προσωπικό. Πιο ψηλά οι αρχόντοι με τους παλικαράδες, τις χοντρές περιουσίες και τις ασπρουλιάρες γυναίκες. Δίπλα οι επιστήμονες με τα ψηλά κολάρα, τα λεπτά γούστα, τις καλοντυμένες γυναίκες και τα μακριά χέρια. Παρακάτω οι μικρεμπόροι με τα μικρομάγαζα. Ακόμα πιο κάτω οι μπαξεβάνηδες του Αγίου Μηνά με τα οπωρικά τους, τις γυναικάρες τους, τις κοπελιάρες τους και την ελεγχόμενη φτώχεια. Ακόμα πιο χαμηλά οι χαλκωματένιοι ψαράδες του Π΄λιού και της συνοικίας των Μαύρων. Υπήρχε και πιο χαμηλά αλλά αυτή η κοινωνία δεν έβλεπε, δεν ήθελε να δει, δεν ενδιαφέρονταν να δει άλλο πιο κάτω.
Οι παλιότεροι κάτοικοι ήταν αυτοί του Π΄λιού. Ψαράδες στην πλειοψηφία τους. Ψαράδες του φτενού νερού του τενάγους που απλώνονταν από τους Μύλους ως το Φανάρι του Μελεούνη. Μάθανε από τους Μπουρανέλους της Βενετίας την τέχνη της ψαροσύνης των βολκών, των καλαμωτών και των διχτυών, πήρανε το όνομά τους και το δώσανε σε όλους κατοίκους της πόλης. Μπουρανέλοι!!!
Άνθρωποι σχεδόν άκακοι, χαροκόποι της ζωής, μ΄ ένα ποτήρι στο χέρι, σχεδόν σπουργίτια που ζούσαν στα μικρά φτωχικά σπίτια και που συχνά ένα τραμέντζο χώριζε τα μυστικά τους. Αυτόν τον κόσμο τον βρήκε έτσι ακριβώς ο Πόλεμος, η Κατοχή και η Απελευθέρωση. Σαν τελειώσαμε από αυτά και οι καιροί άλλαξαν, ο κόσμος άλλαξε, τα σπίτια άλλαξαν, οι άνθρωποι άλλαξαν μέχρι και η Λάμια άλλαξε και από φαλακρή έβαλε λίγη πράσινη τσίπα πάνω της και κάλυψε εκείνη την σταχτιά γύμνια της. Μαζύ μ΄ αυτά στα πριάρια μπήκαν μηχανές Μαλκότση, η προπέλα δούλεψε, η ταχύτητα αυξήθηκε, τα αυτοκίνητα αποστράτευσαν τον Γλάρο, τα ραδιόφωνα ένωσαν την οικουμένη, ο κόσμος μεγάλωσε και έφτασε ως την Αυστραλία και την Αμερική. Η Αθήνα έγινε ένα σάλτο και ο κόσμος χάθηκε απ΄ του Π΄λιού αφήνοντας πίσω του λίγους ψαράδες, λίγα πριάρια, λίγα δίχτυα απλωμένα στο μώλο και ένα κόσμο που κι αυτός χάθηκε μέσα σε χίλια δυό νέα επαγγέλματα. Σε πολλούς που άλλαξαν ζωή έμεινε η νοσταλγία της ήρεμης θάλασσας, η λάμπα της ασετιλίνης της πριάς, η Φώσσα, το Πλακερό, τα Διαβασίδια, ο Ντούσμανης, ο Αη Νικόλας το Νησάκι.
Αυτά τους μείνανε μαζύ με την μεγάλη τους καρδιά, την αθωότητα των αισθημάτων τους και την άδολη ανθρωπιά τους. Μείνανε λίγοι. Πολύ λίγοι. Κι αυτοί λιγοστεύουν και σώνονται και χάνονται μαζύ με τα πριάρια, τα καλαμωτά, τα χειροποίητα δίχτυα, τα τραμέντζα της ανθρωπιάς, τα χαμηλά σπιτάκια που χωρούσαν τόσα πολλά όνειρα. Και ο Αη Νικόλας στο Νησάκι πόσο θα αντέξει ακόμη στα κύματα και τα νερά που σηκώνονται να τον πάρουν στο βυθό της επερχόμενης θύελλας........ Έτσι είναι τα πράγματα. Ο Σουμίλας θέλει στρατό και η πόλη, όπως την ξέραμε, βυθίζεται ανάμεσα στις πολυκατοικίες και τους φαρδείς δρόμους που απομακρύνουν τους ανθρώπους και βυθίζουν τα αισθήματά τους και τη ζωή τους σε αυτό το καθρεφτάκι του συμφέροντος που αντανακλάει τον Ήλιο χωρίς να ζεσταίνει τις καρδιές τους.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
ΒΑΡΚΑΡOΛΑ
Στης νυχτιάς τη σιγαλιά
σχίζει η βάρκα τα νερά,
μεθυσμένο το φεγγάρι
αλητεύει στο Ιβάρι.
Έρχεται η βαρκαρόλα
ξεκινάει η καντάδα
του Αυγούστου φεγγαράδα
ομορφούλα μου Λευκάδα.
Έρχεται η βαρκαρόλα
τα μονόξυλα αμόλα
μια παρέα οι ψαράδες
με τις πίκρες φιλενάδες.
Στης νυχτιάς τη σιγαλιά
με τ' αστέρια συντροφιά,
πάμε μέχρι το Καρνάγιο
η ζωή θέλει κουράγιο,
με τραγούδια και κιθάρες
Πόντε μου, Πέντε καμάρες.
Βγάλτε δίχτυα και καμάκια
τα κουπιά ειναι μεράκια,
μια παρέα οι ψαράδες
με τις πίκρες φιλενάδες.
(στίχοι:Ηλίας Γεωργάκης
μουσική: Νίκος Θάνος-Μορίνας).

