Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ


'Χορεύουν τα κόκκινα'. Η φωνή του κομπέρ επιβλητική, κρυστάλλινη, επιτακτική. Προσκαλούσε. Χορεύουν τα κόκκινα. Τα πρώτα ζευγάρια ντυμένα κομψά σηκώθηκαν αργά-αργά. Έσυραν τα βήματα στην πίστα σε ένα ταγκό. Τα φώτα χαμήλωσαν. Και η ΄κομπαρσίτα' αρχισε να ξετυλίγεται μέσα στη νύχτα. Οι πρώτες σερπατίνες άρχισαν να αιωρούνται. Ακούγονται γέλια, σχόλια, 'Χορεύουν τα κόκκινα'. Ο ρυθμός, η μουσική, ο χορός. Ο έρωτας. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1960 στο θρυλικό ' Πάνθεον', στην πόλη της Λευκάδας. Το 'Πάνθεον' ήταν ένας μεγάλος χειμερινός κινηματογράφος σε ένα καντούνι στην παλιά πόλη που τις απόκριες εξυπηρετούσε τις ανάγκες των αποκριάτικων εκδηλώσεων. Άλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι. Το 'Πάνθεον' με τους καταπληκτικούς διακόσμους, με τις μοναδικές αποκριάτικες στολές, τους αυτοσχεδιασμούς και προπαντός με τη διάθεση. Με διάθεση για χορό, για ξεφάντωμα, για διασκέδαση. Για ανάταση ψυχής. Παρά τα βάσανα, τη φτώχεια, τις πίκρες. Το 'Πανθεον'΄ηταν μια αίθουσα που στέγασε για πολλά χρόνια τους ρυθμούς της καρδιάς χιλιάδων ανθρώπων. Μικρών και μεγάλων. Φιλοξένησε την απόδραση, τη φυγή, το χαμόγελο. Αποτελούσε το σήμα κατατεθέν της παλιάς Λευκάδας. Της Λευκάδας που έφυγε και άφησε πίσω της πόνο και νοσταλγία. Των υπέροχων ανθρώπων, της αλληλεγγύης, της κατανόησης, της αγάπης. Της εποχής του 'εμείς' και όχι του 'εγώ', του χαμόγελου, της αληθινής καληνύχτας.

Προσκλητήριο μνήμης. Μαζούρκες, βάλς εστασιόν, καντρίλιες, ταγκό, τσατσά, ρούμπα. Βούλης, Φρουφαλος, Ζαχαρής, Μορίνας, Καμινάρης, Κονίας, Λίζας, Μαλακάσης, Αθηνιώτης, Πανάγος, Σίδερης, Κοτσώλος, Κοκονιώρος. Και τόσοι αλλοι. Πρωταγωνιστες σε μια παράσταση ψυχης. Με τη ζωή αυτοπτη μαρτυρα. Ορφέας, Φιλαρμονική, Ν. Χορωδία, Τηλυκράτης. Φιλολογικά πρωινα, θεατρικές παραστάσεις. Μαθήματα πολιτισμού απο τη μικρη και φτωχη Λευκάδα. Μαζί με το 'Πάνθεον έφυγε και μια εποχή. Δυστυχώς σήμερα δεν χορεύουμε. Βλέπουμε, Δεν συζητάμε. Χαζεύουμε στην τηλεόραση. Δεν τραγουδάμε. Ακούμε. Δεν χαμογελάμε. Είμαστε σκυθρωποί, με σκυμμένα τα κεφάλια, εγκλωβισμένοι στα προβλήματα της καθημερινότητας. Σήμερα δεν έχουμε φίλους γιατί φοβόμαστε την προδοσία. Δεν εμπιστευόμαστε γιατί ειναι σίγουρο πως θα πληγωθούμε. Και δεν δίνουμε γιατί φοβόμαστε την αχαριστία. Είμαστε εγκλωβισμένοι σε θλιβερές ειδήσεις, συκοφαντίες, ζήλιες και αν ασφάλειες. Και κοιμόμαστε λυπημένοι. Τα χάπια αντικατέστησαν τα όνειρα. Επιβιώνουμε στη μοναξιά της στιγμής. Έχουμε γίνει οι δολοφόνοι του χρόνου. Προσποιούμαστε οτι ζούμε καλά, σε μια υπερκαταναλωτική κοινωνία, οπου όλοι δουλεύουμε για τις τράπεζες. Και σκεφτόμαστε συνέχεια το θάνατο γιατί στηριζόμαστε σε γερασμένες επιθυμίες..

Γινόμαστε ολοένα και πιο απρόθυμοι να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλο στα μάτια. Προσέχουμε μη διασταυρωθούν τα βήματα μας με τα βήματα του γείτονα. Τρέχουμε βιαστικά να προλάβουμε κάτι, χωρίς να ξέρουμε τι ακριβώς. Το σύνθημα χορεύουν τα κόκκινα' ήταν το κάλεσμα του κομπέρ για να ανέβουν στην πίστα όσα ζευγάρια στο '΄Πάνθεον' φορούσαν στο πέτο τους ένα μικρό κόκκινο ύφασμα που το καρφίτσωναν στην είσοδο προκειμενου να μην υπάρχει συνωστισμός στην πίστα. Σε άλλους φορούσαν ένα κομμάτι απο μπλε ύφασμα. Το 'χορεύουν τα κόκκινα' δεν ακούγεται πιά. Το 'Πάνθεον΄δεν λειτουργεί. Η παλιά Λευκάδα χάθηκε σαν μονόξυλο που βούλιαξε στο Ιβάρι. Αλλά οι μνήμες όρθιες,αντρειωμένες, περήφανες, στέκουν. Οι μνήμες που γνέφουν, προκαλούν, προσκαλούν, φωνάζουν: ''Χορεύουν τα κόκκινα"!!! (το κείμενο περιλαμβάνεται στο ομωνυμο βιβλίο του συγγραφεά ΗΛΙΑ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗ το οποίο κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις ''ΑΓΚΥΡΑ'').

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ

(Βούλης Βρεττός).

Τι τουαλέτες, τι μπιζού,

τι φλέρτ και υποκλίσεις,

αβρά χειροφιλήματα

ονείρου εμφανίσεις

Μεσ΄του Κομπίτση, Μπελεμέ

Ντόβα και ΚΤΕΛ ακόμα,

Λευκάδα και περίχωρα

γλέντι ως τ΄αλλο γιόμα....

Στα κέντρα αυτα, κι αλλα πολλά

και 'Πάνθεον' κεντρομάνα,

εχαν' η μανα το παιδί

και το παιδί τη μάνα!

Ορχήστρες, τραγουδίστριες,

τύποι εντός τής πίστας

κι ο 'Γούρμος' κι ο Μουτρούκαλης',

λησταί επί της λίστας!

Κι όλα τα σωματεία μας

θα του χρωστάνε χάρη

μ΄ακομα μεγαλύτερη

στου 'Πάνθεον' το... Χάρη

Των σωματείων τσακωμοί

ποιο θα πρωτοτυπήσει

ποιου μαιτρ η χειρ, καλλίτερο

διάκοσμο θα ποιήσει!...

Ορχήστρα που ξεσήκωνε

ως και τους πεθαμένους

και μεσ΄στην πίστα έφερνε

τους σκνίπα μεθυσμένους!

Βάρα τη τρόμπα σου γλυκά

σολίστα Καμινάρη

ελευθέρα, μη ντρέπεσαι

κι ας είσαι στο πατάρι!

Χτύπά τα, Λίζα, χτύπα τα

τα κλαμπατσίμπανά σου

κι όλα τα εξαρτήματα

πούχεις αυτού μπροστά σου!

Μπαμπάρο, όλα λάλατα

τενόρο και ατίρο

τέντωνε τη φυσούνα σου

ολη, Κονία Σπύρο....

Εμπρός μαέστρο, φύσατο

δωστου να καταλάβει

σε λίγο πιά δεν θα μπορείς

επίκειται η... βλάβη!

Αλλαλαγμός, ξεφάντωμα,

διαρκής πανζουρλισμός

σωστός ανεμοστρόβιλος

καρναβαλιού σεισμός!

Κι ο Ζαχαρής μέγας φαρσέρ

πατούσε και βροντούσε

και πάντοτε τη 'ρεζεντά''

στα κέντρα τραγουδούσε!

Βερδίκης ο αμίμητος

άσσος στις παντομίμες

ως ταυρομάχος έμεινε

σε ολονων τις μνήμες.

Ο γραφικός Ζακχαίος μας

σε ντέφι, καστανιέτες

πρώτος στ΄ανατολίτικα

σπανιόλικα, κλακέτες.

Όμοιος με 'φόξ' χόρευε φόξ

κι όλοι κάναν στην πάντα

-Ο Ντίνος ο Τζετζέκος γάρ-

με παρτενέρ, το.. Σάντα.

Και ο Ηλίας Φρούφαλος

-η πιό κεφάτη νότα-

άρπαζε το μικρόφωνο

και τ΄αλλαζε τα... φώτα!

Κέφι πολύ σκορπάγανε

κι οι τύποι 'εκτός σάλας'

και πρώτος σόλο δεσποινίς

-Ο Σπύρος ο Κεφάλας!

-------------------------------------

ΑΒΑΝΤΙ

(Σπύρος Φίλιππας-Πανάγος).

Όμορφο πάλι

το καρναβάλι

θα το περάσουμε.

Και μέσ' στη ζάλη

κάθε μας χάλι

θα το ξεχάσουμε

Μέσα στο 'μπέβε'

μήτε το ΤΕΒΕ

πιά δεν σκεφτόμαστε.

Πώς εχουμ' όλοι

στο πορτοφόλι

ονειρευόμαστε.

Εμπρός 'αβάντι'!

Παίξε Σαράντη

κι άσε τη λίμα σου

Και συν τοις άλλοις,

μην αμφιβάλεις

και για το χρήμα σου.

Παίξε με κέφι

Κι εσύ το ντέφι

κυρά μου χτύπα το.

