Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Το Λευκαδίτικο γλωσσικό ιδίωμα


Το Λευκαδίτικο γλωσσικό ιδίωμα

Εντάξ’ ψ’χούλα μ’ και καλ’νύχτα σ’ τώρα και νά ‘μαστε, καλά να ματάρτομε σ’ τ΄χάρ΄τς, τς κυρά Φανερωμέν΄ς μας“.

Tο γλωσσικό ιδίωμα της Λευκάδας διαφέρει σε πολλά απο το γλωσσικό ιδίωμα των άλλων νησιών του Ιονίου, έχει βορειοελλαδίτικο φωνηεντισμό και είναι απόρροια του εύθυμου χαρακτήρα των Λευκαδιτών τόσο στην πόλη όσο και στα χωριά. Ακόμη και σήμερα στη Λευκάδα χρησιμοποιούν ιδιωματικές λέξεις και τις προφέρουν με το γνώριμο αργόσυρτο και αλέγρο ύφος, με σήμα κατατεθέν τη συγκοπή συμφώνων.
Ας δούμε ομως ορισμένες χαρακτηριστικές λέξεις από το Λευκαδίτικο γλωσσικό ιδίωμα:
Αβανιά = βλάβη, συκοφαντία
Αβάντα = βοήθεια, στήριγμα
Αβαντσάρω = έχω να λάβω από κάποιον, μου χρωστάνε
Αβαράρω = απωθώ το πλεούμενο
Αβάρετος = ακούραστος
Αβαρία = ζημιά
Αβασκαίνω = ματιάζω
Αβασκαντήρα = μικρό χρωματιστό κοχύλι αποτρεπτικό του ματιάσματος
Αβγατίζω = αυξάνω
Αβγοκόβω = ρίχνω στη σούπα ή άλλο φαγητό μείγμα αυγού ή λεμονιού
Αβέρτο = ελεύθερο, ανοιχτό
Βαβά = γιαγιά
Βαγένι = βαρέλι κρασιού
Βαζούρα = λιποθυμία
Βαΐζω = λυγίζω, γέρνω
Βαντάκα = στίβα ρούχων
Βαντιέρα = δίσκος σπιτικός για σερβίρισμα αλλά και για άλλες χρήσεις
Βαρυγομάω = αγανακτώ, δυσφορώ
Βελέντζα = μάλλινο κλινοσκέπασμα
Βεντερούγα = κύρτωμα της σπονδυλικής στήλης
Βεράγκι = σπίτι ανοιχτό και αφύλαχτο
Βολά = φορά
Βολεί = χωράει, επιτρέπεται
Βουρλίζω = αγανακτώ κάποιον
Γαδίνι = σουπιέρα
Γαλουρίζω = χαριεντίζομαι με βρέφος
Γάνα = μουντζούρα
Γαρδέλι = καρδερίνα
Γαρμπής = νοτιοδυτικός άνεμος
Γατσούλι = γατάκι
Γεννητσούρια = γέννηση
Γεροκομάω = περιποιούμαι κάποιον στα γεράματά του
Γήπατα = ψυχικό θάρρος
Γίκος = σύλοχο χοντρόρουχων διπλωμένα με τάξη πάνω σε κασέλλα
Γιόμα = μεσημέρι
Γκαστρολογιέμαι = νομίζω ότι είμαι έγκυος
Γκέστα = καμώματα, νάζια
Γνούφα = ημέρα ομιχλώδης και υγρή
Γούπατο = περιοχή που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από τις γειτονικές
Γουρλώνω = ανοίγω πολύ τα μάτια, πνίγω
Γουρμάζω = ωριμάζω
Γραίος = βορειοανατολικός άνεμος
Γρίντζολα = εκνευρισμός
Γρουμπανάω = δίνω αλλεπάλληλες γροθιές σε κάποιον
Γυρολόγος = πραματευτής
Δαύτος = αυτός
Δειλινάω = τρώω ελαφρά
Δελόγκου = αμέσως
Δέμπλα = σκοινί τεντωμένο για το άπλωμα των ρούχων
Δετόρος = γιατρός
Διακονεύω = ζητιανεύω
Διάφορο = κέρδος, αμοιβή
Δικάει = φτάνει, αρκεί
Δόλι = δόλωμα στο ψάρεμα
Δραγάτα = παρατηρητήριο του δραγάτη
Δρολάπι = βροχή με δυνατούς ανέμους
Έγκαψη = επιθυμία, πόθος
Εκειός = εκείνος
Έμπος = καταρρακτώδης βροχή
Έντεσα = πιάστηκα από κάπου
Έντογια = νάτο
Έντωσα = ανακουφίστηκα
Εξπήριος = έξυπνος
Ζαβά = στραβά
Ζάβγια = μικρή πόρπη
Ζαγάρι = κυνηγόσκυλο ή τιποτένιος άνθρωπος
Ζαμπαρούχι = ακατάσχετο συνάχι
Ζεματάω = καίω
Ζεύκι = φαγοπότι, καλοπέραση
Ζέχνω = είμαι βρώμικος
Ζορκόκωλος = πολύ φτωχός
Ζόρκος = γυμνός
Ζούδιο = άσχημος
Ζουρλοκαμπιέρης = επιπόλαιος, τρελός
Ζωχαδιάζω = νευριάζω
Θάμαρη = τρόμος, απόγνωση
Θέρμη = πυρετός
Θλυκώνω = σκεπάζω
Θιαμαίνομαι = παραξενεύομαι
Καδένα = αλυσίδα
Κανδέλλα = ξύλινο δοκάρι
Κάζο = περιπέτεια, λοιδωρία
Κάκοψος = όσπρια που δεν βράζουν καλά
Κακαρώνω = πεθαίνω
Καμπιόνι = πονηρός, ιδιόρρυθμος άνθρωπος
Καναλίζω = ξεπλένω τα ρούχα
Καντάρω = τραγουδάω με ομάδα κανταδόρων
Καντούνι = στενό σοκάκι
Καρακαϊδόνης = άσχημος
Καρανιάζω = διψάω υπερβολικά
Καρδαμώνω = δυναμώνω
Λάβα = υπερβολική ζέστη
Λαγιάζω = ησυχάζω
Λακίζω = φεύγω τρέχοντας
Λαλάς = αδελφός
Λάμια = γυναίκα κακούργα και άσχημη
Λαμπαδιάζω = καίγομαι
Λαμπαρδίκα = φωτιά με πολλές και ψιλές γλώσσες
Λαρώνω = ησυχάζω
Λαχομανάω = αναπνέω δύσκολα
Λεβάντες = ανατολικός άνεμος
Λυγδιάζω = είμαι λερωμένος
Λέτσος = ατημέλητος
Λεγάτο = προίκα που δίνεται εγγράφως
Λίβας = θερμός άνεμος
Λίλης = χαζός
Λιρόνι = αλητόπαιδο
Λουφάζω = μένω ακίνητος και σιωπηλός π.χ. από φόβο
Μαγαρίζω = λερώνω με ακαθαρσίες ένα τόπο
Μαέρικο = μαγειρείο
Μακιάζω = λερώνω
Μαλαγάνας = κόλακας
Μαλάτσα = ζέστη με πολλή υγρασία
Μανέστρα = σούπα
Μανίκα = μανίκι
Μαντανία = μάλλινο κρεβατοσκέπασμα
Μαργιόλος = κατεργάρης
Μαρκάς = αγορά
Μαρτούριο = μαρτύριο
Μαστέλος = κάδος που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για το πλύσιμο των ρούχων
Μεσάλι = τραπεζομάντηλο
Μεσοφούντι = μεσοτοιχία
Μολογάω = ομολογώ
Μονάτος = ολόιδιος
Μόστρα = βιτρίνα
Μότσα = υγρασία
Μουντζοφλίδι = χαστούκι
Μουσκλώνω = δυσαρεστούμαι
Μουσούδα = πρόσωπο
Μούτελη = λάσπη
Μπάκακας = βάτραχος
Μπαλαχάρτα = δημόσιο έγγραφο
Μπαμπαλίζω = φλυαρώ
Μπαμπαξά = φωνή, λέξη
Μπαρούφα = σφάλμα
Μπασά = είσοδος
Μπακατέλα = τιποτένιο πράγμα
Μπλαθρώνω = λερώνω
Μποκές = ανθοδέσμη
Μπόκολα = σκουλαρίκι
Μπονώρα = νωρίς
Μπουρανέλλος = κάτοικος της πόλης της Λευκάδας
Μπρατσολέτο = βραχιόλι
Μώλος = προκυμαία
Νείρομαι = επιθυμώ, ονειρεύομαι
Νεροτρουλίδα = πολυλογάς
Νετάρω = τελειώνω
Νιόκος = ζυμαρικό, κριθαράκι
Νιόφωτο = νιόπαντρο ζευγάρι
Νιτερέσο = συμφέρον, ενδιαφέρον, κέρδος
Νογάω = καταλαβαίνω
Νόνα = γιαγιά
Νότια = υγρασία
Ντάλια = καταμεσήμερο
Ντερλικώνω = τρώω υπερβολικά
Ντόζω = ανακουφίζομαι
Ντόρκος = ο χωρίς επίβλεψη και περιορισμούς νέος
Ντούκια = ασθενής
Ντρίτα = ευθεία, με ειλικρίνεια
Ξαγκλίζω = ξεμπερδεύω π.χ. μαλλιά
Ξαμώνω = σπρώχνω, δείχνω επιθετικές διαθέσεις
Ξανακυλάω = υποτροπιάζω
Ξαστοχάω = λησμονώ
Ξαχουρδάω = γλιστράω
Ξεδιαλεούρια = απομεινάρια
Ξεζορκιάζω = απογυμνώνω
Ξεματόχου = επίτηδες
Ξεντρεγάρω = τελειώνω κάποια δουλειά
Ξεσυνέρια = παρεξήγηση
Ξετιμώνω = κουτσομπολεύω
Ξομπλιάστρα = κεντήστρα
Ξωθιό μου = μακριά από εμένα
Ολάκαιρος = ολόιδιος
Όρσε = να, πάρε
Όρτη = ορθή όψη υφάσματος
Παγκάρι = εκκλησιαστικό έπιπλο στο οποίο στέκονται οι επίτροποι
Παδέλα = μαγειρικό σκεύος
Παιδοκομάω = ανατρέφω παιδιά
Παλαμίζω = ορκίζομαι ακουμπώντας το Ευαγγέλιο
Παντυχαίνω = περιμένω, ελπίζω
Παπαλιά = χαστούκι
Παπόρι = καράβι
Παραζούζουλο = αποκρουστικός στην όψη άνθρωπος
Παρανομιά = παρανομία
Παρόλα = κουβέντα
Πάστρα = καθαριότητα
Ραπόρτο = αναφορά
Ρεβαρδάρω = διστάζω
Ρεγάλο = δώρο
Ρείπιος = ερειπωμένος
Ρεκάζω = φωνάζω δυνατά από πόνο ή φόβο
Ρεκούμπερο = απαραίτητο οικιακό σκεύος
Ρεμπελιό = αδιαφορία
Ρεμπεύομαι = επιθυμώ
Ρεντίκολο = γελοίος
Ρίνα = ψιλοβρόχι
Ρόβολο = κατήφορος
Ροδάνι = πολυλογία
Σάγιασμα = στρωσίδι
Σαλαγισμένος = αναστατωμένος
Σαλταπίγκος = το παιδί που πηδάει, σαλτάει
Σαραντάκαπνος = αστραπιαία εξαφανισμένος
Σατράκαλο = παραμορφωμένος
Σάψαλο = γερασμένος άνθρωπος
Σγουμπιάζω = καμπουριάζω
Σελιάρο = χαστούκι
Σεστάρω = τακτοποιώ
Σίσκλο = δοχείο άντλησης νερού από τα πηγάδια
Σκάνιο = πείσμα
Σκροβοντάω = χτυπώ με μανία κάτω κάποιον ή κάτι
Σόμπολο = μικρή πέτρα
Σορταγιά = τάξη
Σουσούμια = χαρακτηριστικά
Σύξυλος = αποσβολωμένος
Τάλε κουάλε = ίδια και απαράλλαχτα
Ταχειά = του χρόνου
Τελεύω = βασανίζω
Τζογολί = χαρτοπαίγνιο
Τράω = βλέπω, κοιτάζω
Τρουλίδα = φλύαρος άνθρωπος
Τσαρκνιά = πολύτεκνη οικογένεια
Τσάτσα = αδελφή
Τσατσάρα = χτένα
Τσέκια σου = μπράβο
Τσερνιάζω = μουδιάζω
Τσέτσελε πέτσελε = ασήμαντα πράγματα
Τσίμπιος = ανόητος
Τσινάω = δυσαρεστούμαι
Τσουράπο = ζωηρή, ελεύθερη κοπέλα
Φαμφαρόνος = πολυλογάς
Φαρομανάω = εκδηλώνομαι ζωηρά με γέλια και χειρονομίες
Φάττο = γεγονός
Φελάω = χρησιμεύω
Φινίρω = τελειώνω
Φιόρο = λουλούδι
Φιρί φιρί = επίτηδες, σκόπιμα
Φόρα βία = ατομικά έξοδα
Φόσσα = τρύπα
Φκαρίδα = κατσαρίδα
Φούσκος = χαστούκι
Φρεζές = χωρίστρα στα μαλλιά
Φωτερό = φανάρι
Χαλέπεδο = ερειπωμένο κτίσμα
Χαλές = τιποτένιος
Χαλεύω = ζητάω
Χαμπέρι = είδηση
Χαρδαλούπας = λαίμαργος, πολυλογάς
Χαρ’ νεμ’ το = επιφώνημα χαράς, αγάπης
Χασκουμπρίζω = χαριεντίζομαι
Χαψά = μπουκιά
Χλιός = χλιαρός
Χολάτο = τρυφερό βλαστάρι
Ψαχουλεύω = ψάχνω
Ψίχα = το εσωτερικό του ψωμιού ή του αμυγδάλου
Ψόφος = τσουχτερό κρύο
Ψυχοπιάνομαι = δυναμώνω
Ψυχοπονιέμαι = ευσπλαχνίζομαι, λυπάμαι