--------------------

O ΑΗ ΛΙΑΣ ΤΟ ΠΥΡΟΦΑΝΙ
(Στη μνήμη του πατέρα μου)
Ο Αη Λιάς ενα πριάρι
στον πίσω μώλο κατοικεί
ενας ξενύχτης που με χάρη
ακροβατεί με το σχοινί.
Εχει παρέα το Ιβάρι
και δίπλα του τη 'Μαριορή'
εχει στα ύφαλα χορτάρι
κι ενα στην πλώρη του γυαλί.
Κι όταν περνά τα Διαβασίδια
στού Αη Νικόλα τα νερά,
τρέμει αργά το πυροφάνι
στού φεγγαριού τη ζωγραφιά.
Καμάκι, απόχη και κουπιά
και η ζωή να προχωρά
σαν πυροφάνι στα ανοιχτά
στις αλυκές και στη Λυγιά.
Όρθιος στην πλώρη ο ψαράς
έκανε την πίκρα του σκοπό
μέσα στις φουρτούνες της ζωής

έχει το κουράγιο οδηγό.
Ο Αη Λιάς το πυροφάνι
τη νύχτα χάνει τα λογικά
τρελές οι σκέψεις
για τον βαρκάρη
κάνε Κυρά μου,
τα όνειρα μου
αληθινά.
Μπασά- βγαλσά
χωρίς πανιά
ειν΄η δική μας μοίρα
μπασά-βγαλσά
πιό δυνατά
να φτάσουμε στη Γύρα.
(στίχοι:Ηλίας Γεωργάκης-μουσική:Νίκος Θάνος-Μορίνας)
Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ ΣΤΗΝ ΒΑΡΚΑ ΤΟΥ ΤΟΝ 'ΑΗ ΛΙΑ'' ΣΤΟ ΜΩΛΟ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

O ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΦΙΛΟΣ(ΕΠΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ)