Είμαι της τσέπης

γιορτή και βλέπεις

τόχουμε τρίπατο.

Λευκάδα αφέντρα,

σε πέντε κέντρα

καρναβαλίζεσαι

Κι απο την πείνα

κανένα μήνα

θα βασανίζεσαι.

Εμπρός 'αβάντι',

παίξε Σαράντη,

να ξεθυμάνουμε.

Οπως γλεντάμε

και τα πετάμε,

έτσι τα βγάνουμε.

Μάσκαρες κι άλλες

μικρές μεγάλες

μας πλημμυρίζουνε

Κι όσοι χρωστάμε,

μασκέ γλεντάμε,

μη μας γνωρίζουνε.

Παίρνεις τη Γιάννα

για Μεξικάνα

με τα δυό τσόλια της

Λίγο μετάξι

και σουν' εν τάξει

δίπλα στον... Γκόλια της.

Εμπρός 'αβάντι',

παίξε Σαράντη,

μέχρι το χάραμα.

Σαράντη, παίξε

Θεέ μου φέξε,

κι ειναι για τάραμα...!

------------------

ΠΑΝΘΕΟΝ

(Ηλίας Γεωργάκης)

Σε ένα βάλς

εζιτασιόν,

με το Μορίνα

ακορντεόν

θα σε χορέψω,

έλα στο ΄Πάνθεον'

λοιπόν

στο πανηγύρι

των τρελών

μην μένεις έξω.

Σάμπα, μαζούρκα

και ταγκό,

νύχτες που

σβήνουν στο χορό

θα λαχταρήσω,

εδώ δεν νοιώθεις

μοναχός

ειναι το κέφι οδηγός

γυρισε πίσω.

Ειναι ο μετρ

στα σκηνικά

στα σκετς

και στα θεατρικά

ο Αθηνιωτης,

έλα στο Πάνθεον

κι' εσύ

στα κόκκινα,

στα θαλασσί

πουλιά της νιότης.

Εδώ τα πάντα

σου γελούν,

δεν προσποιούνται

σου μιλούν,

ζωή σου γνέφει

έλα στο Πάνθεον

κι εσύ

έχουμε μόνιμα

γιορτή

παίξε το ντέφι.

Έρχεται η μαντάμ

Σουσου,

στο πυροφάνι

του μυαλού

να η Πιπίνα,

όμως κρατάνε οι καρδιές

έχουμε πάντα αντοχές

παρά την πείνα.

Ειναι ο Βούλης αρχηγός

ο Φρουφαλος ο τρομερός

κορνέτα με τον Καμινάρη

Λίζας, Μπαμπαρος και λοιποί

ακούγεται η μουσική

ως το Ιβάρι.

Έλα στο Πάνθεον

κι εσύ

κάθε στιγμή ειναι ζωή,

έβγα στην πίστα

χόρεψε με τον Ζαχαρή

άσε την πίκρα να χαθεί

σκέψεις σε λίστα.

Εδώ φωνάζουν

οι στιγμές,

έφυγαν

λες και ήταν χτες

οι συγκινήσεις,

έλα στο Πάνθεον

κι εσύ

στους

μάσκαρες,

στα κομφετί

για να γλεντήσεις.

Κι όταν θα έρθει

το πρωί

των μπουρανέλλων

η φυλη,

θα σου μιλήσει,

έλα στο 'Πάνθεον '

κι εσύ

κλεισε στη μνήμη

τη ζωή

που έχεις ζήσει.

----------------------------------



Αλήθεια τι μνήμες ξεσηκώνει μέσα μου το παλιό Λευκαδίτικο καρναβάλι. Εκείνους τους αξέχαστους χορούς στο θρυλικό “Πάνθεον”, το μπρίο, το κέφι, τα κόκκινα-μπλε στο πέτο. Τις παρλάτες του Βούλη, τους διακόσμους του Γιάννη Αθηνιώτη και του Δήμου Μαλακάση. Το “Πάνθεον” αντικατόπριζε το μεγαλείο της Λευκαδίτικης ψυχής. Του Λευκαδίτη που έκανε το πόνο του χορό. Τη φτώχεια του σερπατίνα. Και την αγάπη για τη ζωή την έκανε τραγούδι, ξενύχτι, μεθύσι. Ο αξέχαστος Βούλης Βρεττός εγραψε το 1972 (αναφερόμενος στο Λευκαδίτικο Καρναβάλι) ότι “ο Λευκαδίτης απ’ όταν γεννηθεί έχει στο αίμα του την αποκριά, ζει το καρναβάλι γιατί το νοιώθει πραγματικά και δίνεται σ’ αυτό ολόψυχα και το περιμένει σαν μια όαση μέσα στη χειμωνιάτικη επαρχιώτικη πλήξη”. Και είχε δίκιο. Μόνο που οι καιροί άλλαξαν. Και η τηλεόραση μας καθήλωσε στην πολυθρόνα. Δυστυχώς. Το παλιό Λευκαδίτικο καρναβάλι έμεινε αξέχαστο γιατί είχε χορό, ξεφάντωμα, ξενύχτια. Έμεινε αξέχαστο και όσοι το έζησαν- το αναπολούν- γιατί δεν υπήρχε υποκρισία, δεν υπήρχε η τηλεοπτική ισοπέδωση. Είχε κατάθεση ψυχής, ειχε ειλικρίνεια. Παρά τη φτώχεια και την κακουχία της εποχής ο Λευκαδίτης διασκέδαζε με την καρδιά του, συμμετείχε, αγαπούσε τη ζωή.

Όπως έγραψε ο αείμνηστος Πανταζής Κοντομίχης («Λευκαδίτικες σελίδες» – εφημερίδα του Μουσικοφιλολογικού Συλλόγου OΡΦΕΥΣ -1963), απ’ το 1880 μέχρι περίπου το 1905, ο φημισμένος Λευκαδίτης ζωγράφος Σπύρος Γαζής, πατέρας της κυρίας Ουρανίας Αρβανίτη, που ήταν σπουδαγμένος στη Βενετία, είχε αναλάβει την καλλιτεχνική και ευπρόσωπη εμφάνιση της μάσκαρας στη Λευκάδα. Επιτηρούσε, έντυνε, διευθετούσε, χρωμάτιζε και σχεδίαζε αποκριάτικα κοστούμια, σύμφωνα με την ευαισθησία του και την αισθητική του διάθεση, χωρίς να παίρνει ούτε μια δεκάρα. Παρουσίαζε τότε εξαίσιες μασκαράτες σε ομαδικά καρναβάλια μέσα στην πλατεία με διάφορες σατιρικές απαγγελίες τσουχτερές αλλά και μορφωτικές. Έντυνε αρλεκίνους, κολομπίνες, ντομινό, σεΐχηδες, παληάτσους, το δωδεκάθεο, μαχαραγιάδες, πιερόττους, πρίγκηπες, τους ήρωες του ’21 και άλλες ιστορικές και παραβολικές παραστάσεις. Οι μαζικές αποκριάτικες εμφανίσεις ήταν φημισμένες για την οργανωτική τους εκτέλεση και μαζευόντανε κόσμος και κοσμάκης από τα γύρω για να παρακολουθήσει τα χάζα. Τον ίδιο καιρό, άλλος μερακλής που διοργάνωνε μάσκαρες με μορφωτικότατο περιεχόμενο ήταν ο τσαγκάρης, ιεροψάλτης και αγαθότατος Λευκαδίτης Θοδωρής Θεμελής ή Μπολμπόλης κι έκανε με μάσκες ολόκληρες θεατρικές υπαίθριες παραστάσεις στην Πλατεία με αποκριάτικο περιεχόμενο. Παράστησε την “Αμαρτωλών σωτηρία”, την “Ιουδήθ”, τους “Καλαβρέζους”, τη “Φιορέντσα” με έμμετρες απαγγελίες και μαζευόντανε πολύς κόσμος ν’ ακούσει και να δει. Μαθαίνω πως όλα αυτά τα έμμετρα σατιρικά του ο σχωρεμένος μπάρμπα Θοδωρής τα κρατούσε και ίσως τώρα να τα κατέχουν οι κληρονόμοι του, που ‘ναι στην Αθήνα, γι’ αυτό δεν θα πρέπει να χαθούνε.