ΠΕΖΑ ΜΟΥ ΚΕΙΜΕΝΑ



1. Ο ΦΙΛΟΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ: Γνώρισα ανθρώπους και αγάπησα ζώα. Ηταν ένα απόφθεγµα που µε συνάρπαζε στα παιδικά µου χρόνια, χωρίς ωστόσο να έχω συνειδητοποιήσει το νόηµά του. Πέρασαν τα χρόνια. Ο φθόνος, το ψέµα και η υποκρισία σηµαδεύουν τις σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις. Η αγάπη µεταλλάχθηκε σε µια ξεφτισµένη και ευτελή λέξη. Και η φιλία φλερτάρει όλο και περισσότερο µε την προδοσία αφού στηρίζεται πλέον στο χρήµα και στα προσωπικά συµφέροντα. Οµολογώ ότι δεν πήρα σκύλο παρά τη µεγάλη αγάπη – τη δική µου αλλάκαι των παιδιών µου – στα ζώα. Και πιστεύω ότι αυτή η επιλογή µε δικαίωσε, αν λάβω υπόψητα συνεχόµενα περιστατικά κακοποίησης ζώων από τους ανθρώπους. Ολοένα και πληθαίνουν οι καταγγελίες πολιτών για θανάτους αδέσποτων και µη ζώων. Το 1/3 του πληθυσµού των αδέσποτων πεθαίνει κάθε χρόνο από αιτίες που σχετίζονται µε τονάνθρωπο (από αυτοκίνητα, από φόλες...), ενώ περισσότερα από ταµισά πέφτουν θύµατα κακοποίησης. Οκαλύτερος φίλος του ανθρώπου, οι µικροί αλήτες του δρόµου, αναγκάζονται να δίνουν καθηµερινό αγώναγια να επιβιώσουν επειδή ο άνθρωπος τούς εγκατέλειψε. Και παρ’ όλο που εκείνοι δεν θα τον εγκατέλειπαν ποτέ. Η τελευταία µου επαφή µε τα συµπαθή τετράποδα είναι µε το απέναντι κόκερ. Στο µπαλκόνι µιας πολυκατοικίας. Δεν ξέρω ούτε καν το όνοµά του. Οπως άλλωστε δεν ξέρω τους ενοίκους τηςδικής µουπολυκατοικίας που φεύγουν σκυφτοί και σκυθρωποί για τις δουλειές τους. Χωρίς να ανταλλάσσουµε ούτε µια µατιά ούτε µια καληµέρα. Ο απέναντι φίλος, καθηµερινά, πηγαινοέρχεται, γαβγίζει και χαζεύειµε τα περιστέρια και τα σπουργίτια. Τον µαγεύει η βροχή, ίσως γιατί µοιάζει µε την ψυχή του. Τον πλανεύουν τα πουλιά, ίσως γιατί µοιάζουν µε τα όνειρα της ελευθερίας του. Θέλει να τρέξει, να παίξει µε τα πιτσιρίκια, αλλά δεν µπορεί. Παραµένει φυλακισµένος. Αιχµάλωτος, οπως και τα αφεντικά του, στη µοναξιά της µεγαλούπολης. Με τα κλεισµέναπαραθυρόφυλλα και τηνέλξη της έξυπνης δολοφόνου, της τηλεόρασης. Στ’ αλήθεια, τον νιώθω. Τον καταλαβαίνω. Είναι ο απέναντι φίλος µου. Ενας πιστός φίλος που είµαι σίγουρος ότι δεν θα µε προδώσει ποτέ. ("ΤΑ ΝΕΑ" 2 Φεβρουαρίου 2011).

2: ΟΤΑΝ(ΔΕΝ) ΖΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ. Ηταν δεν ηταν στα ‘80. Με το µικρό µουστάκι και το παλιό Καντέτ. Με την παραδοσιακή τραγιάσκα και την αυτοπεποίθηση µιας υπερήφανης αλλά µατωµένης γενιάς. Το κηδειόσηµο στη γέρικη µονοκατοικία µε συγκλόνισε. Ζούσαµε πάνω από 15χρόνια δίπλα αλλά δενµιλήσαµε ποτέ. Ούτε µια καληµέρα. Εγώ σε µια τεράστια πολυκατοικία µε τη µοναξιά και την τηλεόραση για χορηγούς και αυτός σε ένα χαµόσπιτο µε κληµαταριές και µπουκαµβίλιες. Στενοχωρήθηκα. Πικράθηκα στ’ αλήθεια. Η ζωή µας έχει περάσει πλέον στη διάσταση της αδιέξοδης ρουτίνας. Ξέρουµε ότι αντί για γράµµατα θα βρούµε λογαριασµούς. Φοβόµαστε τις ληστείες. Και όχι µόνον. «Τρέµουµε» τις αρρώστιες και τον θάνατο. Δεν έχουµε αντιστάσεις. Ούτε αντοχές. Η εθνική µας κατάθλιψη έχει σχέση µετο Μνηµόνιο, τις άγριες περικοπές σε µισθούς και συντάξεις, µε την ανεργία των παιδιών µας, µε τα ληγµένα «θέλω». Ζωή χωρίς προοπτική. Θυσίες χωρίς αντίκρυσµα σε ένα χρεοκοπηµένο πολιτικό σύστηµα. Οι επιθυµίες αντικαταστάθηκαν από τους εφιάλτες της καθηµερινότητας. Οµήρους µάς πήρανε τα χρόνια. Κοιµόµαστε και ξυπνάµε µε αδιέξοδα. Και προσποιούµαστε ότι ζούµε καλά για να µη µας σχολιάζει ο διπλανός. Ο φθόνος ριζωµένος στις ψυχές. Ο ένας βγάζει το µάτι του άλλου. Καλύτερα να ζούµε ένα όνειρο, γιατίαπό την αλήθεια και την πραγµατικότητα της καθηµερινής ζωής δεν µπορεί να γίνει πλέον κάποιος ευτυχισµένος. Και να πώς τελείωνα σε ένα σηµείωµα που έγραψα για τον ίδιο πριν από χρόνια, µε τίτλο: «Οταν ζεις για τη ζωή»: «Είµαι σίγουρος ότι ο συµπαθής συνταξιούχος της διπλανής µονοκατοικίας δεν έχει τέτοια προβλήµατα. Ξέρει να ζει ήρεµος, µε χαµόγελο, µε αξίες, µε αξιοπρέπεια, µε σεβασµό στο περιβάλλον. Ζει για τη ζωή. Αλλωστε, γι’ αυτό δεν ενδίδει στα εκατοµµύρια των µεγαλοεργολάβων για να γκρεµιστεί το σπίτι του. Γι’ αυτό είναι οάνθρωπος που όλοι ζηλεύουµε στην πολυκατοικία µας αλλά ποτέ δεν θα τον ακολουθήσουµε. Ποτέ δεν θα του µοιάσουµε». Καληνύχτα (για πάντα), αξέχαστε γείτονα.(" ΤΑ ΝΕΑ' 26-1-2011).

3: ΧΑΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΤΕΧΟΛΟΓΙΑ. Η είδηση είναι εντυπωσιακή. Εως το τέλος του έτους θα είναι έτοιµη η κάρτα του πολίτη, στην οποία θα περιλαµβάνονται ο ΑΜΚΑ, τα στοιχεία ταυτότητας και του ΤΑΧΙS, καθώς και το δηµοτολόγιο. Με την κάρτα αυτή θα µπορεί ο πολίτης να πραγµατοποιεί ηλεκτρονικά όλες τις συναλλαγές του µε το δηµόσιο και να τη χρησιµοποιεί ως ταυτότητα. Πράγµατι, η τεχνολογία σε έναν µεγάλο βαθµό έχει βοηθήσει να είναι η ζωή µας καλύτερη. Οχι όµως για όλους. Η πλειονότητα των Ελλήνων βασανίζεται για να µυηθεί στα µυστικά της σύγχρονης τεχνολογίας. Για παράδειγµα, ο κυρ Χρήστος, ο οποίος νόµιζε ότι το «χαµηλ. µπατάρ.» στην οθόνη του κινητού του είχε σχέση µε άραβα τροµοκράτη και όχι µε τηνένδειξη «χαµηλή µπαταρία». Ο συµπαθήςσυνταξιούχος, εκτός από την οργή του για την περικοπή της σύνταξής του, συνεχίζει να ταλαιπωρείται µε τα τεχνολογικά επιτεύγµατα. Μετά την κάρτα του ΑΜΚΑ, υποχρεώθηκε να παίρνει µέσω τραπέζης την πενιχρή σύνταξή του. Και έτσι «φορτώθηκε» µε pin το οποίο µπερδεύει µε το pin του κινητού του. Με το οποίο έχει αποκτήσει µια σχέση µίσους, αφού δεν µπορεί µε καµία δύναµη να το... κουµαντάρει. Εχει βάλει στη διαπασών την ένταση για να το ακούει όταν χτυπάει, αλλά, µοιραία, ο θόρυβος ξεσηκώνει και τους διπλανούς. Και ο ίδιος φωνάζει δυνατά νοµίζοντας ότι ο συνοµιλητής του δεν τον ακούει. Ασε που για να πάρει τηλέφωνο ή για να απαντήσει σε κλήση πρέπει να αλλάξει τα γυαλιά του και η διαδικασία είναι χρονοβόρα σε σηµείο... εξοργισµού! Kαι σαν να µην έφτανε µόνο το κινητό, τελευταία – µε τα µέτρα ασφαλείας στις τράπεζες – παραµένει εγκλωβισµένος, θορυβηµένος και αγανακτισµένος ανάµεσα στις δύο πόρτες ασφαλείας, ακούγοντας οδηγίες από γυναικείες φωνές και βλέποντας λαµπάκια να αναβοσβήνουν. Εύλογη, λοιπόν, η αγανάκτησή του. Μια αγανάκτηση και άλλων συµπολιτών µας που µέσα στη σκληρή οικονοµική κρίση, µε τη λιτότητα και τα χρέη, παίρνει διαστάσεις εφιάλτη. Χαµένοι στην τεχνολογία, λοιπόν, σε µια τεχνολογία που αδυνατεί να συλλάβει πως τα κύτταρα του εγκεφάλου σ’ έναν 70χρονο είναι σαν τις καµένες αντιστάσεις. (TA NEA 20/1/2011 ).

4. ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΑ ΣΠΡΕΝΤ: Μπήκαν στη ζωήµας, στο σπίτιµας σαν να είναι συγγενείς. Ντοµινίκ Στρος - Καν, Ζαν-Κλοντ Τρισέ, Ολι Ρεν, Χοσέ Μανουέλ Μπαρόζο, Σερβάζ ντε Ρουζ, Πολ Τόµσεν. Τέτοια οικειότητα, τέτοια άνεση µαζί τους λες και τους ξέρουµε χρόνια. Είναι οι δανειστές αλλά και οι... βασανιστές. Μια χώρα, ένας λαός, σε κλίµα εθνικής κατάθλιψης αναγκάζεται καθηµερινά να «επικοινωνεί» µαζί τους µέσα από την τηλεόραση. Αλλά χωρίς – δυστυχώς – να έχει το δικαίωµα αντιλογίας. Και διαµαρτυρίας. Είναι πλέον τέτοια η οικειότητα µαζί τους που στο σχολείο της µικρής µου κόρης έβγαλαν από τον τοίχο την εικόνα της Μπουµπουλίνας και έβαλαν αυτή της Μέρκελ. Στην πρωινή προσευχή γίνεται επίκληση της τρόικας, ενώ τις προάλλες έβαλαν τιµωρία µια ολόκληρη τάξηνα αντιγράψει 20 φορές το νέο Μνηµόνιο. Αλλά και στα όνειρά µας χάθηκαν πια τα όµορφα ακρογιάλια. Αντικαταστάθηκαν από εφιάλτες µε δάνεια, δανεικά, κατασχέσεις και τράπεζες. Οπως χθες το βράδυ. Παναγία µου. Αυτό δεν ήταν όνειρο. Ηταν ο εφιάλτης στον δρόµο µε τα σπρεντ, νούµερο 12. Ηταν λέει δύο ένοικοι της πολυκατοικίας, στην οποία µένω, και λογοµαχούσαν για την τραγική οικονοµική κατάσταση της χώρας. Ο χοντρός, ο Νίκος, επέµενε ότι θα πρέπει να γυρίσουµε στη δραχµή (πάντα υποβόσκει µια κρυφή γοητεία µε τη δραχµούλα που χάσαµε, έστω κι αν δεν είναι η ίδια δραχµή που θα ξαναβρούµε, αν δεν καταφέρουµε να το αποφύγουµε) και από την άλλη ο Τάκης ο µουσάτος ωρυόταν ότι πρέπει να γίνουν άµεσα εκλογές. Οι ύβρεις που άκουσα µε κατέπληξαν: «Να σε πάρει ο Ολι Ρεν και να σε σηκώσει», έλεγε ο ένας. «Να πας στον αγύριστο του ΔΝΤ», απαντούσε ο άλλος. Και µέσα σε αυτή την πολεµική ατµόσφαιρα ο Δηµητράκης, του πρώτου, είχε πάρει όλα τα ειδοποιητήρια των λογαριασµών, τα έκανε σαΐτες και τις πετούσε στους διαµαρτυρόµενους. Το χαρτοµάνι στο δάπεδο έµοιαζε µε σκηνικό κέντρου και ήταν σαν να πετούσαν λουλούδια στον Πάριο. Ωσπου, ως διά µαγείας, εµφανίστηκε ο Ντοµινίκ Στρος - Καν και έβαλε τα πράγµατα σε τάξη. Ο Νίκος και ο Τάκης άρχισαν να τρέµουν. Να τους λούζει κρύος ιδρώτας. «Κύριε Ντοµινίκ, µη µας πειράξετε, σας παρακαλώ, έχουµε οικογένεια, θα πεινάσουν τα παιδιά µας», παρακαλούσαν και οι δυο γονυπετείς. Υστερα αποκοιµήθηκα. Για να δω κανένα όνειρο που να µην είναι εφιάλτης. (TA NEA-9/03/2011).