Με τον Μπάμπη τον Γούρμο και τον Θεόφιλο τον Μπατιάλη, παρόλο που έχουμε διαφορετικές ηλικίες, ζούμε στον ιδιο κόσμο. Το κόσμο της ιδιαιτερότητας των μπρανέλων. Κι όταν είχα γράψει σε ενα ποίημα μου για τη ''φυλή των μπρανέλων'' επιμένω- ακόμη και σήμερα -οτι δεν πρόκειται για υπερβολή. «... έλα στο «Πάνθεον» / λοιπόν / στο πανηγύρι / των τρελών / μη μένεις έξω. / Σάμπα, μαζούρκα / και ταγκό / νύχτες που / σβήνουν στο χορό / θα λαχταρήσω... /... εδώ δε νοιώθεις / μοναχός / είναι το κέφι οδηγός / γύρισε πίσω... /... Κι όταν θα έρθει / το πρωί / των μπουρανέλων / η φυλή /θα σου μιλήσει...». 
Οι μπρανέλοι(αυτοί που έμειναν ) ειναι διαφορετικοί χαρακτήρες, μοναδικοί, αξεπέραστοι, ελκυστικοί. Το χιούμορ, ο αυτοσαρκασμός, η διαφορετική προσέγγιση της ζωής, ο ιδιόρρυθμος τρόπος σκέψης αποτελούν τα 'συστατικά' που χαρακτηρίζουν τους μπρανέλους.'" 'Η Λευκάς κύριε έχει 25.000 ηθοποιούς'', απάντησε κάποτε ο Σπύρος Φίλιππας -Παναγος στον αείμνηστο Φρέντι Γερμανό όταν αυτός είχε μεινει έκπληκτος με το Λευκαδίτικο πνεύμα. 
Λοιπον, τον Μπαμπίνο και τον Τεό, τους απολαμβάνω κάθε φορά που έρχομαι στη Λευκάδα. Θαυμάζω το μοναδικό τους χιούμορ. Ενα χιούμορ που σε οδηγεί να ξεφύγεις(εστω για λίγο) από την άναρθρη καθημερινότητα της κρίσης, της μιζέριας και της κατάθλιψης. Ο Μπάμπης και ο Θεόφιλος κινούνται ανάμεσα στο χαχανητό του Κοκονιώρου και στα αμπαλί στου Πάλλα. Βηματίζουν στα φαρομανητά του ΄'Πανθεον' και στις ποικιλίες του μπάρμα-Αντρέα. Και δεν μπορούν να ξεφύγουν απ΄τις παράγκες του Αη Γιάννη και στο μπιλιάρδο του Μουτρούκαλη γιατι ειναι εραστές στην ηδονή των αναμνήσεων. Βρίσκονται ακόμη με την κονσομουλαρία στην Αγια Κάρα και ακολουθούν στο τάραμα τη 'Διάνα'. Ειναι αλήθεια. Οσο και αν τους κουβεντιάζεις τόσο περισσότερο σε παρασέρνουν, σαν τον γλυκό μαίστρο στο Κάστρο. Και σε ταξιδεύουν. Με αφηγήσεις, φάρσες, παλιές ιστορίες. Με το χιούμορ πάντα κοινό παρονομαστή. Εχουν και οι δύο τον τρόπο τους και σε γυρίζουν πίσω. Στην χρυσή εποχή της παλιάς Λευκάδας. Με τον Αντρέα τον Όπερα ή Ριγολέτο, τον αξέχαστο Βούλη Βρεττό, τον Μπολσεβίκο, το Ζακχαίο, τον Σεραφείμ, το φοβερό Ζαχαρή με τις φάρσες του, το Γιάννη το Δεσύλα, τον Άγγελο τον παταλέα, τον Σπυραντώνη το Νιόνιο τον Πατσά. Ατέλειωτη η λiστα: ο Σπύρος Φιλιππας- Πανάγος, ο Μαλιαρής, ο Τσίνας, ο Ερμoλαος Σκεπετάρης, ο Κονίας, ο Μαλακάσης, ο Γιάννης Αθηνιωτης, ο Λίζας, ο Μπαμπάρος, ο Μούρτας, ο Κορομλέος, ο Πάπιος( με το ιστορικό καφενείο στην Κουζουντελη), ο Πούλος, ο Μπολσεβίκος, ο Νιόνιος ο Σοροκρασής, ο Μπατίστας, ο Κλίνιας, o Κεφάλας, ο Καρύδης(΄΄ω δρόμο πατέρα΄΄), ο Λιώρης με την παράγκα του, ο Κοτσώλος, ο Αντωνης Κανιός, ο καθηγητής Μανούδης, ο Γιάννης ο Σπρομήλιος, ο Νικος ο Μανιώρος, ο Φωτάκιας, ο Χαμπέος, ο Καρκαλίτσος, ο Λέτσος, ο Τζεβελέκης, ο Κουφάκιας, ο πατέρας μου ο Πάνος ο Λαμπούρης. Και τόσοι άλλοι. Ήταν η εποχή που έβγαιναν τα χάβαρα στο Κάστρο, οι αυγωμενοι παγούροι στο Ιβάρι, η ψιλή γαρίδα και οι καποσάντες, πριν τους εξαφανίσει η μόλυνση. Με το πέραμα της Βέρας, τις αλυκές και τα μονόξυλα. Ο ''Γλάρος''΄, η ΄'Λουτσίντα'', το ''Πάτραι'' και η ΄Πύλαρος'. Ο Κουτσινής, ο Μπελεμές, ο Μουτρούκαλης. Τα κουρεία με τα μαντολάτα και τα μονά -ζυγά. Ο Κουφάκιας με τον περιφημο πατσά. Ηταν η η εποχή που το αμπαλί σημαδευε την ιδιαιτερότητα της Λευκάδας. Ο Γιάννης ο Κάλιας, ο Αλέκος Μπουρσινός, ο ανεπανάληπτος Σπύρος Ανυφαντής(Μπρούμης), ο Γαγάς, ο Τασος Βαγενάς, ο Χρηστος Τετράδης, ο Κώστας Ματαράγκας, ο Τασος Δρακόπουλος, ο Πάνος Καραβίας-Κοντοπίθιας, ο Φάνης Ανυφαντής(Μπρούμης), ο Νικος Σάντας, ο Νικος Κατωχιανός -Σφυρής, ο Μεμάς Τζεφρώνης-Αλογος, ο Βασίλης Κάλλιας, ο Φανούρης Μήτσουρας και τόσοι άλλοι 