Από το 1905 μέχρι τον πόλεμο του ’12, ίσως και παλαιότερα -όχι όμως εξακριβωμένα- καθιερώθηκε το γαϊτανάκι, που είναι φράγκικη αποκριάτικη συνήθεια, γιατί απαντάται το Μεσαίωνα, στην Ιταλία προπαντός. Το γαϊτανάκι γινόταν στην πλατεία (να, γιατί διασκέδαζε τότε ο κοσμάκης, τώρα θέλουμε εισιτήρια και εισόδους για να ξεσκάσει ο λαουτζίκος), ξέχωρα απ’ τις περιοδείες που έκανε στις φτωχογειτονιές του Πουλιού, της Άγια-Κάρας και του Αη-Αντωνιού, και λάβαινε μέρος όλος ο λαός, πλούσιοι και φτωχοί. Το σκάριαζαν ο Πάνος Κατωπόδης ή Καουτσούς, ο Θωμάς Κονιδάρης, ένας ιταλιάνος τσαγκάρης που ξέμεινε στη Λευκάδα ο Μαστροριζάριο και ένας χωροφύλακας, που αγάπησε τη Λευκάδα, ονόματι Ζωγράφος που ήταν και φίνος χοροδιδάσκαλος. Το Γαϊτανάκι είχε την ιδιορρυθμία να τυλίγονται και να ξετυλίγονται σ’ ένα κοντάρι έγχρωμες κορδέλες με διάφορες τυποποιημένες χορευτικές φιγούρες και που έπρεπε κανείς με μαεστρία και ακρίβεια, γιατί αλλιώς μπερδεύονταν και δεν εύρισκες άκρη και πάτο. Το έπλεκαν και το ξέπλεκαν οκτώ ή δώδεκα χορευτές σε ρυθμό καντρίλιας και στα τελευταία χρόνια οι διοργανωτές βάνανε να κρατάει το κοντάρι ο πελώριος Τάσος Κατσής (ο ασκητής της Βαγιάς), που τον ντύνανε με διαόλου κέρατα και ουρά και σεργιάνιζε το γαϊτανάκι στις γειτονιές με την τρελλή του παρέα. Δυστυχώς σήμερα δεν υπάρχει κανένας Λευκαδίτης που να θυμάται τις φιγούρες. Μόλις και μετά βίας θυμούνται μερικές διασκορπισμένες και συγκεχυμένες φιγούρες οι κ.κ. Σπύρος Αχείμαστος, Γιάννης Καλυβιώτης, Νιόνιος Κονιδάρης, Μαρινάκης και μερικοί άλλοι που ήτανε χορευταράδες στα νιάτα τους. Τέλος ο χορός του γαϊτανακιού διατηρήθηκε μέχρι το 1922. Απ’ το 1922 μέχρι το Β’ Παγκ. Πόλεμο μεσολαβήσανε οι τραγικότητες και οι συμφορές στη Μικρασία και ο κόσμος έχασε στο διάστημα αυτό την όρεξή του και δεν ξανάγιναν μαζικά και λαϊκά καρναβάλια στην Πλατεία. Παρ’ όλα αυτά όμως ο Λευκαδίτης δεν τόβαλε κάτω. Μια χρονιά, τις Αποκριές, έτυχε να γίνουν δημαρχιακές εκλογές και οι Λευκαδίτες θελήσανε να τις σατιρίσουνε. Μερικοί νέοι τους κατσαρίστηκε να ντυθούνε με ξερά κολλάρα, παριστάνοντας τους “υποψηφίους δημάρχους” και από πίσω τους καμιά δεκαριά ντυμένοι “νάνοι”, που κρατούσανε σκούπες και σκουπόξυλα. Όταν λοιπόν ένα βράδυ στην πλατεία γινόταν η προεκλογική συγκέντρωση και ήταν μαμούδια ο κόσμος για το “λόγο”, ξάφνου από ένα ατσούπι της Πλατείας ξεκαμπίσανε οι “νάνοι” με τους υποψηφίους δημάρχους – μασκαράδες. Το τί σαματάς έγινε δε λέγεται. Όλος ετούτος ο κόσμος που “άκουγε με προσοχή το λόγο”, ενώθηκε με τους “νάνους” κι αρχίσανε τη διασκέδαση. Επακολούθησε διαλογική έμμετρη συζήτηση μεταξύ των “νάνων” και των “μασκαρεμένων” υποψηφίων, με πετυχημένα πιπεράτα στιχάκια και έμμετρες ερωταποκρίσεις με αποκριάτικο περιεχόμενο. Έτσι, και οι υποψήφιοι δήμαρχοι (οι ξεμασκάρωτοι) ικανοποιηθήκανε γιατί είχανε “κόσμο” στην προεκλογική τους συγκέντρωση αλλά και ο κοσμάκης διασκέδασε με τα κωμικά γκέσα που κάνανε οι μασκαρεμένοι “νάνοι”.

Απο την πλευρά του ο αξέχαστος Βούλης Βρεττός -με την μοναδική του πένα- εγραψε το 1972 για το λευκαδίτικο καρναβάλι:

- O Λευκαδίτης απ΄οταν γεννηθεί έχει στο αίμα του την αποκριά, ζει το καρναβάλι γιατί το νοιώθει, πραγματικά και δίνεται σ’ αυτό ολόψυχα και το περιμένει σαν μια όαση μέσα στην χειμωνιάτικη επαρχιώτικη πλήξη. Απ΄ τα σπάργανα μέχρι τα βαθιά του γεράματα μασκαρώνεται όχι για να καλυφθεί και να υποκριθεί αλλά γιατί έτσι το νοιώθει. Σκασίλα του αν την άλλη μέρα θα βρει κενωμένο φαϊ ή αν θα βγει έξω κουρελής. Όλα τα θυσιάζει για μιας βραδιάς ξεφάντωμα καρναβαλιού, για μια ντορατζίδικη εμφάνιση μασκέ, για λίγες στροφές του βάλς και ρεβεράνς της μαζούρκας, για την εκτέλεση λίγων παραγγελμάτων καντρίλιας και λανσιέδων. Όσο κι΄αν όσο κι΄αν ειναι κατσουφιασμένος και μουτρωμένος, όσο κ’ αν φαίνεται άπραγος και σοβαρός, μόλις πατήσουν οι απόκριες δεν τον κρατάς, ούτε με τις αλυσίδες απο το πέραμα του Κάστρου, ούτε με τα κλειδιά απ΄τα χάνια του Κατίνη και του Τετράδη.

-Οι τουαλέτες, κατι το καταπληκτικό!. Από δυο μήνες μπροστά όλες οι μοδίστρες της χώρας πιασμένες. Ράβανε και δεν προφταίνανε. Τα εμπορικά ξεπούλησαν όλα τους τα νέα υφάσματα, λαμέ, τούλια, μαροκέν, λούτρια, σιφόν, βελούδα, μεταξωτά, ταφτάδες, δαντέλες, μπροκάρ κλπ. ενώ οι κομμώτριες μερόνυχτα ξαμαλιάζανε, τσουρουφλίζανε και μπογιατίζανε κεφάλια, ξύνανε και ξεφλουδίζανε νύχια, χαλκομανιάζανε μούτρα και βγάζανε… τρίχες η δε αισθητικός πλανιάριζε κρέατα, έσπαζε μπιμπίκια, έξυνε μασχάλες και ζύμωνε και τέντωνε με σελοτεϊπα, στήθια.

-Η πόλις ειχε στολιστεί αποκριάτικα ενώ σ΄ολους τους πόντζους, τα πρεβάζια, τις προβολές και τις σοάντστες ειχαν απλωθεί πολύχρωμες καρπέτες, κιλίμια, διάδρομοι, ταπέτα, κουβέρτες και σφρίδια ακόμη, οι δε πόντζοι ειχαν γεμίσει απο ανθρώπινες μουτσούνες, αμασκάρωτες βέβαια, που ήταν πιο εντυπωσιακές και κωμικές από τις μασκαρεμένες.

-Εκεί στο “ΠΑΝΘΕΟΝ” κάθε βράδυ, μια μεγάλη μάζα ανθρώπων(πάσης τάξεως, φύλου και ηλικίας) πήγαινε κι ερχότανε σαν άμπωτης και πλήμμυρα, μέσα στην πίστα καθώς κι απάνω στη σκηνή και γαλαρία πούλεγες πως δεν θα έβγαινες άλλο απο μέσα, απ’ το αδιαχώριστο και το χορό μα περισσότερο απ΄το δεφτέρι και μολύβι του Γούρμου και Μουτρούκαλη οι οποίοι δεν ήσαν μονάχα μπουφετζήδες αλλα και μέλη της ορχήστρας – τα δυο πρώτα πιάνα της παλαιάς Λευκάδας.

”Ο Γούρμος κι ο Μουτρούκαλης

το ταιριαστό ζευγάρι

σου πέρνανε και τον παρά,

σου κάνανε και τη χάρη!”.

Απ΄τον φωταγωγό του “Πάνθεον”, πέφτανε βροχή οι σερπατίνες, τα κομφετί και τα μπαλόνια ενώ οι σοκολάτες, τα παστέλια και τα μαντολάτα του Φιλίππου “Χαρία”, Μεσσήνη, Μπόρσα και Μπαλωμένου σε ταράζανε στον τριόμφο, τη μουντσουφλιά και κατακεφαλιά. Στο κέντρο της πίστας όλοι οι σύγχρονοι τύποι της Λευκάδας στα νούμερα τους: σόλο χορό τραγούδι, σκέτς μα ξέχωρα ο Γιώργος ο Βερδίκης, στις άφθαστες ταυρομαχίες του, ο Λώλος Μαλλιαρής ως Σαρλώ, ο Κεφάλας γυναίκα του δρόμου με την ομπρέλα του πάντα, κι ο Ζαχαρής στα ζεμπέκικα και χασάπικα, ανεβασμένος στους ώμους του Δήμου Σάντα και Τζετζέκου, κάνοντας εκείνους τους απίθανους μορφασμούς και γκριμάτσες. Κι όσοι δεν αντέχανε να δια… πιστωθούν, καθόντανε σε κάποια άκρη ή απάνω στη γαλαρία στιβαγμένοι σαν παστές σαρδέλλες και κάνανε ντόρο με τις μάσκαρες. Αυτοί την παθαίνανε χειρότερα. Χειρότερα ακόμα την παθαίνανε οι καθυστερημένοι που δεν κατορθώσανε να προχωρήσουν μέσα στο “ΠΑΝΘΕΟΝ” απο την πολυκοσμία και γινότανε παπάκια απο τη βροχή και κατάμαυροι απ΄την τσιμπισά που τρώγανε εξω στο στενό, περιμένοντας στα χαμένα μήν αδειάσει καμιά θέση ή μη βρεθεί καμιά μάσκαρα που να θέλει συνοδό. Έτσι κάθε βράδυ το “ΠΑΝΘΕΟΝ” ηταν στις φλόγες.