5: ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ: Σηκώθηκα με διάθεση. Ανοιξα ραδιόφωνο µε χαρούµενη µουσική. Ολοι οι σταθµοί είχαν κέφια. Ετοιµάστηκα. Στις ειδήσεις όλα ήταν χαρµόσυνα. Μειώθηκε το χρέος και τα ελλείµµατα, έπεσαν τα σπρεντ, έπεσαν τα επιτόκια, σε ύψη-ρεκόρ το χρηµατιστήριο, τέλος οι ουρές αναµονής στο ΙΚΑ, παρελθόν οι µίζες και η διαφθορά. Στο 2% η ανεργία. Στο ασανσέρ άκουσα µια µεγάλη «καληµέρα» από τον αµίλητο του πέµπτου. Η πρώτη έκπληξη. Στον δρόµο δεν βρήκα κίνηση. Δεν άκουσα ούτε ένα κορνάρισµα. Δεν είδα ούτε µια µούντζα. Ούτε ένα σκουπίδι στους δρόµους. Ούτε ένας δεν µιλούσε στο κινητό. Και οι οδηγοί, µε περισσή ευγένεια, σταµατούσαν για να περάσουν οι πεζοί. Εξεπλάγην που ο ταξιτζής, µπροστά µου, µε τα αλάρµ αναµµένα, ζήτησε συγγνώµη – µε µια χειρονοµία – γιατί καθυστέρησε για να πάρει πελάτη. Δεύτερη έκπληξη. Στο Μετρό όλοι ήταν χαµογελαστοί, διάβαζαν λογοτεχνικά βιβλία και εφηµερίδες. Και οι νεώτεροι πρόσφεραν τηθέση τουςστους ηλικιωµένους. Ηµουν µάλιστα µάρτυρας ενός άγριουκαβγά µεταξύ δυο νέων για το ποιος θα δώσει πρώτος τη θέση του σε µια ηλικιωµένη. Τσιµπήθηκα. Τρίτη έκπληξη. Στην Πανεπιστηµίου, κεφάτοι άνθρωποι στον δρόµο. Τα µαγαζιά γεµάτα. Γυναίκες φορτωµένες µε τσάντες από ψώνια. Κίνηση. Ρυθµός. Τα πρωτοσέλιδα διθυραµβικά για το θαύµα της ελληνικής οικονοµίας µε εξαγγελίες για σηµαντικές αυξήσεις µισθών και συντάξεων. Η τρόικα παρελθόν. Τα πεζοδρόµια να αστράφτουν και χωρίς να έχουν παρκαρισµένα αυτοκίνητα. Τέταρτη έκπληξη. Τσιµπήθηκα. Στον «Ευαγγελισµό», όπου πήγα για να επισκεφθώ συγγενή µου, ένιωσα ότι δεν βρίσκοµαι στην Ελλάδα. Τι χλιδή, τι καθαριότητα, τι οργάνωση. Να τα χαµόγελα και οι φιλοφρονήσεις. Ούτε µία διαµαρτυρία. Μάλιστα, ακόµη και υγιέστατοι ζητούσαν να επισκεφθούν το νοσοκοµείο-πρότυπο. Στην Οµόνοια (και στις γύρω περιοχές) «εξαφανί στηκαν» οι µετανάστες και οι τοξικοµανείς. Και οι τουρίστες δεν προλαβαίνουν να τραβούν βίντεο και φωτογραφίες µπροστά σε αυτήν τη µοναδική οµορφιά. Ηταν µεσηµέρι, όταν κοντά στην Κλαυθµώνος µια 25χρονη ξανθιά µε γούνα, µίνι και ψηλές µπότες µού έκλεισε το µάτι. Κεραυνός. Σεισµός. Τσιµπήθηκα µέχρι... µαυρίσµατος. Γύρισα πίσω µου και ξαναγύρισα µήπως κάνω λάθος. Και αυτή, φιλήδονα – µε προκλητική ευθύτητα –, µου ζήτησε να πάµε για καφέ. Καµία έκπληξη. Πάντα ζούσα στον κόσµο µου. (TA NEA-16/02/2011).

6. Η ΒΑΘΕΙΑ ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ: ''Φοβόμαστε πλέον και τη σκιά μας'', μονολογούσε η ηλικιωμένη κυρία κατεβαίνοντας χτες τις σκάλες του μετρό στην Ομόνοια. Και είχε δικιο. Η ανασφάλεια ειναι πλέον η σημαία της καθημερινότητας. Ληστείες, δολοφονίες, απολύσεις, χρέη στις τράπεζες, αρρώστιες, αυτοκτονίες. Ξυπνάς και τα πρωινάδικα της τηλεόρασης σε.... καλημερίζουν με νέα οικονομικά μέτρα, με νεους φόρους, με θλιβερές ειδήσεις. Κατεβαίνεις στο ισόγειο της πολυκατοικίας και συναντάς μόνο λογαριασμούς και ειδοποιητήρια της εφορίας. Η τράπεζα ειναι πλέον μια αχώριστη φίλη σου. Πάντως κανονικό γράμμα έχουμε χρόνια να δούμε. Και όταν είδαμε μια επιστολή απο την Αμερική ζηλέψαμε τον παραλήπτη. Άλλωστε ο φθόνος αποτελεί το εθνικό μας σπορ. Φθονούμε ολους όσους ζουν καλύτερα απο εμάς. Αμφισβητούμε τα πάντα. Απο την αξιοπιστία των πολιτικών, των ΜΜΕ μέχρι και την επιτυχία ή τις ικανότητες του συναδέλφου μας στο διπλανό γραφείο. Φθονούμε τις επιτυχίες των άλλων. Αγνοώντας τη δική μας κατάντια. Και φυσικά έχουμε χάσει την εμπιστοσύνη. Όχι μόνο στις εκάστοτε κυβερνήσεις αλλά και στους γύρω μας. Η καχυποψία αντικατέστησε τη φιλία και την αλληλεγγύη. Κάθε χρόνο εχω παρατηρήσει οτι αρχίζουμε να στολίζουμε τα σπίτια μας, με τα Χριστουγενιάτικα, απο τα μέσα Νοεμβρίου. Ειναι βλέπεις αυτή η αίσθηση της μοναξιάς και θέλουμε να βάλουμε στη μίζερη ζωή μας λίγο χρώμα. Έχουμε ανάγκη τη ζεστασιά, ενα χέρι στον ώμο, λίγα λόγια αγάπης. Αναζητάμε τρυφερότητα και αλληλεγγύη σε μια κοινωνία που ο ένας προσπαθεί με κάθε τρόπο να 'βγάλει' το μάτι του άλλου, οπου κυριαρχεί η υποκρισία, το ψέμα, ο φθόνος και το προσωπικό συμφέρον. Αν δεν κάνω λάθος τα λαμπιόνια συμβολίζουν τα όνειρα. Που αναμοσβύνουν και όταν περάσουν οι γιορτές τα ξαναβάζουμε στην αποθήκη. Η φάτνη σε παραπέμπει στο παρελθόν. Σε όμορφες στιγμές αγάπης και ξενοιασιάς. Τότε που υπήρχε το χαμόγελο, η αληθινή αγάπη, η κατανόηση. Και το χριστουγεννιάτικο δένδρο συμβολίζει τη ζωή που θέλαμε αλλά δεν ζήσαμε. Γι αυτό το έλατο ικετεύει τον ουρανό. Οπως καθημερινά όλοι μας παρακαλούμε να βρέξει ή να χιονίσει ώστε να νοιώσουμε τη ζεστασιά της μοναξιάς νοιώθοντας την ασφάλεια του σπιτιού στην ανασφάλεια της ζωής μας. Αλήθεια δεν έχετε παρατηρήσει οτι στις γιορτές φίλων και συγγενών κάθε χρόνο παίρνουμε και δεχόμαστε ολοένα και περισσότερα τηλέφωνα;;; Γιατί αραγε;;; Η απάντηση κι εδώ εχει να κάνει με τη μοναξιά. Ζούμε σε μια εποχή ανασφάλειας και ερημιάς, που έχουμε αποκούμπι πλέον την τηλεόραση. Αυτή πλέον ειναι η συντροφιά μας. Πάνε οι φίλοι, πάνε οι παρέες, τέλος τα γλέντια. Ο καθένας σηκώνει τον σταυρό του μαρτυρίου και ανεβαίνει στον δικό του Γολγοθά. Με το μυαλό ''καρφωμένο'' στα δάνεια, στα χρέη και στις θλιβερές ειδήσεις με αρρώστιες και θανάτους. Και ειναι αλήθεια οτι αυτή η αβάσταχτη μοναξιά, η βαθιά ψυχή της μοναξιάς, μας κινητοποιεί ώστε να τηλεφωνήσουμε ακόμη και σε ξεχασμένους φίλους και γνωστούς για να τους ευχηθούμε. Απογοητευμένοι απο τους πολιτικούς και την κοινωνία, στηρίζουμε πλέον τις ελπίδες μας στον ουρανό. Αγνοώντας ωστόσο οτι αυτός δεν στηρίζεται πουθενά. Ψάχνουμε σε κινητά, σε τηλεοπτικά σίριαλ, σε τυχερά παιγνίδια να βρούμε λιγες σταγόνες ευτυχίας, να ανακαλύψουμε τη ζωή που φεύγει, που τρέχει ασθμαίνοντας. Δυστυχώς...

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

ΑΥΤΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΠΟΛΥΜΕΝΩΝ

Να αποκτήσουν ασφαλιστική κάλυψη μπορούν οι άνεργοι άνω των 55 ετών, που είναι ένα βήμα πριν από τη συνταξιοδότηση (ιδιωτικός τομέας). Η σχετική απόφαση δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως( Αριθμ. Φ. 11321/22575/1810/11 (ΦΕΚ 2297 Β/13-10-2011): Αυτασφάλιση στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ απολυομένων ηλικίας 55-64 ετών, σύμφωνα με το άρθρο 74 του ν. 3863/2010, όπως αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 66 του ν. 3996/2011 )και αφορά ασφαλισμένους στο ΙΚΑ των οποίων η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει καταγγελθεί μετά τις 15 Ιουλίου 2010 και μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2012. Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να είναι από 55 έως 64 ετών και να έχουν συνολικά 4.500 ημέρες εργασίας.


Σημειώνεται πως στο κόστος της αυτασφάλισης συμμετέχει υποχρεωτικά ο πρώην εργοδότης ως εξής:

- Σε ποσοστό 50% για ασφαλισμένους από 55 έως 60 ετών μέχρι και τρία έτη.

- Σε ποσοστό 80% για ασφαλισμένους από 60 έως 64 ετών μέχρι και τρία χρόνια. Το υπολειπόμενο κόστος της αυτασφάλισης (50% στην πρώτη περίπτωση και 20% στη δεύτερη) καταβάλλεται από τον κλάδο του ΛΑΕΚ(Λογαριασμος Αλληλεγγυης)..

Στην απόφαση προβλέπεται πως ως βάση για τον υπολογισμό των μηνιαίων εισφορών λαμβάνονται οι αποδοχές που αντιστοιχούν στον κατώτερο μισθό, όπως αυτός ορίζεται από την εθνική συλλογική σύμβαση. Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει ακόμα να γνωρίζουν πως:

-Ο χρόνος της αυτασφάλισης δεν αναγνωρίζεται ως διανυθείς στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα.

-Η αυτασφάλιση διενεργείται για 25 ημέρες τον μήνα (με εξαίρεση τον μήνα της απόλυσης).

-Η έναρξη της αυτασφάλισης γίνεται από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης.