Μαζι με την αγάπη μου και τις ευχές μου για υγεία -δύναμη και γέλιο, τους αφιερώνω δυο ποιήματα. Το πρώτο του μεγάλου Κώστα Βαλαμόντε και το δεύτερο ενα δικό μου: 


ΛΕΥΚΑΔΑ (του ΚΩΣΤΑ ΒΑΛΑΜΟΝΤΕ-1911-1998). 


Ω, Σύ παραπόδας Ενετού ανόγραμμα της Σικελίας Μέτωπο 

Λευκάδα κλαδωτή από πολυελαίους φωτοσκιάσεων. 

Σου έφερα τον ωκεανογράφο του ορίζοντα 

να αστραπογράψει μυριόηχος ο Νομοπλάστης. 

Να η όαση του κάμπου Σου στη δίψα της ερήμου. 

Να οι προτομές που χειροτόνησαν οι ίσκιοι Σου. 

Εσύ Βυζαντίου ανάγνωσμα, ορθοπτέρυγου Φανερωμένης. 

Το κάποτε της ζωής μου το ζωηφόρο σώσμα. 

Πόσων γενιών πατήματα εφώλιασαν στις σκέπες Σου. 

Ζευγολάτης εφύτευσε αντρότητες στις πόρτες Σου Νησί, 

γιατί του αγαπώ μαζί γεννήθηκαν οι χρόνοι απ' το δρόμο Σου 

ηρωθεόρατος Οδυσσεολόγος είσαι γενέτειρα μου. 

Απαλός αγέρας Ιόνιος στο κάθισμα της μάνας 

πριν γεννηθεί το σήμερα εβύζαξε ο κόρφος Σου 

να σκάψει τη λιθιά γονατισμένη στο ντύσιμο του Φάρου 
Μέσα στα πλοία του αντίλαλου πολύχρωμες σημαίες. 