-Xoρεύτηκε το γαϊτανάκι που δίδαξε ο ακούραστος παλιός χορευταράς και μέτρ Νιόνιος Κονιδάρης (Πατσάς), αφιχθείς επί τούτου εξ Αθηνών. Μετά έγινε το φάτο! Εκτέλεση μουσικού προγράμματος απο την ποντικίσια μπάντα που διηύθυνε ο Βερδίκης “εν εξάλλω καταστάσει”, χρησιμοποιώντας για μπακέτα τα σβούρδουλα του παλιού παιδονόμου, κυρ Αναστάση με τα μουστάκια. Για όργανα χρησιμοποιήθηκαν η Γκράν – κάσα του Μπούζου, το μπάσο του Κουφάκια, το ταμπούρλο του Λίζα, τα πιάτα του Μπατίστα, το φλαούτο του Βαγγέλη Καζάζη, το τρομπόνι του Αποστόλη Μπρούμη, το κλαρίνο του Καμπύλαφκου, τα βιολιά του Ταμπατούρλα και Μπουμπούλια, η φλογέρα του γέρου-Καπογιανέλου, το ντέλφι της Πριγάμπας, το κλάξον του “Σάμψον” του Μπάλτσα. Παιχτήκανε και τραγουδηθήκανε θαυμάσιες παλιές και νέες μελωδίες ως και τοπικά τραγούδια που ειχε σκεπάσει ο χρόνος όπως: “άσπρο, μαύρο, κόκκινο της Κογιογούς το κόσκινο”, “δεν έχουμε λεπτά, να πάμε σινεμά, τσιρμπόμ-τσιρμπόν..”, ”έλα κι΄εσύ μαζί μ΄εμέ, στου Παναγή στου Μπελεμέ, δεν ξέρω τώρα που θε νάβρω και του Κόκκινου το μαύρο – ελεήστε Χριστιανοί που να βρώ τον Κουτσουνή, για που πρέπει να του δίνω, για να βρώ τον Φερεντίνο”, “Με το σεισμό, μα τι κακό, αχ! ειναι πράγματι πολύ τρομακτικό”, “Μια δεκάρα της Μπούζαινας, και τα γατιά του Τσούφλα, του Μπαλωμένου οι γάιδαροι και Σκλεπετή οι σκύλοι..”. ”Ω! Πω-πώ, ψυχή μου πράμα, ποιός θαπλώσει να το πάρει, αρμυρήθρες απ΄τη Γύρα, και παγούρς απ΄ το Ιβάρι. Απο τον τεκέ Κοκούτσες απ’ τη Σάλτενη χυβάδια, καποσάντες απ΄ τις λούτσες, ω! πώ, πω ψυχή μου πράμα, άμα φάς θα ξαναζήσεις, μάραθο απο το Κάστρο, κάρδαμο Μεγάλης Βρύσης”. Σόλο τραγούδησε ο Ανδρέας ο Όπερας (Ντούσκας), που τον συνόδευσαν ο Ζαχαρής, ο Μάριος Χόρτης, ο Πούλος, ο Πάπιος κι ο Λομπράνος. Εκεί παρουσιάστηκε κι ο Θοδωρής ο Κβέλης κι είπε το παλιό του τραγούδι που έλεγε πάντα στις ταβέρνες ενώ ο ψευδός Ταρντανέλιας τραγούδησε το τραγούδι που έλεγε κάποτε ερωτευμένος. Το μουσικό πρόγραμμα έκλεισε με το Ντε Βαλαμόντε που τραγούδησε τη ”Ξανθιά Βαρόνη”, έκανε κορνέτα με τη μύτη και χόρεψε το χορό του διαβόλου, μα γλίστρησε και βρέθηκε ξαφνικά στα ποδάρια του, μια νεκροκεφαλή!

Ο ΦΙΛΟΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ



  Γνώρισα ανθρώπους και αγάπησα ζώα. Ηταν ένα απόφθεγµα που µε συνάρπαζε στα παιδικά µου χρόνια, χωρίς ωστόσο να έχω συνειδητοποιήσει το νόηµά του. Πέρασαν τα χρόνια. Ο φθόνος, το ψέµα και η υποκρισία σηµαδεύουν τις σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις. Η αγάπη µεταλλάχθηκε σε µια ξεφτισµένη και ευτελή λέξη. Και η φιλία φλερτάρει όλο και περισσότερο µε την προδοσία αφού στηρίζεται πλέον στο χρήµα και στα προσωπικά συµφέροντα. Οµολογώ ότι δεν πήρα σκύλο παρά τη µεγάλη αγάπη – τη δική µου αλλάκαι των παιδιών µου – στα ζώα. Και πιστεύω ότι αυτή η επιλογή µε δικαίωσε, αν λάβω υπόψητα συνεχόµενα περιστατικά κακοποίησης ζώων από τους ανθρώπους. Ολοένα και πληθαίνουν οι καταγγελίες πολιτών για θανάτους αδέσποτων και µη ζώων. Το 1/3 του πληθυσµού των αδέσποτων πεθαίνει κάθε χρόνο από αιτίες που σχετίζονται µε τονάνθρωπο (από αυτοκίνητα, από φόλες...), ενώ περισσότερα από ταµισά πέφτουν θύµατα κακοποίησης. Ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, οι µικροί αλήτες του δρόµου, αναγκάζονται να δίνουν καθηµερινό αγώναγια να επιβιώσουν επειδή ο άνθρωπος τούς εγκατέλειψε. Και παρ’ όλο που εκείνοι δεν θα τον εγκατέλειπαν ποτέ. Η τελευταία µου επαφή µε τα συµπαθή τετράποδα είναι µε το απέναντι κόκερ. Στο µπαλκόνι µιας πολυκατοικίας. Δεν ξέρω ούτε καν το όνοµά του. Οπως άλλωστε δεν ξέρω τους ενοίκους τηςδικής µου πολυκατοικίας που φεύγουν σκυφτοί και σκυθρωποί για τις δουλειές τους. Χωρίς να ανταλλάσσουµε ούτε µια µατιά ούτε µια καληµέρα. Ο απέναντι φίλος, καθηµερινά, πηγαινοέρχεται, γαβγίζει και χαζεύειµε τα περιστέρια και τα σπουργίτια. Τον µαγεύει η βροχή, ίσως γιατί µοιάζει µε την ψυχή του. Τον πλανεύουν τα πουλιά, ίσως γιατί µοιάζουν µε τα όνειρα της ελευθερίας του. Θέλει να τρέξει, να παίξει µε τα πιτσιρίκια, αλλά δεν µπορεί. Παραµένει φυλακισµένος. Αιχµάλωτος, οπως και τα αφεντικά του, στη µοναξιά της µεγαλούπολης. Με τα κλεισµένα παραθυρόφυλλα και την έλξη της έξυπνης δολοφόνου, της τηλεόρασης. Στ’ αλήθεια, τον νιώθω. Τον καταλαβαίνω. Είναι ο απέναντι φίλος µου. Ενας πιστός φίλος που είµαι σίγουρος ότι δεν θα µε προδώσει ποτέ. ("ΤΑ ΝΕΑ" 2 Φεβρουαρίου 2011).

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

: ΟΤΑΝ(ΔΕΝ) ΖΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ

 Ηταν δεν ηταν στα ‘80. Με το µικρό µουστάκι και το παλιό Καντέτ. Με την παραδοσιακή τραγιάσκα και την αυτοπεποίθηση µιας υπερήφανης αλλά µατωµένης γενιάς. Το κηδειόσηµο στη γέρικη µονοκατοικία µε συγκλόνισε. Ζούσαµε πάνω από 15χρόνια δίπλα αλλά δεν µιλήσαµε ποτέ. Ούτε µια καληµέρα. Εγώ σε µια τεράστια πολυκατοικία µε τη µοναξιά και την τηλεόραση για χορηγούς και αυτός σε ένα χαµόσπιτο µε κληµαταριές και µπουκαµβίλιες. Στενοχωρήθηκα. Πικράθηκα στ’ αλήθεια. Η ζωή µας έχει περάσει πλέον στη διάσταση της αδιέξοδης ρουτίνας. Ξέρουµε ότι αντί για γράµµατα θα βρούµε λογαριασµούς. Φοβόµαστε τις ληστείες. Και όχι µόνον. «Τρέµουµε» τις αρρώστιες και τον θάνατο. Δεν έχουµε αντιστάσεις. Ούτε αντοχές. Η εθνική µας κατάθλιψη έχει σχέση µε το Μνηµόνιο, τις άγριες περικοπές σε µισθούς και συντάξεις, µε την ανεργία των παιδιών µας, µε τα ληγµένα «θέλω». Ζωή χωρίς προοπτική. Θυσίες χωρίς αντίκρυσµα σε ένα χρεοκοπηµένο πολιτικό σύστηµα. Οι επιθυµίες αντικαταστάθηκαν από τους εφιάλτες της καθηµερινότητας. Οµήρους µάς πήρανε τα χρόνια. Κοιµόµαστε και ξυπνάµε µε αδιέξοδα. Και προσποιούµαστε ότι ζούµε καλά για να µη µας σχολιάζει ο διπλανός. Ο φθόνος ριζωµένος στις ψυχές. Ο ένας βγάζει το µάτι του άλλου. Καλύτερα να ζούµε ένα όνειρο, γιατί από την αλήθεια και την πραγµατικότητα της καθηµερινής ζωής δεν µπορεί να γίνει πλέον κάποιος ευτυχισµένος. Και να πώς τελείωνα σε ένα σηµείωµα που έγραψα για τον ίδιο πριν από χρόνια, µε τίτλο: «Οταν ζεις για τη ζωή»: «Είµαι σίγουρος ότι ο συµπαθής συνταξιούχος της διπλανής µονοκατοικίας δεν έχει τέτοια προβλήµατα. Ξέρει να ζει ήρεµος, µε χαµόγελο, µε αξίες, µε αξιοπρέπεια, µε σεβασµό στο περιβάλλον. Ζει για τη ζωή. Αλλωστε, γι’ αυτό δεν ενδίδει στα εκατοµµύρια των µεγαλοεργολάβων για να γκρεµιστεί το σπίτι του. Γι’ αυτό είναι ο άνθρωπος που όλοι ζηλεύουµε στην πολυκατοικία µας αλλά ποτέ δεν θα τον ακολουθήσουµε. Ποτέ δεν θα του µοιάσουµε». Καληνύχτα (για πάντα), αξέχαστε γείτονα.(" ΤΑ ΝΕΑ' 26-1-2011).