-Επιμήκυνση του χρόνου της τριετούς κάλυψης των δαπανών αυτασφάλισης με πόρους ΛΑΕΚ μπορεί να γίνει σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Συγκεκριμένα, εφόσον υπολείπονται έως 150 ημέρες ασφάλισης για τη συμπλήρωση προϋποθέσεων συνταξιοδότησης

Το δικαίωμα για την ένταξη στο καθεστώς της αυτασφάλισης ασκείται με την υποβολή αίτησης στις Υπηρεσίες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ..

Με την αίτηση συνυποβάλλονται τα εξής δικαιολογητικά:

1. Βεβαίωση από την αρμόδια Υπηρεσία του ΟΑΕΔ ότι ο ενδιαφερόμενος είναι εγγεγραμμένος άνεργος. Στην ως άνω βεβαίωση θα αναφέρεται ρητά ότι ο ασφαλισμένος υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 66 του ν. 3996/2011.

2. Θεωρημένο αντίγραφο Κ.Σ.Ε. από τον ΟΑΕΔ.

3. Ασφαλιστικά βιβλιάρια του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και λοιπών φορέων κύριας ασφάλισης και, σε περίπτωση έλλειψής τους, απόφαση- βεβαίωση του φορέα ή των φορέων για το χρόνο ασφάλισης του αιτούντος από την οποία να προκύπτει ότι έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον 4.500 ημέρες ή 15 έτη ασφάλισης σε οποιοδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης και ότι τελευταίος ασφαλιστικός φορέας είναι το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

4. Νομίμως θεωρημένο αντίγραφο αστυνομικής ταυτότητας ή διαβατηρίου ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο δημόσιου φορέα από το οποίο να προκύπτει η ηλικία του.

5. Σε περίπτωση υπηκόων τρίτων χωρών, άδεια διαμονής σε ισχύ.

Το δικαίωμα της ένταξης στο πρόγραμμα της αυτασφάλισης ισχύει από την επόμενη της Κ.Σ.Ε., κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης από τον πρώην εργαζόμενο.

Λήξη της αυτασφάλισης επέρχεται όταν:

α. Ο δικαιούχος καταστεί συνταξιούχος εξ ιδίου δικαιώματος λόγω γήρατος ή αναπηρίας.

β. Με την συμπλήρωση του 64ου έτους της ηλικίας του.

γ. Με τη συμπλήρωση της 3ετούς διάρκειας αυτασφάλισης.

δ. Ο δικαιούχος -υπαχθείς στην αυτασφάλιση- υπήκοος τρίτης χώρας, παύει να διαθέτει νόμιμη άδεια διαμονής για εργασία σε ισχύ.

ε. Όταν η επιχείρηση διακόψει οριστικά και αποδεδειγμένα την λειτουργία της.

στ. Με υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/86 του ασφαλισμένου ότι επιθυμεί τη διακοπή της αυτασφάλισής του.

ζ. Με το θάνατο του υπαχθέντος στην αυτασφάλιση.

2. Αναστολή της αυτασφάλισης επέρχεται όταν ο δικαιούχος:

α. Λαμβάνει επίδομα ασθενείας από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

β. Αναλαμβάνει εργασία, ασφαλιστέα σε οποιονδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης.

γ. Συνταξιοδοτείται λόγω μερικής αναπηρίας ορισμένου χρόνου.

δ. Για οποιοδήποτε λόγο δεν καθίσταται διαθέσιμος στην αγορά εργασίας.

Η αυτασφάλιση δύναται να συνεχιστεί με την προϋπόθεση της υποβολής σχετικής αίτησης προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ από τον ενδιαφερόμενο εντός εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία άρσης του λόγου αναστολής.







Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

ΤΗΛΥΚΡΑΤΗΣ:ΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ ΣΚΟΡΠΑΕΙ ΧΑΡΑ

ΑΚΟΥΣΕ ΤΟΝ ΥΜΝΟ ΤΟΥ ΤΗΛΥΚΡΑΤΗ
http://www.youtube.com/watch?v=oWhrVehHP50

Η εντυπωσιακή πορεία του ιστορικού Τηλυκράτη Λευκάδας στην Γ΄Εθνικη (για πρώτη φορά στην ιστορία του) μαζι με τις πρόσφατες νίκες στη Θεσσαλονίκη ,κατα του Ηρακλή και του Απόλλωνα Καλαμαριάς ,μας γεμίζουν με ενθουσιασμό.Η αγαπημένη Λευκαδίτικη ομάδα μας, ο Τηλυκράτης,μας δίνει χαρές σε μια ιδιαίτερα καταθλιπτική περίοδο.
 Ας δούμε ομως την ιστορική του διαδρομή:

Ο πρώτος αθλητικός όμιλος στη Λευκάδα ιδρύθηκε το 1925 από μαθητές του γυμνασίου και είχε το όνομα ''Σαπφώ'.(διατηρηθηκε μέχρι το 1926). Με το ΝΔ 1926 συστήθηκε Διεύθυνση Εθνικής Φυσικής Αγωγής (ΔΕΦΑ). Έτσι δόθηκε στους νομάρχες το δικαίωμα να ιδρύουν συλλόγους Εθνικής Φυσικής Αγωγής(ΣΕΦΑ). Με βάση αυτό το ΝΔ ιδρύθηκε στη Λευκάδα(από τη Νομαρχία Πρεβέζης) ο σύλλογος Εθνικής Φυσικής Αγωγής 'ο Τηλυκράτης'(χρονολογία ίδρυσης 3-5-1927). Ο πρώτος 'Τηλυκράτης' ήταν ο μόνος ΣΕΦΑ και ήταν Σύλλογος Εθνικής Φυσικής Αγωγής, αρχικά με τμήμα αθλητισμού στίβου, ποδοσφαίρου κλπ αθλοπαιδιών και τμήμα εκδρομικό και κολύμβησης. Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο του Τηλυκράτη αποτέλεσαν οι: Χριστ. Λάζαρης, Αναστ. Μανούδης, Ιωάννης Σταματέλος, Θρασύβουλος Αραβανής και Τάκης Καλυβιώτης. Η δράση του συλλόγου αρχίζει από το 1928 με πρώτο γυμναστή στον Ευστάθιο Σάντα. Κατά διαστήματα στα επόμενα χρόνια ιδρύθηκαν διάφοροι άλλοι όμιλοι οι οποίοι στη συνέχεια συγχωνεύθηκαν στο Τηλυκράτη. Εχει για χρώματα το μπλε και το κόκκινο, που συμβολίζουν δύο μεγάλες αγάπες των Αγιομαυριτών. Το μπλε την Ελλάδα και το κόκκινο το ποδόσφαιρο. Στις φανέλες, στο αριστερό μέρος υπάρχουν τα κεφαλαία γράμματα ΤΛ που σημαίνουν Τηλυκράτης Λευκάδας. Το ονομα του Τηλυκράτη('ο άνθρωπος που κρατεί μακρύ δόρυ») ανήκει σε Λευκαδίτη πλοίαρχο(εδώ ο ιστορικός Παν. Ροντογιάννης βάζει ερωτηματικο για το αν ήταν πλοίαρχος) ο οποίος διακρίθηκε ιδιαίτερα στη ναυμαχία στους 'Αιγούς Ποταμούς'(στα τέλη Αυγούστου του 405 πχ) οπου καταστράφηκε οριστικά η Αθηναϊκή δύναμη. Τον Τηλυκράτη εικόνιζε ο ένας από τους λαμπρούς εκείνους ανδριάντες των 'ναυάρχων', που οι νικητές στήσανε στους Δελφούς μετά τη ναυμαχία(Παυσανίας 10.9,4):<<'Λακεδαιμονίων δε απαντικρύ τούτων αναθήματα εστίν επ΄Αθηναίων, Διόσκουροι και Ζεύς και Απόλλων τε και ΄Αρτεμις.. Ανάκεινται δε και όπισθεν των κατειλεγμένων, όσοι συγκατειργάσαντο τω Λυσάνδρω τα εν Αιγός ποταμοίς ή αυτών Σπαρτιατών ή από των συμμαχησάντων εισί δε οίδε εκ δε Αμβρακίας και Κορίνθου τε και Λευκάδος Τηλυκράτης και Πυθόδοτος Κορίνθιος και Αμβρακιώτης Ευαντίδας.''.
 Η μακρόχρονη πορεία του Τηλυκράτη στα ποδοσφαιρικά πράγματα είχε και κάποιες μεταπτώσεις για την ομάδα. Το 1963 με στόχο την εκπροσώπηση του λευκαδίτικου ποδοσφαίρου σε μεγαλύτερες κατηγορίες (κυρίως στη Β' Εθνική) ο Τηλυκράτης συγχωνεύτηκε με τη δεύτερη μεγάλη ομάδα της Λευκάδας, τον Λευκάτα (είχε ιδρυθεί το 1951), και έφτιαξαν τον Παλλευκάδιο. Το δικτατορικό καθεστώς των στρατοκρατών έδωσε στον σύλλογο το όνομα «Φοίνικας» Λευκάδας. Τις πρώτες ημέρες της μεταπολίτευσης το 1974, η ομάδα πήρε και πάλι το πραγματικό της όνομα, Τηλυκράτης, που συνεχίζει την πορεία της με επιτυχία.
Μέχρι τωρα (πριν δηλαδή την 'ανοδο του εφέτος στην Γ εθνικη)η κορυφαία στιγμή στην πολύχρονη χρονη ιστορία του Τηλυκράτη(εκτός από την κατάκτηση κυπέλων στην περιφέρεια της Ηπείρου) ηταν η προσπάθεια του το 1975 να βρεθεί στη Β' Εθνικη-επαγγελματική- κατηγορ'ια. Στις 20 Μαρτιου του 1975 -ως πρωταθλητής του Νοτίου Ομίλου Ηπείρου- αρχισε από το Γύθειο τους αγώνες διαβαθμίσεως για τη Β' Εθνική κατηγορία. Εκει νικησε με 2-1 τον Πανγυθειακό. Το πρώτο γκόλ πέτυχε ο Πάνος Πολίτης στο 12' με σούτ εξω από τη μεγάλη περιοχή. Στο 17' ισχυρότατο σούτ του Κολογγιού προσεκρουσε στο δοκάρι. Στο 76' ισοφάρισε ο Χατζάρας του Πανθυγειατικου και στο 87΄εσημειωσε το νικητηριο τέρμα ο Γιώργος Χρήστου με κεφαλιά κατόπιν σέντρας του Γαντζία. Η συνθεση ηταν Κόγκας, Γατζίας, Καράμπαλης, Σκληρός, Φούκας, Γιωργος Πολίτης(ο Νταϊντας που εφυγε προσφατα απο τη ζωή), Λογοθέτης, Γράψας, Πάνος Πολίτης, Ε. Θερμός,. Κολογγιός. Στο 73' λογω τραυματισμου ο Γράψας αντικαταστάθηκε από τον Γ. Χρήστου ενώ ο Θερμός αντικαταστάθηκε από τον Γραμματικόπουλο. Μετα από μια σειρά νικηφόρων αγώνων(πχ 5-0 επι της ΑΕΚ Τριπόλεως) ερχεται στις 14/5/1975 ο ιστορικός αγωνας στην Αθήνα(γηπεδο Ηλιούπολης) με τον Αγιο Δημητριο(Μπραχάμι). Ο αγώνας αυτός ηταν ιδιαίτερα κρίσιμης σημασίας αφου με μια νίκη επι του πανίσχυρου Αγιου Δημητρίου ειχε μεγάλες πιθανότητες να βρεθεί στη Β΄κατηγορία του επαγγελματικού πρωταθλήματος. Τον αγώνα παρακολούθησαν περίπου 1200 Λευκαδίτες (αριθμός-ρεκόρ ) μεταξυ των οποίων και σύσσωμο το ΔΣ του συλλόγου Λευκαδίων Αττικής το οποίο το ιδιο βράδυ παρέθεσε δείπνο στην αποστολή του 'Τηλυκράτη' -στην ταβέρνα ''Σβίγγος'' στην Κυψέλη. Ο αγώνας ηταν συναρπαστικός αλλα παρά την μεγάλη προσπάθεια η Λευκαδίτικη ομάδα ηττήθηκε με 2-0(Πάτσης 19', Φωτουλάκης 87'). Οι αθλητικές εφημερίδες της εποχής έγραψαν για τον 'Τηλυκρατη': '''Τρομερη ομάδα με δεμένη άμυνα, έξοχο κέντρο και επίθεση φωτιά, είναι ένα συγκρότημα με μεγάλες αξιώσεις''. Στους διακριθέντες της αναμέτρησης ηταν οι: Γράψας, Λογοθέτης, Παν. Πολίτης και Χρήστου.
Για μια εξαετία παρακολουθούσα όλους τους αγώνες του ως ανταποκριτής των αθλητικών εφημερίδων της Αθήνας. Θυμάμαι ότι ήταν καταπληκτικοί ποδοσφαιριστές: ο Πάνος Πολίτης, ο Γιώργος Πολίτης(Νταιντας), o Πανος Σκληρός, ο Λακης Αρωνης, Γεράσιμος Κολογγιός, Θωμάς Γληγόρης, Χρηστος Γατζίας, Πανος Χαλκιας, Ανδρεας Κολόκας, Εκτωρ Θερμός, ο Γιώργος Χρήστου, ο Σπύρος Φούκας, ο Ζώης Λογοθέτης, ο Θανάσης Γράψας, ο Λάμπρος Φούκας, και τόσοι άλλοι που ας με συγχωρήσουν αν τους ξέχασα. Λευκαδίτες ποδοσφαιριστές που ίδρωσαν, μάτωσαν για τη φανέλα, χωρίς οικονομικά κίνητρα αλλά με όπλο την αγάπη τους για το άθλημα και τη Λευκάδα μας.
ΥΓ Ως παλιός ποδοσφαιριστής αλλα και ρεπόρτερ κατα τη δεκαετια του 1970, νοιώθω διπλά ικανοποιημένος για την θριαμβευτική πορεία και την εκπλήρωση ενός ονείρου με δεδομένο οτι ειμαι και ο στιχουργός του ύμνου του Τηλυκράτη μας.