Βωμός απ' το Λευκάτα η στεριά νίβει τα μνημεία, 

Ο θρόνος της Σαπφούς στην άβυσσο του γαλάζιου. 

Η γέννα σου το Κάστρο και η μήτρα σου τα ύψη. 

Η σταυρωμένη πέτρα του αετού πίνακας του νού μου. 

------------------------------------------------------------------------------------------------------------ 



AΠΕΝΑΝΤΙ 
(του ΗΛΙΑ ΓΕΩΡΓΑΚΗ-αφιερωμένο στη Βέρα για τα ατέλειωτα ταξίδια που μας χάρισε). 
Xόρευε η βροχή πάνω στα τζάμια 
σύννεφα σκεπάσανε τη Λάμια, 
βαρύ αστραποβρόντι απ΄τη Γύρα 
ξεθύμανε στους Μύλους η αλμύρα. 
Τρεμόσβυνε στο Κάστρο το φανάρι 
ανέβηκε ο 'Ορφέας' στο πατάρι, 
διάλεξη σκαρώνει ο Κοκονιώρος 
σαρώνει τα αυλάκια ο Μανιώρος. 
Πάμε απέναντι ρε Βέρα 
για να βρούμε τα παιδιά 
η ζωή ειναι μια σφαίρα 
ποτέ πίσω δεν γυρνά. 
Πάμε με το πυροφάνι 
το καμάκι, τη συρτή 
μακροβούτια στο μουράγιο 
και στου 'Πάπιου' δηλωτή. 
Κι απόψε στον παράδεισο του 'Μύτα' 
έρωτες και πάθη όλα πίτα, 
χέρια που απλώνονται θα ψάξω 
με φίλους στου 'Μουτρούκαλη' θ΄αράξω. 
'Απόλλωνας' και 'Πάνθεον' στη σκέψη 
όνειρα θα βλέπω ως να φέξει 
κερί που άναψα και μένει 
βιτρό στο ιερό Φανερωμένη. 
Πάμε απέναντι ρε Βέρα 
για να βρούμε τα παλιά 
να γλεντήσουμε τη μέρα 
Πόντε, μόλο, Αη Μηνά, 
να καλέσουμε τη μνήμη 
στον Ανθώνα να μας βρεί 
στην σκιά των ευκαλύπτων 
με το πρώτο μας φιλί. 
Στρώματα θα κάνουμε τα φύκια 
Κάστρο, αμμόγλωσα και ρείκια 
φεγγάρι προβολέας θα μας βλέπει 
κανείς δεν θα μαντέψει αυτό το στέκι. 
Έρχεται ο πατέρας με τη βάρκα 
νύχτα στο παζάρι για την τσάρκα, 
βλέμματα σε στύση ειναι μόνο 
τη νιότη μου στα χέρια θα πληγώνω. 
Πάμε απέναντι ρε Βέρα 
να τα ζήσουμε ξανά, 
να σηκώσουμε παντιέρα 
στου πελάγους τα βαθιά 
εποχή πού εχει φύγει 
να καλέσουμε κρυφά 
και να κάψουμε τα λάθη 
στ΄Αη Γιάννη τη φωτιά. 
Γελασα στου Βούλη την παρλάτα 
δώσε μας κυρ Σπύρο μαντολάτα, 
πίσω απ' την μπάντα και στη 'Διάνα' 
κλέφτες κι' αστυνόμοι στην αλάνα. 
Φέρε γλυκά αχ μπάρμπα Αντρέα 
έγιναν οι γευσεις σου σημαία, 
γλέντια, καρναβάλια και ρεσάλτο 
με γλυκιές καντάδες στον 'Ρεγάντο'. 
Πάμε απέναντι ρε Βέρα 
να γελάσουμε ξανά 
στου Πουλιού την καλημέρα 
στ΄Αη Γιαννιού τα δειλινά, 
με τους ήλιους να μας παίρνουν 
οπως φεύγουνε μαζί 
και μετά όλοι να πούμε 
εδώ είναι η ζωή. 

Δημοφιλείς αναρτήσεις