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012

ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ



Σηκώθηκα με διάθεση. Ανοιξα ραδιόφωνο µε χαρούµενη µουσική. Ολοι οι σταθµοί είχαν κέφια. Ετοιµάστηκα. Στις ειδήσεις όλα ήταν χαρµόσυνα. Μειώθηκε το χρέος και τα ελλείµµατα, έπεσαν τα σπρεντ, έπεσαν τα επιτόκια, σε ύψη-ρεκόρ το χρηµατιστήριο, τέλος οι ουρές αναµονής στο ΙΚΑ, παρελθόν οι µίζες και η διαφθορά. Στο 2% η ανεργία. Στο ασανσέρ άκουσα µια µεγάλη «καληµέρα» από τον αµίλητο του πέµπτου. Η πρώτη έκπληξη. Στον δρόµο δεν βρήκα κίνηση. Δεν άκουσα ούτε ένα κορνάρισµα. Δεν είδα ούτε µια µούντζα. Ούτε ένα σκουπίδι στους δρόµους. Ούτε ένας δεν µιλούσε στο κινητό. Και οι οδηγοί, µε περισσή ευγένεια, σταµατούσαν για να περάσουν οι πεζοί. Εξεπλάγην που ο ταξιτζής, µπροστά µου, µε τα αλάρµ αναµµένα, ζήτησε συγγνώµη – µε µια χειρονοµία – γιατί καθυστέρησε για να πάρει πελάτη. Δεύτερη έκπληξη. Στο Μετρό όλοι ήταν χαµογελαστοί, διάβαζαν λογοτεχνικά βιβλία και εφηµερίδες. Και οι νεώτεροι πρόσφεραν τηθέση τους στους ηλικιωµένους. Ηµουν µάλιστα µάρτυρας ενός άγριουκαβγά µεταξύ δυο νέων για το ποιος θα δώσει πρώτος τη θέση του σε µια ηλικιωµένη. Τσιµπήθηκα. Τρίτη έκπληξη. Στην Πανεπιστηµίου, κεφάτοι άνθρωποι στον δρόµο. Τα µαγαζιά γεµάτα. Γυναίκες φορτωµένες µε τσάντες από ψώνια. Κίνηση. Ρυθµός. Τα πρωτοσέλιδα διθυραµβικά για το θαύµα της ελληνικής οικονοµίας µε εξαγγελίες για σηµαντικές αυξήσεις µισθών και συντάξεων. Η τρόικα παρελθόν. Τα πεζοδρόµια να αστράφτουν και χωρίς να έχουν παρκαρισµένα αυτοκίνητα. Τέταρτη έκπληξη. Τσιµπήθηκα. Στον «Ευαγγελισµό», όπου πήγα για να επισκεφθώ συγγενή µου, ένιωσα ότι δεν βρίσκοµαι στην Ελλάδα. Τι χλιδή, τι καθαριότητα, τι οργάνωση. Να τα χαµόγελα και οι φιλοφρονήσεις. Ούτε µία διαµαρτυρία. Μάλιστα, ακόµη και υγιέστατοι ζητούσαν να επισκεφθούν το νοσοκοµείο-πρότυπο .Στην Οµόνοια (και στις γύρω περιοχές) «εξαφανί στηκαν» οι µετανάστες και οι τοξικοµανείς. Και οι τουρίστες δεν προλαβαίνουν να τραβούν βίντεο και φωτογραφίες µπροστά σε αυτήν τη µοναδική οµορφιά. Ηταν µεσηµέρι, όταν κοντά στην Κλαυθµώνος µια 25χρονη ξανθιά µε γούνα, µίνι και ψηλές µπότες µού έκλεισε το µάτι. Κεραυνός. Σεισµός. Τσιµπήθηκα µέχρι... µαυρίσµατος. Γύρισα πίσω µου και ξαναγύρισα µήπως κάνω λάθος. Και αυτή, φιλήδονα – µε προκλητική ευθύτητα –, µου ζήτησε να πάµε για καφέ. Καµία έκπληξη. Πάντα ζούσα στον κόσµο µου. (TA NEA-16/02/2011).

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Η ΗΔΟΝΗ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ

 Βουτιές στα μουράγια του Κάστρου. Μπάλα στην άμμο. Μπάνιο στην αμμόγλωσσα και στο φαναράκι. Μια εποχή, μια ανάμνηση. Μια Λευκάδα. Και θυμόμαστε, γυρίζουμε πίσω στο χρόνο για να περάσουμε νοερώς όμορφα, να απολαύσουμε την ηδονή της ανάμνησης αφού η ζωή μας σήμερα έγινε αφόρητη, μοναχική, πληκτική, σημαδεμένη από την πρωτοφανή οικονομική κρίση,την κατάθλιψη,την ανασφάλεια, το φθόνο και την υποκρισία. Θυμάμαι πηγαίναμε στο Κάστρο με τον Μαγγελάνο, τη βάρκα του Αργύρη και του Ντίνου του Μπαμπάρου. Με το μαϊστράλι να χαϊδεύει τα πρόσωπα μας, να πετάει τα καπέλα. Με τις φθηνές σαγιονάρες( ή συνήθως ξυπόλυτοι )και το μισοτρύπιο μαγιό. Με την αλμύρα να ξεραίνεται στο δέρμα. Και νάσου φόρα για το μακροβούτι, για το ποιος θα κερδίσει. Και να τα καλαμπούρια και τα πειράγματα. Και τα απόβραδα με τις πυγολαμπίδες στην Κουζούντελη, στα καφενεία με τη σουμάδα και τα παξιμάδια. Βόλτα στο παζάρι και στο μώλο. Αχ αυτά τα παιδικά μας χρόνια. Τα παιδικά χρόνια που μας σημαδεύουν. Όλους. Και θα μας σημαδεύουν για όλη μας τη ζωή. Γιατί είναι τα καλύτερα. Τα ομορφότερα. Τα αγαπημένα. Και δεν ειναι μόνο οι μνήμες, οι όμορφες στιγμές, οι πρώτοι έρωτες, τα άγουρα όνειρα, τα φαρομανητά. Είναι οι αναμνήσεις από τις αξέχαστες μυρωδιές αλλά και απο τους ήχους. Oι μυρωδιές και οι ήχοι από τη Λευκάδα. Αξέχαστες. Μοναδικές. Ανεπανάληπτες. Οι μυρωδιές από το βρεγμένο χώμα στα Βαρδάνια. Και από τους γέρικους ευκάλυπτους. Από τη μουτελη στο μόλο και τα ‘ληγμένα» φύκια στο Ιβάρι. Οι διαφορετικές μυρωδιές. Οι αγαπημένες. Του μάραθου στο Κάστρο. Της ασετιλίνης στο πυροφάνι. Των μαντολάτων και της σουμάδας. Του χαλασμένου ξύλου στου ‘Πάπιου’. Της ξεραμένης αλμύρας στο δέρμα ένα Αυγουστιάτικο απομεσήμερο. Των λασπωμένων αυλακιών στου Πουλιού. Η μυρωδιά από το καμένο κερί στον επιτάφιο, στον Αη Νικόλα. Από το Κυριακάτικο, μεσημεριανό. τραπέζι, (με την κατσαρόλα να ‘χοροπηδάει’ από ευχαρίστηση που ολοκλήρωσε το έργο της). Η μυρωδιά των περιβολιών την Πρωτομαγιά. Και του ξεροψημενου ψωμιού απο το φούρνο της Λιόνταινας και του Δειβέκη. Του πρώτου τετραδίου. Και της φθηνής κολόνιας μετά το εφηβικό ξύρισμα. Της βρασμένης κουκούτσας και του φρέσκου ψαριού. Οι μυρωδιές που έρχονται και σήμερα και με συντροφεύουν. Αλλά είναι και αυτοί οι ‘ηχοι, τα ακούσματα. Που με κυνηγάνε. Με χαιδευουν ακομη στα αυτια μου. Οι ηχοι της τρελαμένης καρδιάς στο πρώτο ραντεβού. Ο ήχος τις βροχής πάνω στο τσίγκο. Της σάμπας και της μαζούρκας στο ‘Πάνθεον’. Της φιλαρμονικής και της μεταμεσονύχτιας καντάδας. Της κορνέτας του Καμινάρη. Και της Διάνας την Πρωτοχρονιά. Το χαχανητό του Κοκοκιώρου. Οι φωνές των φολκλορικών συγκροτημάτων στο φεστιβάλ. Οι μπαλιές από το ποδόσφαιρο των φυλακισμένων μέσα στις φυλακές. Ο ήχος από τις σιδερένιες ρόδες από το κάρο του παππού μου, του Νιόνιου. Και από τη καμπάνα της Παναγίας των Ξένων. Οι ήχοι των γλάρων στη λιμνοθάλασσα. Και των αδέσποτων σκυλιών στην Αγία Κ άρα. Μυρωδιές και ήχοι. Ηχοι και μυρωδιές. Που μαζί με τις εικόνες, με τις μνήμες θα με κυνηγούν, θα με μαγεύουν, θα με σημαδεύουν για πάντα.

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

ΟΙ ΦΑΡΟΙ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ (faroi.com).

                                              ΦΑΡΟΣ ΒΟΛΙΟΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ                                          

Ο φάρος αυτός κατασκευάστηκε το 1913. Το ύψος του πύργου του ειναι 4,5 μέτρα και το εστιακό του ύψος είναι 10 μέτρα. Ο Βολιός είναι μικρή βραχονησίδα στη νότια είσοδο της διώρυγας της Λευκάδας . Ο φάρος ορίζει το στενό πέρασμα ανάμεσα στην Ηπειρωτική ακτή και το νησί για την διευκόλυνση στη διέλευση του στενού.