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

50 ΧΡΟΝΙΑ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΛΕΥΚΑΔΑΣ



Ημουν δεν ήμουν στα 16. Αύγουστος καυτός με τα μακροβούτια απο τον Πόντε και τα μουράγια, με την παλιά Λευκάδα στα φόρτε, η κλασσική βόλτα στου 'Πάπιου'και στου 'Αμερικάνου' στην Κουζούντελη, μπάλα ξυπόλυτοι στα τηγάνια(αλυκες), μπάνιο στο Κάστρο, ραντεβουδάκια στα Βαρδάνια, γλυκά στον μπάρμπα- Αντρέα, ξενύχτια με καντάδες. Και οχι μόνο. Ενα σκηνικό -ονειρο που ακομη και σημερα ανασύρω απο την μνήμη μου ως αντικαταθλιπτικό στη σχιζοφρένεια της οικονομικής κρίσης. Και μπορεί να χάθηκαν οι αναμνήσεις μαζι με τούς ήρωες των παιδικών μας χρόνων αλλα θα μείνουν για πάντα αναμένες λαμπάδες στο μυαλό μου.

Και το φεστιβάλ. Αχ! αυτο το φεστιβάλ. Με τις μαζορέτες που μας 'εμειναν σαν ενα φλασάκι στην εφηβική μας μνήμη. Που τις περιμέναμε τόσο καιρό για να γεμίσουν τα άδεια καλοκαίρια της καρδιάς μας. Να φλερτάρουμε ζώντας την ψευδαίσθηση της κατάκτησης.Mε τα άτακτα καρδιοκτύπια. Και 'εφευγαν σαν τα κύμματα του Κάστρου, αφηνοντας πίσω υποσχέσεις αλλα και τη γλυκειά αίσθηση της μοναξιάς. Καθε φορά που τελείωνε το φεστιβάλ ερχόνταν το φθινόπωρο και στην καρδιά μου. Με τα μουντά πρωινά του Αη Γιαννιού και τις ψιχάλες στα τσίγκινα σπίτια .Το φεστιβάλ. Με τις παράξενες μαύρες φυλές, τους Κινέζους αλλα και τα ξέφρενα γλέντια. Φυλές που δεν ειχα ξαναδεί ποτέ.Και με(μας)εντυπωσίαζαν.. Με τις ζόρκες, τους μάο-μαο, τους Παραγουανούς. Αχ αυτο το φεστιβάλ. Με την παρέλαση και τον Βούλη με τα παράσημα του. Τον Ζακχαίο με τις καστανιέτες. Τις σερπατίνες, τα ξενύχτια.

Το Διεθνές Φεστιβάλ Φολκλόρ της Λευκάδας -το οποίο συμπληρώνει φέτος 50 χρόνια ζωής-είναι ο αρχαιότερος πολιτιστικός θεσμός στη χώρα μας στους τομείς του χορού και της μουσικής, της παγκόσμιας παραδοσιακής κληρονομιάς, με πανελλήνια και διεθνή καταξίωση. Πρόκειται για ένα θεσμό που προωθεί, από την ίδρυσή του το 1962 από τον Αντώνη Τζεβελέκη, μέχρι σήμερα, την ιδέα της ειρήνης, της φιλίας, της συναδέλφωσης αλλά και της αλληλεγγύης των λαών του κόσμου μέσα από τις λαϊκές μορφές τέχνης του χορού και της μουσικής. Είμαστε φυσικά περήφανοι για την πρωτοπορία της Λευκάδας και στο φολκλορικό φεστιβάλ. Μόνο που οι καιροί άλλαξαν και εκ των πραγμάτων θα πρέπει να αλλάξει και να βελτιωθεί και ο θεσμός. Εκτιμώ οτι μέσα σε αυτή την πρωτόγνωρη οικονομική κρίση που εχει δηλητηριάσει τη ζωη μας θα πρέπει να βρεθούν αντίδοτα πολιτισμού. Και σε αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να επανασχεδιαστεί ο θεσμός του φεστιβάλ με στόχο την μεγαλύτερη προσέλκυση θεατών και κυρίως νέων σε ηλικία. Και ευκαιρίας δοθείσης θα πρέπει στη φετινή επετειακή έναρξη των εκδηλώσεων να τιμηθούν όσοι προσέφεραν στο θεσμό και μεταξύ τους ο Βασίλης Θερμός.

Οπως σημειώνεται σε σχετικό σημείωμα του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Λευκαδας, μέσα από τις πλούσιες παραδόσεις και τους καταξιωμένους λαϊκούς κώδικες έκφρασης και επικοινωνίας. Μέσα από τη γλώσσα της φαντασίας και της δημιουργικότητας οι λαοί του κόσμου συναντώνται κάθε Αύγουστο στη Λευκάδα ανταλλάσσοντας ότι πολυτιμότερο διαθέτουν: τα δημιουργήματα της πνευματικής και καλλιτεχνικής τους έκφρασης έτσι όπως αυτά σμιλεύτηκαν δια μέσου των αιωνόβιων παραδόσεών τους. Για να συνεχίσουν μέσα από τη μέθεξη αυτή και μέσα από τη γλώσσα της δημιουργίας, τη δρομολόγηση νέων μορφών επικοινωνίας και συνεργασίας σε μια βάση που, εξ΄αντικειμένου, τους δίνει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν από κοινού την πρόσβαση στο δικαίωμα της διαφοράς. Γιατί είναι σε όλους μας γνωστό ότι η γλώσσα της τέχνης αμβλύνει τις λοιπές
καταβολές: πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές κ.α. αφήνοντας ελεύθερο το επίπεδο της επικοινωνίας. Το φεστιβάλ λαμβάνει χώρα την τελευταία εβδομάδα κάθε Αυγούστου, (από Κυριακή σε Κυριακή), ξεκινώντας με την μεγάλη παρέλαση της ειρήνης και της φιλίας, την βραδινή τελετή έναρξης (1η Κυριακή) με την ολιγόλεπτη εμφάνιση όλων των συγκροτημάτων, τις σταδιακές εμφανίσεις τους κατά τη διάρκεια της εβδομάδας και φτάνει στο αποκορύφωμά του με την μεγαλειώδη τελετή λήξης, τις ανταλλαγές δώρων και τον τελικό χορό της ειρήνης από όλα μαζί τα συγκροτήματα την 2η Κυριακή.

-Συμμετοχές: Στο Διεθνές Φεστιβάλ Φολκλόρ της Λευκάδας έχουν συμμετάσχει εκατοντάδες συγκροτήματα από ανάλογες χώρες του εξωτερικού καθώς και από τη χώρα μας. Μπορούμε λοιπόν να αναφερόμαστε σε χιλιάδες ξένων και ντόπιων
καλλιτεχνών: χορευτών, τραγουδιστών, μουσικών κ.λπ.

-Εθελοντισμός:: Στην εκτέλεση της διοργάνωσης συμμετέχουν δεκάδες νέες και νέοι της πόλης της Λευκάδας, ηλικίας 15-18 ετών ως διερμηνείς, συνοδοί και ξεναγοί.

Οργανωτές Φεστιβάλ (1962-σήμερα):

1962-1965 Επιτροπή: Σύλλογος Λευκαδίων, Ορφεύς Λευκάδας, Δήμος Λευκάδας, Επιφανείς Λευκαδίτες.

Υπεύθυνος: Αντώνης Τζεβελέκης.

1966-1967 Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού.

1968-1973 Δήμος Λευκάδας.

Υπεύθυνος Προγράμματος: Γιάννης Αθηνιώτης

1974 Δεν έγινε λόγω των γεγονότων της Κύπρου.

1975-1978 Δήμος Λευκάδας.

Υπεύθυνος: Αντώνης Τζεβελέκης.

1979-σήμερα Πνευματικό Κέντρο Δήμου Λευκάδας.
============================================

 ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ(1987,του ΗΛΙΑ ΓΕΩΡΓΑΚΗ).

Κινήσεις γοργές, φιγούρες, στροφές
θάλασσα, χρώματα, νότες τρελές,
σημαίες, στολές, βροχή μουσικής.
γέλια, χοροί, αγάπες, σκηνές
φωνές που σου λεν
ποτέ μην ξεχάσεις αυτό που θα δεις.

Λευκάδα του ήλιου, νησί της χαράς
του κόσμου τον πόθο για ειρήνη κρατάς,
κανόνια, πόλεμοι, μίση, φωτιές
για μας είναι λάθη π’ ανήκουν στο χτες,
απόψε μια ανάσα είμαστ’ όλοι οι λαοί
οι νέοι ελπίζουν, διψούν για ζωή.

 ====================================

ΠΗΓΗ-ΦΩΤΟ:www. lefkasculturalcenter.gr


--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

H ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΧΩΡΙΚΩΝ ΤΟ 1357-Ο ΑΥΘΕΝΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΟΣ ΓΡΑΤΙΑΝΟΣ ΤΖΩΡΤΖΗΣ

πίνακας του Θεμ.Καρφάκη
O Αυθέντης Λευκάδος Γρατιανός Τζώρτζης και η εξέγερση των χωρικών το 1357 (Κάρολος Χοπφ – Ιωάννης Ρωμανός) .

«- Πούθε κατάγεσαι μωρέ;

Εδώθε… Σφακισάνος.

- Κ’ εγώ, σκουλήκι αγνώριστο, ο Τζώρτζης ο Γρατζιάνος,

αφέντης σου παντοτινός, τύραγνος, άρχοντάς σου.

Αυτό το χώμα, που πατώ, οι πέτραις, τα νερά σου,

ήμερο κι’ άγριο κλαρί, τ’ αγέρι σου, η ψυχή σου

όλα δικά μου, μάθε το. Βουνού και λόγγου αγρίμι,

τα ζωντανά σου, τα παιδιά, το αίμα σου, η τιμή σου,

είτ’ έχει τρίχα, είτε φτερό, σιχαμερό ψοφήμι,

το διαβατάρικο πουλί σ’ εμέ μονάχ’ ανήκει

κι’ αξίζει το κεφάλι σου λαγόπουλο ή περδίκι.

Γι’ αυτ’ όθε θέλω θα περνώ κ’ εγώ και τα σκυλιά μου,

τίποτε δεν ορίζετε κ’ είναι κι’ αυτή σπορά μου.

Κι’ ούτ’ άλλη τύχη αξίζετε. Γενιά καταραμένη,

δειλή, κακογεράματη, στον κόσμο ακόμα μένει

για να πομπεύη τώνομα και την κληρονομιά της!»