                                   ΦΑΡΟΣ ΦΡΟΥΡΙΟΥ ΛΕΥΚΑΔΑΣ
                                  
Ο φάρος αυτός κατασκευάστηκε το 1861. Το ύψος του πύργου του ειναι 6,5 μέτρα και τό εστιακό του ύψος είναι 17 μέτρα.Η πρόσβαση στον φάρο είναι εύκολη αφού βρίσκεται πάνω στα τείχη του κάστρου της Αγίας Μαύρας στην άκρη της γέφυρας του καναλιού της Λευκάδας.
Ο φάρος βρίσκεται στην είσοδο του νησιού όπου δεσπόζει το κάστρο της Αγίας Μαύρας σαν σιωπηλός φρουρός και μάρτυρας άλλων εποχών. Το κάστρο κάποτε αγκάλιαζε την πόλη και έκοβε τον δρόμο σε εχθρούς και πειρατές. Χτίστηκε γύρω στο 1300 από τον Φράγκο ηγεμόνα Ιωάννη Ορσίνι όταν πήρε την Λευκάδα για προίκα στον γάμο του με την κόρη του Δεσπότη Ηπείρου Νικηφόρου Α΄. Είναι ένα από τα επιβλητικότερα κάστρα της εποχής του και αποτελεί πρότυπο οχυρωματικής τέχνης των μεσαιωνικών χρόνων. Το 1479 το κάστρο κατελήφθη από τους Τούρκους. Τότε χτίστηκε μιά μεγάλη τοξοτή γέφυρα με 360 καμάρες που διέσχιζε την λιμνοθάλασσα από την παραλία έως την θέση Καλκάνη, στηρίζοντας τους σωλήνες του Τουρκικού υδραγωγείου που έφερνε νερό στο κάστρο. Το έργο αυτό χαρακτήριζε όλη τη περιοχή , καταστράφηκε όμως από τους σεισμούς. Κάποια ίχνη σώζονται μέσα στην λιμνοθάλασσα.
Το πέρασμα των κατακτητών άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη τους στο κάστρο , που αντιστάθηκε με σθένος ακόμα και στους ισχυρούς σεισμούς. Ο πέτρινος φάρος του περασμένου αιώνα (1861) καθώς και η εκκλησία της Αγίας Μαύρας που βρίσκεται μέσα στο κάστρο διασώζονται πλήρως. Σήμερα δέχεται προσεκτικές εργασίες αποκατάστασης για να αποκτήσει την αρχική του εικόνα και να αξιοποιηθεί.










                                                   ΦΑΡΟΣ ΔΟΥΚΑΤΟ

Μετά το Πόρτο Κατσίκι, δρομος φτάνει μέχρι το νοτιότερο τμήμα του νησιού, το ακρωτήρι Λευκάτας, ή Νιράς, ή Κάβο της Κυράς ή Κάβο Δουκάτο 50 χλμ από την πόλη της Λευκάδας. Εχει όμορφη θέα προς την Κεφαλονιά και την Ιθάκη και τα ηλιοβασιλέματα είναι πολυ εντυπωσιακά.
Το ακρωτήρι είναι ένας από τους πιο γνωστούς βράχους της αρχαιότητας, πιθανότατα η ομηρική "Λευκάς Πέτρη", με άσπρα βράχια με ύψος 60 μέτρα πάνω από τα κύματα του Ιουνίου πελάγους. Στα πανάρχαια χρόνια (1200 πχ) έκαναν θυσίες για να εξευμενήσουν τους θεούς και το Πνεύμα της Τρικυμίας. Αργότερα (400 πχ) αντικατέστησαν τα θύματα με κατάδικους που τους έδιναν πιθανότητες σωτηρίας. Πρίν τους ρίξουν στο βράχο, τους έδεναν γύρω από το σώμα τους πουλιά και φτερά για ομαλότερη προσγείωση. Αν ο κατάδικος γλίτωνε, του χάριζαν τη ζωή.
Τις προγενέστερες λατρείες στο βράχο τις αντικατέστησε το ιερό του ΛΕΥΚΑΤΑ ΑΠΟΛΛΩΝΑ, γνωστό σ'όλο τον αρχαίο κόσμο μιας και ο Απόλλωνας ήταν και θαλάσσιος θεός, προστάτης των ναυτικών. Κάθε χρόνο γίνονταν γιορτές με Πανελλήνιο χαρακτήρα, πιθανόν στις αρχές της άνοιξης. Στον Απόλλωνα αποδίδεται το πήδημα από το βράχο σαν μέσο ενάντια στο βασανιστικό ερωτικό πάθος.
Τον 6ο πχ αιώνα η παράδοση για το πήδημα των ερωτευμένων ήταν πολύ διαδεδομένη, αφού το αναφέρουν σε στίχους τους πολλοί αρχαίοι ποιητές. Αυτό θα μνημόνευε και η Σαπφώ, η μεγάλη ποιήτρια της αρχαιότητας, και από εκεί βγήκε ότι τάχα πήδηξε από το Λευκάτα. Ο Μύθος φτάνει μέχρι της μέρες μας και γιαυτό ονομάζεται και Κάβος της Κυράς. Σήμερα δεν έχει απομείνει κανένα ίχνος του ιερού του Απόλλωνα, γιατί στη θέση του υψώνεται ο φάρος.
Ο φάρος κατασκευάστηκε το 1890. Το ύψος του πύργου του είναι 14 μέτρα και το εστιακό του ύψος 70 μέτρα.
Η διαδρομή προς το φάρο.
Με αφετηρία το Αθάνι οδηγείτε σε ασφαλτόδρομο προς τα νότια, προσπερνάτε στα 5 χιλιόμετρα τη διασταύρωση για το Πόρτο Κατσίκι και στα 10,6 χιλιόμετρα βρίσκετε την πινακίδα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας προς τον Ναό του Απόλλωνα στα δεξιά σας. Από εδώ αρχίζει ο χωματόδρομος. Ανάμεσα σε κουμαριές , δεξιά σας ξεπροβάλλει αργά το άγριο τοπίο με τους απόκρημνους βράχους πάνω στους οποίους συνήθως σκάει η φουρτουνιασμένη θάλασσα. Αριστερά σας άλλοτε κρύβεται και άλλοτε εμφανίζεται αναπάντεχα ο καταπράσινος κόλπος της Βασιλικής. Μπροστά σας στα μισά περίπου της απόκοσμης τούτης διαδρομής που συνολικά καλύπτει 4.5 χιλιόμετρα βρίσκεται ο φάρος και το ακρωτήριο του Λευκάτα ή κάβος Νηράς (ή της Κυράς). Ο φάρος είναι χτισμένος πάνω σε ιερό του Απόλλωνα. Αγριοκάτσικα τρέχουν τρομαγμένα στο διάβα σας κι εσείς αφήνετε το όχημά σας πίσω από τον βράχο του φάρου όπου τελειώνει ο δρομος, και ανεβαίνετε ένα μικρό δρομάκι μέχρι την κορυφή του ακρωτηρίου. Προτιμήστε να φθάσετε εκεί τη ώρα του δειλινού που ο ήλιος βάφει πορφυρένιο τον γκρεμό. Η εμπειρία είναι ανεπανάληπτη.


πηγη:faroi.com

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

ΠΕΖΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΗΛΙΑ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗ

1. Ο ΦΙΛΟΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ: Γνώρισα ανθρώπους και αγάπησα ζώα. Ηταν ένα απόφθεγµα που µε συνάρπαζε στα παιδικά µου χρόνια, χωρίς ωστόσο να έχω συνειδητοποιήσει το νόηµά του. Πέρασαν τα χρόνια. Ο φθόνος, το ψέµα και η υποκρισία σηµαδεύουν τις σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις. Η αγάπη µεταλλάχθηκε σε µια ξεφτισµένη και ευτελή λέξη. Και η φιλία φλερτάρει όλο και περισσότερο µε την προδοσία αφού στηρίζεται πλέον στο χρήµα και στα προσωπικά συµφέροντα. Οµολογώ ότι δεν πήρα σκύλο παρά τη µεγάλη αγάπη – τη δική µου αλλάκαι των παιδιών µου – στα ζώα. Και πιστεύω ότι αυτή η επιλογή µε δικαίωσε, αν λάβω υπόψητα συνεχόµενα περιστατικά κακοποίησης ζώων από τους ανθρώπους. Ολοένα και πληθαίνουν οι καταγγελίες πολιτών για θανάτους αδέσποτων και µη ζώων. Το 1/3 του πληθυσµού των αδέσποτων πεθαίνει κάθε χρόνο από αιτίες που σχετίζονται µε τονάνθρωπο (από αυτοκίνητα, από φόλες...), ενώ περισσότερα από ταµισά πέφτουν θύµατα κακοποίησης. Οκαλύτερος φίλος του ανθρώπου, οι µικροί αλήτες του δρόµου, αναγκάζονται να δίνουν καθηµερινό αγώναγια να επιβιώσουν επειδή ο άνθρωπος τούς εγκατέλειψε. Και παρ’ όλο που εκείνοι δεν θα τον εγκατέλειπαν ποτέ. Η τελευταία µου επαφή µε τα συµπαθή τετράποδα είναι µε το απέναντι κόκερ. Στο µπαλκόνι µιας πολυκατοικίας. Δεν ξέρω ούτε καν το όνοµά του. Οπως άλλωστε δεν ξέρω τους ενοίκους τηςδικής µουπολυκατοικίας που φεύγουν σκυφτοί και σκυθρωποί για τις δουλειές τους. Χωρίς να ανταλλάσσουµε ούτε µια µατιά ούτε µια καληµέρα. Ο απέναντι φίλος, καθηµερινά, πηγαινοέρχεται, γαβγίζει και χαζεύειµε τα περιστέρια και τα σπουργίτια. Τον µαγεύει η βροχή, ίσως γιατί µοιάζει µε την ψυχή του. Τον πλανεύουν τα πουλιά, ίσως γιατί µοιάζουν µε τα όνειρα της ελευθερίας του. Θέλει να τρέξει, να παίξει µε τα πιτσιρίκια, αλλά δεν µπορεί. Παραµένει φυλακισµένος. Αιχµάλωτος, οπως και τα αφεντικά του, στη µοναξιά της µεγαλούπολης. Με τα κλεισµέναπαραθυρόφυλλα και τηνέλξη της έξυπνης δολοφόνου, της τηλεόρασης. Στ’ αλήθεια, τον νιώθω. Τον καταλαβαίνω. Είναι ο απέναντι φίλος µου. Ενας πιστός φίλος που είµαι σίγουρος ότι δεν θα µε προδώσει ποτέ. ("ΤΑ ΝΕΑ" 2 Φεβρουαρίου 2011).


2: ΟΤΑΝ(ΔΕΝ) ΖΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ. Ηταν δεν ηταν στα ‘80. Με το µικρό µουστάκι και το παλιό Καντέτ. Με την παραδοσιακή τραγιάσκα και την αυτοπεποίθηση µιας υπερήφανης αλλά µατωµένης γενιάς. Το κηδειόσηµο στη γέρικη µονοκατοικία µε συγκλόνισε. Ζούσαµε πάνω από 15χρόνια δίπλα αλλά δενµιλήσαµε ποτέ. Ούτε µια καληµέρα. Εγώ σε µια τεράστια πολυκατοικία µε τη µοναξιά και την τηλεόραση για χορηγούς και αυτός σε ένα χαµόσπιτο µε κληµαταριές και µπουκαµβίλιες. Στενοχωρήθηκα. Πικράθηκα στ’ αλήθεια. Η ζωή µας έχει περάσει πλέον στη διάσταση της αδιέξοδης ρουτίνας. Ξέρουµε ότι αντί για γράµµατα θα βρούµε λογαριασµούς. Φοβόµαστε τις ληστείες. Και όχι µόνον. «Τρέµουµε» τις αρρώστιες και τον θάνατο. Δεν έχουµε αντιστάσεις. Ούτε αντοχές. Η εθνική µας κατάθλιψη έχει σχέση µετο Μνηµόνιο, τις άγριες περικοπές σε µισθούς και συντάξεις, µε την ανεργία των παιδιών µας, µε τα ληγµένα «θέλω». Ζωή χωρίς προοπτική. Θυσίες χωρίς αντίκρυσµα σε ένα χρεοκοπηµένο πολιτικό σύστηµα. Οι επιθυµίες αντικαταστάθηκαν από τους εφιάλτες της καθηµερινότητας. Οµήρους µάς πήρανε τα χρόνια. Κοιµόµαστε και ξυπνάµε µε αδιέξοδα. Και προσποιούµαστε ότι ζούµε καλά για να µη µας σχολιάζει ο διπλανός. Ο φθόνος ριζωµένος στις ψυχές. Ο ένας βγάζει το µάτι του άλλου. Καλύτερα να ζούµε ένα όνειρο, γιατίαπό την αλήθεια και την πραγµατικότητα της καθηµερινής ζωής δεν µπορεί να γίνει πλέον κάποιος ευτυχισµένος. Και να πώς τελείωνα σε ένα σηµείωµα που έγραψα για τον ίδιο πριν από χρόνια, µε τίτλο: «Οταν ζεις για τη ζωή»: «Είµαι σίγουρος ότι ο συµπαθής συνταξιούχος της διπλανής µονοκατοικίας δεν έχει τέτοια προβλήµατα. Ξέρει να ζει ήρεµος, µε χαµόγελο, µε αξίες, µε αξιοπρέπεια, µε σεβασµό στο περιβάλλον. Ζει για τη ζωή. Αλλωστε, γι’ αυτό δεν ενδίδει στα εκατοµµύρια των µεγαλοεργολάβων για να γκρεµιστεί το σπίτι του. Γι’ αυτό είναι οάνθρωπος που όλοι ζηλεύουµε στην πολυκατοικία µας αλλά ποτέ δεν θα τον ακολουθήσουµε. Ποτέ δεν θα του µοιάσουµε». Καληνύχτα (για πάντα), αξέχαστε γείτονα.(" ΤΑ ΝΕΑ' 26-1-2011).

3: ΧΑΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΤΕΧΟΛΟΓΙΑ. Η είδηση είναι εντυπωσιακή. Εως το τέλος του έτους θα είναι έτοιµη η κάρτα του πολίτη, στην οποία θα περιλαµβάνονται ο ΑΜΚΑ, τα στοιχεία ταυτότητας και του ΤΑΧΙS, καθώς και το δηµοτολόγιο. Με την κάρτα αυτή θα µπορεί ο πολίτης να πραγµατοποιεί ηλεκτρονικά όλες τις συναλλαγές του µε το δηµόσιο και να τη χρησιµοποιεί ως ταυτότητα. Πράγµατι, η τεχνολογία σε έναν µεγάλο βαθµό έχει βοηθήσει να είναι η ζωή µας καλύτερη. Οχι όµως για όλους. Η πλειονότητα των Ελλήνων βασανίζεται για να µυηθεί στα µυστικά της σύγχρονης τεχνολογίας. Για παράδειγµα, ο κυρ Χρήστος, ο οποίος νόµιζε ότι το «χαµηλ. µπατάρ.» στην οθόνη του κινητού του είχε σχέση µε άραβα τροµοκράτη και όχι µε τηνένδειξη «χαµηλή µπαταρία». Ο συµπαθήςσυνταξιούχος, εκτός από την οργή του για την περικοπή της σύνταξής του, συνεχίζει να ταλαιπωρείται µε τα τεχνολογικά επιτεύγµατα. Μετά την κάρτα του ΑΜΚΑ, υποχρεώθηκε να παίρνει µέσω τραπέζης την πενιχρή σύνταξή του. Και έτσι «φορτώθηκε» µε pin το οποίο µπερδεύει µε το pin του κινητού του. Με το οποίο έχει αποκτήσει µια σχέση µίσους, αφού δεν µπορεί µε καµία δύναµη να το... κουµαντάρει. Εχει βάλει στη διαπασών την ένταση για να το ακούει όταν χτυπάει, αλλά, µοιραία, ο θόρυβος ξεσηκώνει και τους διπλανούς. Και ο ίδιος φωνάζει δυνατά νοµίζοντας ότι ο συνοµιλητής του δεν τον ακούει. Ασε που για να πάρει τηλέφωνο ή για να απαντήσει σε κλήση πρέπει να αλλάξει τα γυαλιά του και η διαδικασία είναι χρονοβόρα σε σηµείο... εξοργισµού! Kαι σαν να µην έφτανε µόνο το κινητό, τελευταία – µε τα µέτρα ασφαλείας στις τράπεζες – παραµένει εγκλωβισµένος, θορυβηµένος και αγανακτισµένος ανάµεσα στις δύο πόρτες ασφαλείας, ακούγοντας οδηγίες από γυναικείες φωνές και βλέποντας λαµπάκια να αναβοσβήνουν. Εύλογη, λοιπόν, η αγανάκτησή του. Μια αγανάκτηση και άλλων συµπολιτών µας που µέσα στη σκληρή οικονοµική κρίση, µε τη λιτότητα και τα χρέη, παίρνει διαστάσεις εφιάλτη. Χαµένοι στην τεχνολογία, λοιπόν, σε µια τεχνολογία που αδυνατεί να συλλάβει πως τα κύτταρα του εγκεφάλου σ’ έναν 70χρονο είναι σαν τις καµένες αντιστάσεις. (TA NEA 20/1/2011 ).

4. ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΑ ΣΠΡΕΝΤ: Μπήκαν στη ζωήµας, στο σπίτιµας σαν να είναι συγγενείς. Ντοµινίκ Στρος - Καν, Ζαν-Κλοντ Τρισέ, Ολι Ρεν, Χοσέ Μανουέλ Μπαρόζο, Σερβάζ ντε Ρουζ, Πολ Τόµσεν. Τέτοια οικειότητα, τέτοια άνεση µαζί τους λες και τους ξέρουµε χρόνια. Είναι οι δανειστές αλλά και οι... βασανιστές. Μια χώρα, ένας λαός, σε κλίµα εθνικής κατάθλιψης αναγκάζεται καθηµερινά να «επικοινωνεί» µαζί τους µέσα από την τηλεόραση. Αλλά χωρίς – δυστυχώς – να έχει το δικαίωµα αντιλογίας. Και διαµαρτυρίας. Είναι πλέον τέτοια η οικειότητα µαζί τους που στο σχολείο της µικρής µου κόρης έβγαλαν από τον τοίχο την εικόνα της Μπουµπουλίνας και έβαλαν αυτή της Μέρκελ. Στην πρωινή προσευχή γίνεται επίκληση της τρόικας, ενώ τις προάλλες έβαλαν τιµωρία µια ολόκληρη τάξηνα αντιγράψει 20 φορές το νέο Μνηµόνιο. Αλλά και στα όνειρά µας χάθηκαν πια τα όµορφα ακρογιάλια. Αντικαταστάθηκαν από εφιάλτες µε δάνεια, δανεικά, κατασχέσεις και τράπεζες. Οπως χθες το βράδυ. Παναγία µου. Αυτό δεν ήταν όνειρο. Ηταν ο εφιάλτης στον δρόµο µε τα σπρεντ, νούµερο 12. Ηταν λέει δύο ένοικοι της πολυκατοικίας, στην οποία µένω, και λογοµαχούσαν για την τραγική οικονοµική κατάσταση της χώρας. Ο χοντρός, ο Νίκος, επέµενε ότι θα πρέπει να γυρίσουµε στη δραχµή (πάντα υποβόσκει µια κρυφή γοητεία µε τη δραχµούλα που χάσαµε, έστω κι αν δεν είναι η ίδια δραχµή που θα ξαναβρούµε, αν δεν καταφέρουµε να το αποφύγουµε) και από την άλλη ο Τάκης ο µουσάτος ωρυόταν ότι πρέπει να γίνουν άµεσα εκλογές. Οι ύβρεις που άκουσα µε κατέπληξαν: «Να σε πάρει ο Ολι Ρεν και να σε σηκώσει», έλεγε ο ένας. «Να πας στον αγύριστο του ΔΝΤ», απαντούσε ο άλλος. Και µέσα σε αυτή την πολεµική ατµόσφαιρα ο Δηµητράκης, του πρώτου, είχε πάρει όλα τα ειδοποιητήρια των λογαριασµών, τα έκανε σαΐτες και τις πετούσε στους διαµαρτυρόµενους. Το χαρτοµάνι στο δάπεδο έµοιαζε µε σκηνικό κέντρου και ήταν σαν να πετούσαν λουλούδια στον Πάριο. Ωσπου, ως διά µαγείας, εµφανίστηκε ο Ντοµινίκ Στρος - Καν και έβαλε τα πράγµατα σε τάξη. Ο Νίκος και ο Τάκης άρχισαν να τρέµουν. Να τους λούζει κρύος ιδρώτας. «Κύριε Ντοµινίκ, µη µας πειράξετε, σας παρακαλώ, έχουµε οικογένεια, θα πεινάσουν τα παιδιά µας», παρακαλούσαν και οι δυο γονυπετείς. Υστερα αποκοιµήθηκα. Για να δω κανένα όνειρο που να µην είναι εφιάλτης. (TA NEA-9/03/2011).