Έτσι περιγράφει ο Βαλαωρίτης, τη συνάντηση του ήρωά του Φωτεινού, σύμβολο της εξέγερσης του 1357 των χωρικών της Λευκάδας εναντίον των Φράγκων, με τον Αυθέντη Λευκάδος Γρατιανό Τζώρτζη. Ο Γρατιανός Τζώρτζης καταγόταν από τον επίσημο ευγενή οίκο των Zorgi (Γεωργίων) της Ενετίας. Διοικούσε τη Λευκάδα από το 1355 ή ίσως πιθανότερο από το 1343, στην αρχή ως αντιπρόσωπος του φεουδάρχη Βάλτερου (Ουαλτέριος κατά τον Χοπφ-Ρωμανό) Βριέννιου και κατόπιν από το 1355 ως κύριος του νησιού, ανταμειβόμενος από τον Βάλτερο για τις προς αυτόν παρασχεθείσες εκδουλεύσεις. «… Τούτου ένεκεν ο Δουξ (σημ.: ο Βάλτερος) τω έτει τω προηγηθέντι της τελευτής αυτού, τη 18 Οκτωβρίου 1355 εν Παρισίοις παρεχώρησε τω Γρατιανώ και τοις απογόνοις αυτού την χωροδεσποτείαν απάσης της νήσου Λευκάδος και του φρουρίου της Αγίας Μαύρας εφ’ όρω να επικουρή τω Δουκί και τοις κληρονόμοις αυτού…». Ο Γρατιανός διοικούσε το φέουδό του από το κάστρο της Αγίας Μαύρας όπου έμενε με τον αδελφό του Νικόλαο και το γιο του Βερνάρδο. Ο Καθηγητής Κάρολος Χοπφ (Hoprf, Carl Hermann Friedrich Johann, 1832-1873) στην Ιστορική Πραγματεία του «Γρατιανός Ζώρζης – Αυθέντης Λευκάδος», που μεταφράστηκε στα Ελληνικά από τον Ιωάννη Ρωμανό (1836-1892) και εκδόθηκε στην Κέρκυρα το 1870 στο τυπογραφείο Ιωνία των αδελφών Κάων, περιγράφει ως εξής τα γεγονότα της εξέγερσης των χωρικών:

«… Τότε πρώτον απέβη κρίσιμος η θέσις αυτού (σημ.: εννοεί το Γρατιανό Τζώρτζη), ότε ο μεν Νικηφόρος, υιός του παλατίνου Κόμητος Ιωάννου, ενόπλω χειρί επανέκαμπτεν εκ Κωνσταντινουπόλεως προς ανάκτησιν της εαυτού Δεσποτείας, οι δε Αλβανοί προσωτέρω προήλαυνον, στρατηγούντος Καρόλου Θωπίου, επικαλούντος εαυτόν de domo Franciae, ούσης της μητρός αυτού νόθου τινός εκ του της Νεαπόλεως οίκου. Τούτων ένεκεν απετάθη εις Ενετίαν, ικετεύων ίνα κελεύσωσι προς τον Μοίραρχον του κόλπου να προσορμισθή εις τους λιμένας της Λευκάδος κατά τιν εις Ανατολήν διάπλουν, επί υποσχέσει χορηγήσεως 1000 μοδίων σίτου προς διατροφήν αυτού, δεόμενος εν ταυτώ ίν’ ανακηρύξωσιν εαυτόν πολίτην Ενετόν προς μείζονα από των πειρατών σκέπην. Η Σύγκλητος ασμένως εδέχθη τη 28 Ιανουαρίου 1357 την προσφοράν ταύτην, αναθείσα τον προσδιορισμόν της ποσότητος των προσενεκτέων σιτηρών εις τον Μοίραρχον του κόλπου. Αλλ’ ότε ο Πέτρος Σορέντζος, περιβεβλημένος το αξίωμα τούτο, ήλθε τη 5 Μαΐου εις το φρούριον της Αγίας Μαύρας και απήτησε τα υποσχεθέντα σιτηρά, παρά προσδοκίαν ουδέν εύρε. Διότι κατά τον Μάρτιον μήνα οι υπήκοοι του Γρατιανού, διεγειρόμενοι παρά του Νικηφόρου και του νεωστί αναγορευθέντος παλατίνου Κόμητος Κεφαλληνίας και Ζακύνθου Λεονάρδου Α’ του εκ Τόκκων -επ’ αυτώ τούτω αναδειχθέντος τότε υπό Ροβέρτου της Αχαΐας- επανεστάτησαν κατ’ αυτού, ωχυρώθησαν εν τη ακροπόλει Επισκοπία και συνέκλεισαν αυτόν εκείνον εις την πρωτεύουσαν και το φρούριον αυτής. Ύστερον δε τη 22 Απριλίου ήλθε μετά πεζών και ιππέων στρατάρχης τις του Δεσπότου Νικηφόρου, όστις απήγαγε δεσμίους τους ενετούς εμπόρους και συνέταξε τους αποστατήσαντες. Άμα δ’ εκείνου απελθόντος, και ο Κόμης παλατίνος Λεονάρδος Α’ ήρξατο εποφθαλμιών επί της Λευκάδος, καθ’ α πρώην εξαρτωμένης εκ της παλατίνης Κομητείας, και προσωρμίσθη μετά δύο νεών, ίνα κατασκοπήση την χώραν. Των πραγμάτων ούτω δυσχερώς εχόντων, ο Γρατιανός δεν ηδυνήθη, ως εικός, την εαυτού υπόσχεσιν να εκπληρώση. Αλλ’ έτι μάλλον περί τας κρίσεις αυτού ηπατήθη, φαντασθείς ότι ειλικρινώς και βαθέως ηγαπάτο υπό των πλείστων των υπηκόων αυτού και ότι, εάν μετά μόνον εκατόν ανδρών επεχείρει αντιπερισπασμόν εις Επισκοπίαν, ήθελον εκείνοι διατελέση αυτώ πιστότατοι. Προς τον Γρατιανόν, ως πολίτην ενετόν όντα, ο Σοράνζος εχορήγησε παραχρήμα εκατόν άνδρας, μεθ’ ων ο Γρατιανός και ο αδελφός αυτού Νικόλαος εστράτευσεν προς νεόκτιστον φρούριον, δέκα μίλια εκ Λευκάδος απέχον. Η οδός ήγε δι’ αποκρήμνων ορέων και ουδείς των Γραικών εφαίνετο. Το φρούριον, αφρούρητον ον, αμέσως επυρπολήθη μετά των πέριξ πηλίνων ως επό το πολύ και αχυροσκεπών οικιών, ουδεμιάς ζωοτροφίας ή άλλου τινός των επιτηδείων εκεί ευρεθέντος. Ου μακράν απ’ αυτού εν τοσούτω συνηγέρθησαν οι Γραικοί, 500 πεζοί και 40 ιππείς, οίτινες τον μεν Γρατιανόν εδέχθησαν λοιδορούντες, τους δε ενετούς οπλίτας έβαλλον, ετόξευον και εσφενδόνων ούτως, ως ε ηνάγκασαν αυτούς εις υποχώρησιν προς το φρούριον της Αγίας Μαύρας. Ίνα δ’ επισπεύση την πορείαν, ηβουλήθη ο Γρατιανός ν’ αγάγη την ευάριθμον στρατιάν δι’ επιτομωτέρας και ευπορωτέρας παρά ταις ναυσίν οδού, αλλ’ ου γινώσκοντος εκείνου ακριβώς αυτήν, αφίκοντο μετ’ ου πολύ εις άβατον φάραγγα (σημ.: ο Π. Ροντογιάννης αναφέρει στο έργο του «Ιστορία της νήσου Λευκάδος -Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, Τόμος Α’, σελ. 310, Αθήνα 1980- ότι πρόκειται πιθανότατα για την τοποθεσία «Κακό Λαγκάδι»). Απειρηκότες υπό του καμάτου, ταλαιπωρούμενοι υπό τε της δίψης και της πείνης, ήλθον τέλος εις οροπέδιον, ένθα διενοούντο ν’ αναπαυθώσιν, ότε αίφνης οι Γραικοί επέπεσον πάντοθεν επ’ αυτούς και αιματώδης συνεκροτήθη αγών. Μόνον δε χάριν ετοίμως πεμφθείσεις παρά του στόλου βοηθείας ηυμοίρησαν να σωθώσιν οι συγκεκλεισμένοι, αλλ’ ο Γρατιανός και ο Νικόλαος απήχθησαν εις την Επισκοπίαν αιχμάλωτοι και δέσμιοι. Βερνάρδος ο του Γρατιανού (σημ.: πρόκειται για το γιο Γρατιανού) μείνας εν τω φρουρίω μετ’ ασθενούς φρουράς εκ μόνων πεντεκαίδεκα ανδρών συνισταμένης, ένδακρυς εξώρκιζε τον ενετόν Μοίραρχον, ίνα μη εγκαταλείψη αυτόν. Ο Σοράντζος, εις το συμφέρον της Ενετίας προ παντός άλλου σκοπών, εσκέφθη, ότι η νήσος καλώς διαχειριζομένη ήθελεν αποφέρη ετήσιον δισχιλίων χρυσών φλωρίων εισόδημα και ότι επικίνδυνος ήθελεν αύτη καταστή, κυριευομένη υπό του Νικηφόρου και κρησφύγετον των πειρατών γινομένη. Αλλά μη δυνάμενος να παραμείνη, διότι έμελλε καθ’ ας είχεν οδηγίας ν’ αποπλεύση εις Αχαΐαν, υπεσχέθη να ξενολογήση χάριν του Βερνάρδου εν Κερκύρα και Γλαρέντση, εχορήγησε δ’ αυτώ εν τοσούτω τρισκαίδεκα άνδρας προς ενίσχυσιν της φρουράς. Η αγγελία αύτη συνετάραξε μεγάλως την Ενετίαν, Η Σύγκλητος, μη βουλομένη να υποβάλη εις περαιτέρω δυσχερείας τους εαυτής στρατιώτας, εκέλευσε προς πάντας τους εν τη νήσω διατριβόντας ενετούς να επανέλθωσιν οίκαδε. Ο Γρατιάνος όμως, όστις παρεδόθη αλυσίδετος τω Νικηφόρω, έγραψεν εκ του δεσμωτηρίου προς την πολιτείαν, ίνα μεσιτεύση υπέρ της απολυτρώσεως αυτού…»Ένα χρόνο αργότερα, το 1358, ο Νικηφόρος Ορσίνι θα σκοτωθεί κοντά στον Αχελώο και ο Κάρολος Θώπια θα αποφυλακίσει το Γρατιανό, ο οποίος θα επανέλθει στη Λευκάδα και θα συνεχίσει να κρατεί το νησί ως το θάνατό του το 1362. Αφορμή για την εξέγερση των χωρικών της Λευκάδας, σημειώνει ο Ροντογιάννης στο προαναφερθέν σύγγραμμά του, ίσως να αποτέλεσε η προσπάθεια του Γρατιανού να συγκεντρώσει τα 1000 μόδια σιταριού που είχε υποσχεθεί στο ναύαρχο Σορέντζο για την τροφοδότηση του στόλου του. Ίδια αφορμή -συγκέντρωση φόρου για την κατασκευή διώρυγας- είχε εξάλλου αποτελέσει, εκατονταετίες αργότερα, την εξέγερση των χωρικών το 1819 ενάντια στους Άγγλους κατακτητές.

ΠΗΓΗ: http: //www. kolivas. de/
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Βαλαωρίτης Aριστοτέλης- Φωτεινός. Άσμα Πρώτον.-Φωτεινός ο Zευγολάτης (απόσπασμα )

Πάρ' ένα σβώλο, Mήτρο,

και διώξ' εκείνα τα σκυλιά, που μου χαλούν το φύτρο.

O χερουλάτης έφαγε τ' άχαρα δάχτυλά μου

και στην αλετροπόδα μου ελυώσαν τα ήπατά μου.

Δυό μήνες έρρεψα εδεδώ, εσάπισα στη νώπη

μ' αρρώστια, με γεράματα! Bάσανα, νήστεια, κόποι

γι' αυτό το έρμο το ψωμί! Kαι τώρα που προβαίνει

σγουρό, χολάτο από τη γη, που πριν το φαν χορταίνει

τα λιμασμένα μου παιδιά, να το πατούν εμπρός μου

με τόση απίστευτη απονιά οι δυνατοί του κόσμου!...

Eξέχασες και δε μ' ακούς;... εσένα κράζω, Mήτρο,

διώξε, σου λέγω, τα σκυλιά, που μου χαλούν το φύτρο...

―Eίναι του Pήγα, δεν κοτώ... Γιά κύτταξ' εκεί πέρα

να ιδής· τί θρως που γίνεται, τί χλαλοή, πατέρα!

―Tί Pήγας, τί Pηγόπουλα! Eίν' ο καινούριος κύρης,

που πλάκωσε με ξένο βιό να γένη νοικοκύρης.

Παληόφραγκοι, που πέφτουνε σαν όρνια στα ψοφίμια,

εκείνοι πάντα κυνηγοί και πάντα εμείς αγρίμια.

Kαι συ τους τρέμεις, βούβαλε! Παιδί μες στη φωτιά σου,

που τρίβεις στουρναρόπετρα μ' αυτά τα δάχτυλά σου,

πώχεις τετράδιπλα νεφρά και ριζιμιό στα στήθια,

τους βλέπεις και σε σκιάζουνε! O δούλος, είν' αλήθεια,

λίπο ποτάζει μοναχά, ψυχή κ' αίμα δεν έχει.

[...] Oλόρθος μένει ο γέροντας, θολός στο πάτημά του,

και καρτερεί το σίφουνα, που μούγκριζ' εμπροστά μου.

Kάτασπρο το κεφάλι του, πυκνό, μακρύ το γένι

στα λιοκαμμένα στήθια του αφράτο καταιβαίνει

σαν ανθισμένη αγράμπελη, που πέφτει από κοτρώνι·

του χρόνου τ' άσπλαχνο γενί και της σκλαβιάς οι πόνοι

το μέτωπό του αυλάκωσαν, του τώχαν κατακόψει.

O ήλιος του φθινόπωρου τού ρόδιζε την όψη

ετύλλωνε τη φλέβα του, του πύρωνε τα χείλη

σαν κάποιος να ξεφτύλιζε, ν' άναβε το καντήλι

της συντριμμένης του ζωής κ' έρριχνε στην καρδιά του

της νιότης όλον τον θυμό και τα παληά όνειρά του.

Ξένος ζυγός δεν έγυρε του Φωτεινού την πλάτη.

Γι' αυτόν, για τους συντρόφους του, τα Σταυρωτά κ' η Eλάτη

ήσαν λημέρια απάτητα κ' εκείθ' ερροβολούσαν

και κάθ' εχτρό, που φύτρωνε, την νύχτα επελεκούσαν.

Tο ρέμμα του Σαρακηνού, τ' άγριο Δημοσάρι

χίλιες φορές το χόρτασε με φράγκικο κουφάρι

κ' ήταν σωρό τα κόκκαλα, που στην Kουφή Λαγκάδα

και στη Nεράιδα ασπρίζουνε γυμνά στην πρασινάδα.