5: ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ: Σηκώθηκα με διάθεση. Ανοιξα ραδιόφωνο µε χαρούµενη µουσική. Ολοι οι σταθµοί είχαν κέφια. Ετοιµάστηκα. Στις ειδήσεις όλα ήταν χαρµόσυνα. Μειώθηκε το χρέος και τα ελλείµµατα, έπεσαν τα σπρεντ, έπεσαν τα επιτόκια, σε ύψη-ρεκόρ το χρηµατιστήριο, τέλος οι ουρές αναµονής στο ΙΚΑ, παρελθόν οι µίζες και η διαφθορά. Στο 2% η ανεργία. Στο ασανσέρ άκουσα µια µεγάλη «καληµέρα» από τον αµίλητο του πέµπτου. Η πρώτη έκπληξη. Στον δρόµο δεν βρήκα κίνηση. Δεν άκουσα ούτε ένα κορνάρισµα. Δεν είδα ούτε µια µούντζα. Ούτε ένα σκουπίδι στους δρόµους. Ούτε ένας δεν µιλούσε στο κινητό. Και οι οδηγοί, µε περισσή ευγένεια, σταµατούσαν για να περάσουν οι πεζοί. Εξεπλάγην που ο ταξιτζής, µπροστά µου, µε τα αλάρµ αναµµένα, ζήτησε συγγνώµη – µε µια χειρονοµία – γιατί καθυστέρησε για να πάρει πελάτη. Δεύτερη έκπληξη. Στο Μετρό όλοι ήταν χαµογελαστοί, διάβαζαν λογοτεχνικά βιβλία και εφηµερίδες. Και οι νεώτεροι πρόσφεραν τηθέση τουςστους ηλικιωµένους. Ηµουν µάλιστα µάρτυρας ενός άγριουκαβγά µεταξύ δυο νέων για το ποιος θα δώσει πρώτος τη θέση του σε µια ηλικιωµένη. Τσιµπήθηκα. Τρίτη έκπληξη. Στην Πανεπιστηµίου, κεφάτοι άνθρωποι στον δρόµο. Τα µαγαζιά γεµάτα. Γυναίκες φορτωµένες µε τσάντες από ψώνια. Κίνηση. Ρυθµός. Τα πρωτοσέλιδα διθυραµβικά για το θαύµα της ελληνικής οικονοµίας µε εξαγγελίες για σηµαντικές αυξήσεις µισθών και συντάξεων. Η τρόικα παρελθόν. Τα πεζοδρόµια να αστράφτουν και χωρίς να έχουν παρκαρισµένα αυτοκίνητα. Τέταρτη έκπληξη. Τσιµπήθηκα. Στον «Ευαγγελισµό», όπου πήγα για να επισκεφθώ συγγενή µου, ένιωσα ότι δεν βρίσκοµαι στην Ελλάδα. Τι χλιδή, τι καθαριότητα, τι οργάνωση. Να τα χαµόγελα και οι φιλοφρονήσεις. Ούτε µία διαµαρτυρία. Μάλιστα, ακόµη και υγιέστατοι ζητούσαν να επισκεφθούν το νοσοκοµείο-πρότυπο

Στην Οµόνοια (και στις γύρω περιοχές) «εξαφανί στηκαν» οι µετανάστες και οι τοξικοµανείς. Και οι τουρίστες δεν προλαβαίνουν να τραβούν βίντεο και φωτογραφίες µπροστά σε αυτήν τη µοναδική οµορφιά. Ηταν µεσηµέρι, όταν κοντά στην Κλαυθµώνος µια 25χρονη ξανθιά µε γούνα, µίνι και ψηλές µπότες µού έκλεισε το µάτι. Κεραυνός. Σεισµός. Τσιµπήθηκα µέχρι... µαυρίσµατος. Γύρισα πίσω µου και ξαναγύρισα µήπως κάνω λάθος. Και αυτή, φιλήδονα – µε προκλητική ευθύτητα –, µου ζήτησε να πάµε για καφέ. Καµία έκπληξη. Πάντα ζούσα στον κόσµο µου. (TA NEA-16/02/2011).

6. Η ΒΑΘΕΙΑ ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ: ''Φοβόμαστε πλέον και τη σκιά μας'', μονολογούσε η ηλικιωμένη κυρία κατεβαίνοντας χτες τις σκάλες του μετρό στην Ομόνοια. Και είχε δικιο. Η ανασφάλεια ειναι πλέον η σημαία της καθημερινότητας. Ληστείες, δολοφονίες, απολύσεις, χρέη στις τράπεζες, αρρώστιες, αυτοκτονίες. Ξυπνάς και τα πρωινάδικα της τηλεόρασης σε.... καλημερίζουν με νέα οικονομικά μέτρα, με νεους φόρους, με θλιβερές ειδήσεις. Κατεβαίνεις στο ισόγειο της πολυκατοικίας και συναντάς μόνο λογαριασμούς και ειδοποιητήρια της εφορίας. Η τράπεζα ειναι πλέον μια αχώριστη φίλη σου. Πάντως κανονικό γράμμα έχουμε χρόνια να δούμε. Και όταν είδαμε μια επιστολή απο την Αμερική ζηλέψαμε τον παραλήπτη. Άλλωστε ο φθόνος αποτελεί το εθνικό μας σπορ. Φθονούμε ολους όσους ζουν καλύτερα απο εμάς. Αμφισβητούμε τα πάντα. Απο την αξιοπιστία των πολιτικών, των ΜΜΕ μέχρι και την επιτυχία ή τις ικανότητες του συναδέλφου μας στο διπλανό γραφείο. Φθονούμε τις επιτυχίες των άλλων. Αγνοώντας τη δική μας κατάντια. Και φυσικά έχουμε χάσει την εμπιστοσύνη. Όχι μόνο στις εκάστοτε κυβερνήσεις αλλά και στους γύρω μας. Η καχυποψία αντικατέστησε τη φιλία και την αλληλεγγύη. Κάθε χρόνο εχω παρατηρήσει οτι αρχίζουμε να στολίζουμε τα σπίτια μας, με τα Χριστουγενιάτικα, απο τα μέσα Νοεμβρίου. Ειναι βλέπεις αυτή η αίσθηση της μοναξιάς και θέλουμε να βάλουμε στη μίζερη ζωή μας λίγο χρώμα. Έχουμε ανάγκη τη ζεστασιά, ενα χέρι στον ώμο, λίγα λόγια αγάπης. Αναζητάμε τρυφερότητα και αλληλεγγύη σε μια κοινωνία που ο ένας προσπαθεί με κάθε τρόπο να 'βγάλει' το μάτι του άλλου, οπου κυριαρχεί η υποκρισία, το ψέμα, ο φθόνος και το προσωπικό συμφέρον. Αν δεν κάνω λάθος τα λαμπιόνια συμβολίζουν τα όνειρα. Που αναμοσβύνουν και όταν περάσουν οι γιορτές τα ξαναβάζουμε στην αποθήκη. Η φάτνη σε παραπέμπει στο παρελθόν. Σε όμορφες στιγμές αγάπης και ξενοιασιάς. Τότε που υπήρχε το χαμόγελο, η αληθινή αγάπη, η κατανόηση. Και το χριστουγεννιάτικο δένδρο συμβολίζει τη ζωή που θέλαμε αλλά δεν ζήσαμε. Γι αυτό το έλατο ικετεύει τον ουρανό. Οπως καθημερινά όλοι μας παρακαλούμε να βρέξει ή να χιονίσει ώστε να νοιώσουμε τη ζεστασιά της μοναξιάς νοιώθοντας την ασφάλεια του σπιτιού στην ανασφάλεια της ζωής μας. Αλήθεια δεν έχετε παρατηρήσει οτι στις γιορτές φίλων και συγγενών κάθε χρόνο παίρνουμε και δεχόμαστε ολοένα και περισσότερα τηλέφωνα;;; Γιατί αραγε;;; Η απάντηση κι εδώ εχει να κάνει με τη μοναξιά. Ζούμε σε μια εποχή ανασφάλειας και ερημιάς, που έχουμε αποκούμπι πλέον την τηλεόραση. Αυτή πλέον ειναι η συντροφιά μας. Πάνε οι φίλοι, πάνε οι παρέες, τέλος τα γλέντια. Ο καθένας σηκώνει τον σταυρό του μαρτυρίου και ανεβαίνει στον δικό του Γολγοθά. Με το μυαλό ''καρφωμένο'' στα δάνεια, στα χρέη και στις θλιβερές ειδήσεις με αρρώστιες και θανάτους. Και ειναι αλήθεια οτι αυτή η αβάσταχτη μοναξιά, η βαθιά ψυχή της μοναξιάς, μας κινητοποιεί ώστε να τηλεφωνήσουμε ακόμη και σε ξεχασμένους φίλους και γνωστούς για να τους ευχηθούμε. Απογοητευμένοι απο τους πολιτικούς και την κοινωνία, στηρίζουμε πλέον τις ελπίδες μας στον ουρανό. Αγνοώντας ωστόσο οτι αυτός δεν στηρίζεται πουθενά. Ψάχνουμε σε κινητά, σε τηλεοπτικά σίριαλ, σε τυχερά παιγνίδια να βρούμε λιγες σταγόνες ευτυχίας, να ανακαλύψουμε τη ζωή που φεύγει, που τρέχει ασθμαίνοντας. Δυστυχώς...

Δημοφιλείς αναρτήσεις