Mόνος ακόμ' απόμενε. Tο Γήταυρο, τον Πάλα,

το Διγενή, το Pουπακιά, τους έφαγε η κρεμάλα,

κι άλλους εσύντριψε ο τροχός. Mια μέρα στο χορτάρι

μ' έναν παληόν παληκαρά, το γέρο το Θειοχάρη,

ετρώγαν ένα λιάνωμα κ' ερώτησε την πλάτη.

Kανείς ποτέ δεν έμαθε τί ξάνοιξε το μάτι

πάνου σ' αυτό το κόκκαλο, κ' ευθύς του λέει: ―«Πατέρα,

μου δίνεις την Aργύρω σου;» –την είχε θυγατέρα

ο προεστός μονάκριβη και πολυγυρεμμένη.

―«Nά 'ναι, παιδί μου, ώρα καλή και τρισευλογημένη!»

Kαι τώδωσε το χέρι του και την ευχή του ο γέρος.

Aπό τα τότε ημέρεψε. Eίχεν αρχίσει ο θέρος

κ' εζήλεψε χερόβολα κι αθεμωνιές κι αλώνι.

Eίδε οι καιροί πού 'σαν κακοί, φαρμακεμέν' οι χρόνοι,

ολόγυρά του συγνεφιά... Xίλιων λογιών θερία

εξέσχισαν το γένος του και παντοχή καμμία.

Συντρίμματα και χαλασμοί. Γαύρα παντού και λύσσα!

Kανένα γλυκοχάραμμα, νύχτα, σκοτάδι πίσσα.

Aρνήθηκε την κλεφτουριά, τα φλογερά όνειρά της

κ' έγινε ζευγολάτης.

Kι ο καταρράχτης του βουνού αντί με τ' άρματά του

πέτεται με τα σύνεργα, με τα καματερά του.

Ήθελε βόιδια κάτασπρα, μεγάλα, τραχηλάτα,

νά 'ναι στεφανοκέρατα, κοντόσφαγα, κοιλάτα.

T' αλέτρι σύμμετρο, βαρύ. Tα ξύλα του κομμένα

πάντα, σε χάση φεγγαριού, δεν είχανε κανένα

ποτέ τους ρόζο ή σκεύρωμα. Ήθελ' από πρινάρι

το χερουλάτη, τα φτερά, τον κέρο, το σταβάρι·

ζυγό και σπάθη από φτελιά. K' ήθελ' από αγριλίδα

νά 'ναι χυτές οι ζεύλες του. Mόνο ψωμί του, ελπίδα

ήτανε το ζευγάρι του. Mόνη κυρά του αφέντρα

στα χέρια του η βουκέντρα.

Γέροντα τον ελάτρευε πάντα κρυφά η Λευκάδα,

τον είχε πολεμάρχο της, χωρίς να πάρη αχνάδα

ξένος κανείς του μυστικού. Kι όταν ο ζευγολάτης

μέσα σε κόσμο επρόβαινε, μεριάζαν τα παιδιά της

κ' επροσκυνούσαν ξήσκεπα, τον είχε βασιλιά του

φτωχός, πανόρφανος λαός και τ' άσπρα τα μαλλιά του

στο μέτωπό του ελάμπανε το βαρυπληγωμένο

ωσάν κορώνα ατίμητη, σα φλάμπουρο υψωμένο.

Πάνου σ' αυτό το είδωλο, σ' αυτόν τον ασπρομάλλη

ακράτητη όλ' η φράγκικη ορμούσε ανεμοζάλη

κ' εκείνος μένει ασάλευτος σα βράχος που προσμένει

στα στήθια του τα ολόγυμνα τη θάλασσα ωργισμένη.

[...]

―K' εγώ, σκουλήκι αγνώριστο, ο Tζώρτζης ο Γρατζιάνος,

αφέντης σου παντοτινός, τύραγνος, άρχοντάς σου.

Aυτό το χώμα, που πατώ, οι πέτρες, τα νερά σου,

ήμερο κι άγριο κλαρί, τ' αγέρι σου, η ψυχή σου,

τα ζωντανά σου, τα παιδιά, το αίμα σου, η τιμή σου,

όλα δικά μου, μάθε το. Bουνού και λόγγου αγρίμι

είτ' έχει τρίχα, είτε φτερό, σιχαμερό ψοφήμι,

το διαβατάρικο πουλί σ' εμέ μονάχ' ανήκει

κι αξίζει το κεφάλι σου λαγόπουλο ή περδίκι.

Γι' αυτ' όθε θέλω θα περνώ κ' εγώ και τα σκυλιά μου,

τίποτε δεν ορίζετε κ' είναι κι αυτή σπορά μου.

Kι ούτ' άλλη τύχη αξίζετε. Γενιά καταραμένη,

δειλή, κακογεράματη, στον κόσμο ακόμα μένει

για να πομπεύη τώνομα και την κληρονομιά της!

Kαι στα στερνά τα λόγια του ένοιωσε ο ζευγολάτης

ότι ένα δάκρυ ενότιζε τ' ασπράδι του ματιού του

κι ολόρθες αναδεύοντο οι τρίχες του κορμιού του.

―Aν εξεράθη το κλαρί, πάντα χλωρή είν' η ρίζα

και μένει πάντα ζωντανό ή ρόδι φάγ' ή βρίζα

αυτό το βόιδι το μανό, π' όσο βαθειά ρουχνίζει

τόσο εύκολα μυγιάζεται κι ανεμοστροβιλίζει

και που το κράζουνε Λαό. Θα σπάση το καρίκι

και θα προβάλη με φτερά μια μέρα το σκουλήκι.

Tότε, πουλί το σερπετό, ποιός ξέρει πού θα φτάση!...

―Δείξε μου αυτό το λείψανο, που θα βρυκολακιάση.

―Eγώ... ο φτωχός, ο Φωτεινός, ο γέρος, ο ξεσκλιάρης,

που ρίχνω εδώ το σπόρο μου για να μου τόνε πάρης,

εγώ, που με τον ίδρωτα τα χώματα ζυμώνω

για να τρώγη άλλος το ψωμί, που τρέχω και κεντρώνω

την αγριλίδα του βουνού και που δεν έχω λάδι

ν' ανάφτω το καντήλι μου και ζω μέσα στον άδη·

εγώ, που με τα νύχια μου αναποδογυρίζω

το λόγγο και τα ριζιμιά, για να σας τα στολίσω

με κλήματα, που δεν τρυγώ και που ποτέ δεν έχω

λίγο κρασί κεφαλιακό, τη γλώσσα μου να βρέχω·

εγ' ο φτωχός ο μυλωνάς, που ζω σ' αιώνια ζάλη

και παίρνω κέρδος, πληρωμή, προσφάγι την πασπάλη,

που δεν ορίζω το παιδί, που πάντα ζω με τρόμο

και που δεν βρίσκω εδώ στη γη για να με κρίνη νόμο·

αυτός, αυτός είν' ο Λαός. T' άψυχο το κουφάρι

αυτό 'ναι το καματερό, το ψόφιο το κριάρι...

Mη ρίξης άλλο φόρτωμα στην έρμη του την πλάτη...

―Συμμάζωξε τη γλώσσα σου τη φιδινή, χωριάτη,

μη μου ξανάφτης τη χολή. Γονάτισε εμπροστά μου

και ζήτησε συγχώρεση για τα λαγωνικά μου...

Δε θες, αντάρτη, δεν ακούς;...

―Kαλύτερα το βρόχο

παρά τα γόνατα στη γη... Άρα-κατάρα τώχω...

Θά 'φιναν λάκκωμα βαθύ και θά 'ταν μέγα κρίμα,

τιμή να θάψω κι όνομα μέσα σ' αυτό το μνήμα.

―Tώρα θα ιδής, παλληκαρά... Aκούστε με, συντρόφοι,

και μη θυμώστε αν λυπηθώ αυτόν τον άγριον όφι...

Nα μας πλερώση τα σκυλιά με τα καματερά του,

και για την τόλμη πώλαβαν τα πέντε δάχτυλά του

να σφεντονίσουν κατ' εμάς, εκεί στο χερουλάτη

να συντριφτούν με το σφυρί... Σ' αρέσει, ζευγολάτη;

Kαι δυο σκιάδες πάραυτα ωρμήσανε κι αρπάξαν

τα βόιδια πού 'ταν στο ζυγό. Δύο άλλοι τον αδράξαν

κ' εδέσανε το χέρι του στο φοβερό χερούλι

με τη σφεντόνα πωύρανε. Ύστερα με τη σκούλη,

αρχίσαν, του κοντόσπαθου, αργά να πελεκάνε

τ' αντρειωμένα δάχτυλα και να περιγελάνε.

Όλο τ' αλέτρι εβάφηκε· το μαύρο το παιδί του

στο χώμα δίπλα εμούγκριζε, σαν νά 'βγαινε η ψυχή του.

K' εκειός ο γέρο δράκοντας χωρίς ούτε ν' αχνίση

εκύτταζε το αίμα του που πότιζε σα βρύση

τη γη του την ταλαίπωρη, και μέσα στην καρδιά του

με μιας αστράφτουν τα παληά τ' ανδραγαθήματά του,

κ' εσπιθοβόλησε στο νου χρυσόφτερ' η ελπίδα

με τη δική του εκδίκηση να σώση την πατρίδα.

Tο Φραγκολόγι εσκόρπισε βουβό κ' εντροπιασμένο

κι αφίνει εκεί το Φωτεινό στ' αλέτρι του δεμένο.

-Βαλαωρίτης Aριστοτέλης- Φωτεινός. Άσμα Πρώτον.

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΛΕΥΚΑΔΑ




 Η ΔΙΑΝΑ
ΤΟΥ ΝΟΤΗ ΜΠΡΑΝΕΛΛΟΥ


-Μπα, μπα, μαρή, κιο παραγίν’κε το κακό τση… Αυτήν δεν είναι «διάνα», χριστιανή μ’, είναι ξεπατωμός, ο Θέος να με σ’χωρέσει…
-Έλα, μαρή τσάτσα κι η αφεντιά σ’, τώρα!… Εγέρασες και σ’ αμποδάν’ ούλα! Ε, νύχτα που ‘ναι, το ρίχτ’ και τσότσο όξ’ ο κόσμος, να ξεδώκ’ ο νους του… -Τσώπα, καημένε, π’ θα μ’ τσου διαφεντέψ’ς κιόλας, δε ντρέπονται και δε σ’καίνονται, λέου ‘γώ… Και καλά οι κονσόλ’, εκείν’ οι άλλ’ όμως, ν’κοκυραίοι ανθρώπ’; Αυτοίν’ κάν’νε τα χ’ρότερα. Μόλ’ς βγει στ’ (μ)πιάτσα η μουζ’κή, πιάνονται αλαμπρατσέτο ούλ’ αντάμα, απ’ τα’ ναι πάντα του δρόμου στ’ν άλλ’ και με το «παραπάμ-παμ-παμ, παραπάμ-παμ-παμ» τση Διάνας, αρχ’νάνε εκειούς τσου σάλτους και τα’ αμποξίδια, π’ όγοιος βρεθεί μπροστά τσου πάει, τονε γκρεμίσανε, μαγάρι να ‘ναι κι εκατό χρονώνε. Άσε πάλε εκειές τσι καλότ’χες τσι κ’τσούνες, π’ όσες μείν’νε απούλ’τες, τσι πέρν’νε οι κονσόλ’ και τσι πετάνε ταψήλου κι όγοινε χριστιανό λάβ’νε πέφτοντας στο κεφάλ’ του, τον αφ΄ήν’νε καντάδο. -Κι εσύ πάλε, χριστιανή μου, μη (μ)παγαίνεις μπροστά τσου, σα (γ)και να ‘σαι κάνα τζόβενο, να μη σε γκρεμίζ’νε.
-Τι μ’ τσαμπ’νάς αυτού, μαρή ζουρλή; Ποιος πάει μπροστά τσου; Άλλ’ πρεμούρα δεν έχω, παρά να πάου μπροστά στου βουρλσμέν’ς!… Αλλά, μπορώ δα, να μη (γ)κάμω και τ’ στραβομάρα μου; Σ’κώθ’κα η καψερή τα’ν ώρα που γύρ’ζε το ταμπουρλάκι, ντύθηκα και χαζίρεψα το καντήλ’ μου. Έπλ’να τα’ (γ)κούπα του, τα’ άλλαξα τα’ (γ)καντηλήθρα και τόστριψα καινούρια φ’τίλια και πήρα το μαστραπά μου να πάου στ’ «Διάνα» να πάρω τα’ «αμίλ’το νερό» και τη (γ)κ’τσούνα μ’ και να γυρίσω δελόγκου στ’ μαγκουφιά μ’. Σ’λογίστ’κα όμως να πάρω καλύτερα τα’ λαΐνα μου. Βάνω, λέου, στο καντήλ’ μου, ραντίζω και το σπίτ’ κι όσο περ’σέψ’ το ‘χω για τα’ν αυγή, να μη ματαβγαίνω. Όμως, όχι, λέει, δε σ’ αφήν’νε οι κονσόλ’ ν’ αγιάσ’ς… Πάου, π’ λες, στο παζάρι, εδεκεί στη «βρύσ’ τ’ Αρέθα» και τα’ν ώρα π’ διάβαιν’ η μουζ’κή, απ’θώνω τα’ λαΐνα μου να γιομόσ’. Απάν’ στ’ν ώρα μ’ πετιέται, τση μαύρ’ς, ένας κόνσολας, τα’ν αρπάζ’ αλέστα κι αρχινάει τα κοσάκια και τσου σάλτους μπροστά απ’ τ’ «διάνα». Πάου κι εγώ η κακοφούρτ’νη από κοντά του και με σένια (δεν έκανε να κρίνω βλέπ’ς, για το δόλιο τ’ αμίλ’το νερό) το (μ)παρακαλάου να μ’ τ’νε δώκ’. Ναι, κυρά μ’… στο νου το ‘χε ο παλιόμ’λος. Με τυράγν’σε ίσαμ’ απάν’ στα «Χάβρ’κα» κι εδεκεί κάν’ ότ’ θα μ’ τ’νε δώκ’. Απλώνω το χέρ’ η καψερή να (ν)τ’ (μ)πάρω. Εκειός ο αγγελοκρουσμένος όμως τσι δίν’ ναι ταψήλου και πέφτ’ και γίν’κε τρίψαλα. Oραντίς κι είδα τέτοι πράμα, μούρτε τσαβαριαμέντο τσι πολύπαθ’ς κι αν’ξα κι εγώ το στόμα μ’ και δεν ήξερα τι έλεγε. «Μπα, π’ να μη σ’ εύρει ο άλλος χρόνος, παλιόμ’λε. Π’ να σε φάει κακό μαύρο χτικιό, αχρόνιαστε… Ν’ ακούσω γλήγορα τ’ απόφωνά σου… Π’ όπως μ’ αγγούσεψες απόψε, να σε σπαβεντάρ’ η Κυρά Φανερωμένη». Μωρέ… θα (ν)τόλεγα κι άλλα, αλλά, όπως στεκόμ’να στ’ μέσ’ στο παζάρ’ κι ερχόνταν’ ούλ’ εκείν’ η τσέτα, αλαμπρατσέτα, με τα σαλτίδια τση και τα’ αμποξές τση, μ’ δίν’ ναι και με πετάει μέσ’ στ’ αυλάκι ξερή… Κι έμ’να εδεκεί, ίσαμε π’ διάβ’κε «παραπάμ-παμ-παμ, παραπάμ-παμ-παμ» η μουζ’κή κι ούουουουλο κειό το πόπολο που τα’ν ακ’λούθαγε και στα στερνά κι ο Σταύρος, σαλτέρνοντας κι η αφεντιά τα’, με τα’ (γ)κόφα του παραμάσκαλα, γκαρίζοντας: «κ’τσούνεεεες…».
-Σπολλάτη, μαρή τσάτσα… Να ‘σαι και του χρόν’ καλά, να λες…
-Εεεε… Δεν είπα δα και τίποτσι…
*Παναγιώτη Τ. Ματαφιά (Νότη Μπρανέλου), Απ’ τον Αη-Μηνά ίσαμε τον Πόντε, Αθήνα 1992, σελ. 17-18.
 -----------------------------------------------------------------------------------------------------
Καλή χρονιά.Ποιά καλή χρονιά.Μας έχουν μαυρίσει την ψυχή.Ποιά έθιμα και ποια διάθεση;Η πρωτοφανής ληστεία των εισοδημάτων, στο όνομα της κρίσης, εχει παγώσει τα χαμόγελα και εχει ανατρέψει τις ζωές ολων.Και το 2012 θα είναι χειρότερο αφου έρχονται και άλλες’’ κεραμίδες’’ από την εφορία καθως και νεες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις.Και ενώ εχουν  ομολογήσει ότι η τρόικα 'εκανε λάθος στήν συνταγή της  με την περιπτωση της Ελλάδας, φέρνουν και νεα βάρβαρα, άδικα και αντιαναπτυξιακά  μέτρα τα οποία θα οδηγήσουν σε περαιτέρω ύφεση την οικονομία.Αυτο σημαίνει ότι η ανεργία θα εκτιναχθεί πανω απο 24% με 1,5 εκατομμύριο ανέργους  και οι μισθοί-συντάξεις θα περικοπούν πάλι σε σημείο να μιλάμε για φιλοδωρήματα.Ειναι πλέον δεδομένο οτι οι μισθοί παντού- σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα- θα μειωθούν στα 600-700 ευρω και οι συντάξεις για όλους στα 450-500 ευρώ.Παράλληλα τα λουκέτα και οι απολύσεις στις επιχειρήσεις θα λάβουν εκρηκτικές διαστάσεις  και ολα δείχνουν οτι το 2012 δεν θα ειναι μόνο δίσεκτο αλλα και εφιαλτικό.
Ας δούμε ομως τα Λευκαδίτικα έθιμα της πρωτοχρονιάς, για να ξεφύγουμε, έστω για λίγο, απο την κατήφεια, την κατάθλιψη και την ανασφάλεια.
Εμένα βαθειά χαραγμένα στη μνήμη μου, στα παιδικά μου χρόνια στη Λευκάδα, είναι  η Διάνα και τα φαρομανητά.Και όχι μόνο.Τα μονά-ζυγά τα μαντολάτα εξω απο το κουρείο του Σπύρου Μπόρσα στην κεντρική αγορά αλλά και η στρούνα που μου εδινε κάθε χρόνο μια καταπληκτική γυναίκα, η Ελένη η Καλογιάναινα, η μητέρα του ηθοποιού Ηλία Λογοθέτη.Ηταν ενα εικοσάρικο δραχμές.Το ιδιο ποσό θυμάμαι μου έδινε και ο παπούς μου ο Νιόνιος- ενας καλόκαρδος  μεροκαματιάρης μπρανέλος- που δεν θα τον ξεχάσω ποτέ για την αγάπη και την ζεστασιά του.
 
-Οι κουτσούνες:Κουτσούνες λέγονται οι αγριοκρεμμύδες. Θεωρούνται σύμβολα τύχης. Παιδιά -και όχι μόνο- ξεριζώνουν κουτσούνες απ’ τις εξοχές της Χώρας και των χωριών και τις πηγαίνουν στα σπίτια τους ή τις πουλάνε. Στα χωριά τις έβαζαν στο κατώι, πάνω σε μια καπάσα ή ένα βαένι με λάδι ή τις κρεμούσαν σ’ ένα πατωμάτερο. Στη χώρα τις τοποθετούσαν στην κουζίνα.
-Η βασιλόπιτα:Το καθιερωμένο γλύκισμα των ημερών και το παραδοσιακό λευκαδίτικο γλυκό, το ταιριαστό σε κάθε περίσταση: η λαδόπιτα, ή κουσμερή, που την Πρωτοχρονιά λέγεται «βασιλόπιτα». Οι λαδόπιτες ήταν μελόπιτες (με μέλι), ζαχαρόπιτες (με ζάχαρη) ή πετιμεζόπιτες (με πετιμέζι, δηλ. σιρόπι βρασμένου μούστου). Την έκοβε ο αρχηγός της οικογένειας το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς. Έκοβε πρώτα ένα κομμάτι για τον Χριστό, ύστερα της Παναγίας, του Αγ. Βασιλείου και για κάθε μέλος της οικογένειας. Όποιος πετύχει στο κομμάτι του το κρυμμένο φλουρί, θα’ ναι ο καλότυχος της χρονιάς.
-Τα κάλαντα;«Το πρωί της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και έλεγαν τα κάλαντα. Οι νοικοκυρές τους έδιναν, για το καλό, χρήματα, πίτα κ.ά. φιλέματα. Στη χώρα έβγαιναν την παραμονή, μα όχι μόνο παιδιά. Γύριζαν και οι μεγάλοι. Έτσι, οι ψαράδες των παραλιακών συνοικιών έφκιαναν μια μικρή βάρκα, τη φώτιζαν, την στόλιζαν όμορφα και κρατώντας την στα χέρια, έψαλαν τα κάλαντα. Μπροστά πήγαινε ο αρχηγός των καλαντάρηδων μ’ ένα πορτοκάλι στα χέρια, που συνήθως το τοποθετούσαν μέσα σε πιατέλο στρωμένο με κεντητό πετσετάκι. Μαζί τους είχαν κι ένα φωνόγραφο «για να τα λέει μελωδικά!». Χτυπούσαν τις πόρτες κι έλεγαν: «Να τα πούμε;»-«Πέστε τα, ψυχούλα μου», ακουόταν η απάντηση από μέσα.
Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία,
Βαστάει πένα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.
Το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί ομίλει:
-Βασίλη μ’, πούθεν έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις;
-Από το σπίτι μ’ έρχομαι και στο σκολειό πηγαίνω.
-Βασίλη, αν ξέρεις γράμματα, πες μας την Άλφα-Βήτα
Και στο ραβδί του ακούμπησε να πει την Άλφα-Βήτα.
Μα το ραβδί του ήταν ξερό και εβλάστησε κλωνάρια
Και στα κλωνάρια εκάθονταν πουλιά και κελαηδούσαν
Και τα εβλόγαε ο Χριστός, Χριστός και Παναγιά.
Και του χρόνου νάσαστε όλοι καλά!.

-Η Διάνα:Η «Διάνα» είναι πρωτοχρονιάτικο έθιμο της χώρας. Πρόκειται μάλλον για κατάλοιπο της Ενετοκρατίας. Ξημερώματα της Πρωτοχρονιάς, γύρω στις 4.π.μ., έβγαινε η μπάντα της Φιλαρμονικής και γύριζε μέσα στην πόλη παίζοντας το «εωθινό» και τα κάλαντα, μέχρι να ξημερώσει. Τα παλιότερα χρόνια τη «Διάνα» ακολούθαγαν σχεδόν όλοι οι Λευκαδίτες, με πρωταγωνιστές τους ντορατζήδες, που με τις εύθυμες φάρσες τους προκαλούσαν μεγάλο φαρομανητό.
Ο Παν. Ματαφιάς εικάζει ότι το όνομα της «Διάνας» προέρχεται απ’ την ιταλική λέξη Diana, που σημαίνει Αυγερινός και εγερτήριο, το χρονικό διάστημα μεταξύ 4 και 8 π.μ. μια και οι ώρες αυτές συμπίπτουν με τις ώρες που τελείται η πρωτοχρονιάτικη Διάνα. Να σημειωθεί εδώ ότι ενώ η Φιλαρμονική σήμερα βγαίνει αργότερα, διάφορες παρέες, αναβιώνουν τη «Διάνα», προκαλούν στο πέρασμα τους βιβλική καταστροφή, ακόμη και σε περίπτερα κ.ά. καταστήματα του Παζαριού. Νομίζω πάντως ότι ανάμεσα στις καλοστημένες φάρσες και τους βανδαλισμούς υπάρχει μεγάλη διαφορά.
-Το αμίλητο νερό:Την ώρα που γινόταν η Διάνα, οι νοικοκυρές έπρεπε να σηκωθούν και να πάρουν απ’ τις διάφορες βρύσες της χώρας το «αμίλητο νερό». Αυτή που θα το’ παιρνε, έπρεπε να μην μιλήσει καθόλου από τη στιγμή που θα’ βγαινε απ’ το σπίτι ώσπου να επιστρέψει. Με το νερό αυτό, οι νοικοκυρές γέμιζαν το ανανεωμένο καντήλι στο εικονοστάσι, ραντίζοντας τις τέσσερις γωνιές του σπιτιού, ψιθυρίζοντας ευχές για να τους πάει καλά ο καινούριος χρόνος. Για να τις πειράξουν οι «κονσόλοι», πολλές φορές έσπαγαν τα αγγειά των γυναικών για να τις προκαλέσουν να μιλήσουν. Όσες άντεχαν στον πειρασμό, γύριζαν αμίλητες στο σπίτι για να πάρουν καινούριο δοχείο. Με την λειτουργία, γίνονται επισκέψεις στα συγγενικά σπίτια ή στους αναδεχτούς και οι νοικοκυραίοι κάνουν την στρούνα (μπουναμά), για το καλό.Παλιότερα πρόσεχαν πολύ το ποδαρικό, δηλ. ποιος θα μπει πρώτος στο σπίτι τους. Πολλές φορές καλούν παιδιά ή όποιους θεωρούν καλοΐσκιωτους για να τους κάνουν ποδαρικό, με το σχετικό φιλοδώρημα. Εννοείται ότι αποφεύγουν αυτούς που θεωρούν γρουσούζηδες. Τέλος, χαρακτηριστικό των ημερών είναι το χαρτοπαίγνιο, για το καλό κι αυτό (!!!), που μπορεί να αφορά μικροποσά, μπορεί όμως να πρόκειται και για αρκετά χρήματα.
ΣΣ :Στοιχεία του αφιερώματος αντλήθηκαν απο παλαιότερη ανάρτηση του  http://meganisinews.eu/
ΥΓ: ΚΑΛΟ ΚΟΥΡΑΓΙΟ -ΜΑΣ ΤΟ ΕΛΕΓΕ ΠΡΙΝ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ Ο ΟΛΙ ΡΕΝ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΤΟΝ ΠΙΣΤΕΥΑΜΕ.

Δημοφιλείς αναρτήσεις